TV & STREAMING

Πόσο χρειαζόμασταν τελικά ένα νέο «Twilight Zone»;

στα 10

Στο νέο «Twilight Zone» του Τζόρνταν Πιλ το πνεύμα του Ροντ Σέρλινγκ ζει ξανά στη μικρή οθόνη. Αλλά ποια είναι πραγματικά η θέση του στο σημερινό τηλεοπτικό και κοινωνικό τοπίο;

Πόσο χρειαζόμασταν τελικά ένα νέο «Twilight Zone»;

Το «Twilight Zone» γεννήθηκε το 1959 αλλά δεν πέθανε ποτέ.

Και δεν αναφερόμαστε σε καμία από τις απόπειρες αναγέννησης του θρυλικού αυτού brand κατά το πέρασμα των δεκαετιών (δύο σειρές και μία ταινία, ξεχασμένες όλες από το χρόνο) αλλά στο ίδιο το πρωτότυπο σόου. Η σειρά ανθολογίας του Ροντ Σέρλινγκ άντεξε 5 χρόνια στον αέρα δίνοντας κάθε χρόνο μάχη για τη συνεχιζόμενη ύπαρξή της πριν τελικά υποκύψει. Δεν ήταν ποτέ τιτάνας στις θεαματικότητες, όμως πέτυχε κάτι αδιανόητο για τον τυπικό κύκλο ζωής μιας τυπικής σειράς: επιβίωσε.

60 χρόνια μετά, το «Twilight Zone» δεν είναι απλώς ένα όνομα από το παρελθόν που σημαίνει κάτι για μια γενιά, αλλά παραμένει μια δημιουργία επιδραστική και ζωντανή και πολιτικά καίρια.


Δεν είναι νορμάλ αυτό. Ούτως ή άλλως από τα ‘50s είναι λιγοστές οι σειρές που επιβιώνουν σαν ύπαρξη και μόνο. Κι αν εξαιρέσουμε 2-3 του μεγέθους ενός «I Love Lucy», καμία δεν έχει αφήσει ουσιαστικό πολιτιστικό αποτύπωμα. Η σειρά είναι από τη φύση της ένα μέσο πιο παγιδευμένο στο χρόνο του. Η αμεσότητα της δημιουργίας της σειράς σημαίνει πως αντιδρά ευθύτερα σε κάτι που συμβαίνει εδώ και τώρα, και το μέγεθος και μόνο σημαίνει πως οι μετέπειτα θεάσεις (και άρα αναγνώσεις, και εκτιμήσεις) είναι εκ των πραγμάτων κάτι δύσκολο και σπάνιο, καθαρά λογιστικά να το δεις.

Η τηλεοπτική σειρά, όσο κι αν «οι σειρές έχουν γίνει ισάξιες με τις ταινίες» (όπως ήταν το κυρίαρχο σύνθημα του τέλους των ‘00s από θεατές και δημιουργούς που πραγματικά χρειάζονταν μια σχεδόν υπαρξιακή επιβεβαίωση πως ασχολούνται με κάτι άξιο επιβίωσης), είναι ένα φορμάτ που θα παραδοθεί πιο εύκολα στο χρόνο. Εκατοντάδες οι σειρές με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι διαρκώς, με κάθε «ξεκίνησα το Τάδε» να ακολουθείται από μια ντουζίνα διαφορετικά «α, ψάξε και το Δείνα, είναι τέλειο». Πόσα θα θυμόμαστε ή πρόκειται να επισκεφθούμε ξανά μετά από ένα ή πέντε ή είκοσι χρόνια;

Δεν γράφονται όλα αυτά σαν κάποιο επιχείρημα εναντίον της αξίας διατήρησης του τηλεοπτικού φορμάτ, ίσα-ίσα: Η πιθανολόγηση της αξίας επανάληψης ή διατήρησης ή επιβίωσης στο χρόνο είναι πάντα από τους πλέον σημαντικούς παράγοντες κάθε χρόνο όταν (επιτυχώς ή μη) επιλέγουμε τα #1 μας. Oμως προσπαθούμε να υπογραμμίσουμε ακριβώς το πόσο τιτάνιο επίτευγμα είναι για μια σειρά το να καταφέρνει να επιβιώσει αυτούσια (όχι η ηχώ της, όχι τα memes της, αλλά η ίδια) στο χρόνο. Πόσο μάλλον μια σειρά του 1959.

Twilight Zone Rod Serling O Ροντ Σέρλινγκ, οικοδεσπότης του αυθεντικού «Twilight Zone» στα γυρίσματα της σειράς

Το «Twilight Zone» του Ροντ Σέρλινγκ αποτέλεσε εξέχον δείγμα σειράς ανθολογίας και μάλιστα σε ένα πλαίσιο επιστημονικής φαντασίας, ένα πεδίο που πάντοτε ευνοούσε τόσο την καλτ λατρεία όσο και τις διαρκείς αναγνώσεις. Κι αν οι αρχικές του θεαματικότητες ήταν πάντα οριακές, αυτή ακριβώς η φόρμα και το είδος του, συνεισέφεραν στο να γίνει τεράστιο χιτ στις επαναλήψεις και στα ράφια των βιντεάδικων τις ακόλουθες δεκαετίες. Πάνω από μισό αιώνα μετά, τα επεισόδια του «Twilight Zone» μπορεί κανείς να βρει ευκολότερα, σε streaming ή σε ωραιότατο blu-ray, από ό,τι αμέτρητες σειρές του 2013.

Τέτοια διάρκεια ζωής δεν επιτυγχάνεται μόνο πετυχαίνοντας ένα ευαίσθητο νεύρο ή πιάνοντας μια τάση της εποχής. Κι αυτή ακριβώς ήταν η επιτυχία του «Twilight Zone». Οτι αντλώντας υλικό από τον κόσμο γύρω του, παρήγαγε μια σειρά από αυτοτελή, κατάμαυρα διαμάντια ηθικής εξερεύνησης πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση, που θα μπορούσαν να βρίσκονται σε συνομιλία με οποιαδήποτε εποχή προηγήθηκε ή ακολούθησε το διάστημα προβολής του σόου.

Ολα ξεκίνησαν από τον Σέρλινγκ, έναν συγγραφέα με μεγάλη παραγωγή σεναρίων στη διάρκεια των ‘50s αλλά εξίσου γνωστό εντός των χολιγουντιανών κύκλων για το πόσο πολιτικά ενεργός ήταν. Το «Twilight Zone» ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό αντίδραση στις αντιδράσεις που λάμβανε. Κανένας στουντιακός χαρτογιακάς και κανένας λογοκριτής δε θα μπορούσε να επέμβει σε ένα κείμενό του που δεν καταλάβαινε. Οι σαφείς αντιπολεμικές του τάσεις και η στάση του εναντίον του ρατσισμού και του μίσους και υπέρ της ισότητας, μπορεί να τράκαραν συχνά σε τοίχους, αλλά ντυμένα ως παραβολές για τέρατα, εξωγήινους και μυστηριώδεις οντότητες, μπορούσαν να γίνουν ανεκτίμητες διηγήσεις στα χέρια των θεατών.

Twilight Zon Σκηνή από το επεισόδιο «Walking Distance»

Twilight Zon O Μπέρτζες Μέρεντιθ στα γυρίσματα του επεισοδίου «Time Enough at Last»

Επεισόδια σαν τα «Walking Distance» (όπου ένας πετυχημένος άντρας βρίσκεται ξανά στην πόλη των παιδικών του χρόνων) ή το «Monsters are Due in Maple Street» (για μια κοινότητα κατοίκων που αρχίζουν μες στην παράνοιά τους να κατηγορούν αλλήλους στη διάρκεια μιας πιθανής εξωγήινης εισβολής) αποτελούν εξαιρετικής δύναμης πολιτικές ματιές στον κόσμο ενώ αριστουργήματα όπως τα «Time Enough at Last» (για έναν άντρα που απλά του αρέσει να διαβάζει κι ας μην έχει τίποτα άλλο) ή το «It’s a Good Life» (για έναν πιτσιρικά με τη δύναμη να σβήνει από την ύπαρξη ό,τι και όποιους θέλει) προσφέρουν αινιγματικά σοκ, γροθιές στο στομάχι, υπαρξιακά θρίλερ χωρίς απόλυτη λογική ή χρονική άγκυρα στο τώρα ή στο τότε.

Το «Twilight Zone» συνδυάζει την πολιτική αλληγορία με έναν ενστικτώδη, ανεξερεύνητο τρόμο που κατοικεί μέσα μας, κι αυτό κάνει τη σειρά όχι απλά παγκόσμια, αλλά και αδύνατον να ξεπεραστεί.

Διαβάστε ακόμη: Βλέποντας τηλεόραση ένα επεισόδιο τη φορά #6: «The Twilight Zone», Walking Distance

Twilight Zon Ο Τζόρνταν Πιλ, οικοδεσπότης του νέου «Twilight Zone»

Οι συνεχείς προσπάθειες αναβίωσης θα ήταν φυσιολογικές ακόμα κι αν δε ζούσαμε σε μια εποχή όπου πραγματικότητα η μόνη ιδέα που φαίνεται να έχει ποτέ κανείς είναι «ας ξανακάνουμε το Τάδε αλλά στο σήμερα». Σχετικό ή μη, η μόνη αληθινά πετυχημένη απόπειρα αναβίωσης του «Twilight Zone» έγινε στη μορφή του «Black Mirror», μια σειρά που χρωστά τα πάντα στο κλασικό σόου του Σέρλινγκ αλλά έχει κάτι ουσιαστικό να προσθέσει στη συζήτηση, μέσα από μια συγκεκριμένη ματιά του κόσμου ενός συγκεκριμένου δημιουργού, έστω.

Τι είναι όμως η νέα αυτή σειρά που βλέπουμε, 60 χρόνια μετά την πρεμιέρα της πρώτης; Το ρόλο του Σέρλινγκ αναλαμβάνει ο Τζόρνταν Πιλ, έστω κι αν ο ρόλος του σε πρώτη τουλάχιστον φάση μοιάζει περισσότερο επιφανειακός. Σε αντίθεση με τον Σέρλινγκ δε φαίνεται να έχει κάποιο ενεργό ρόλο στη δημιουργία των ιστοριών (από τα 4 πρώτα επεισόδια μοιράζεται ένα story credit με άλλους δύο σεναριογράφους), όμως διαθέτει ισχυρή παρουσία και το brand του ως νέα συναρπαστική φωνή στο χώρο του συμβολικού, κοινωνικών προεκτάσεων σινεμά τρόμου τον κάνει καλό ταίριασμα για κεντρικό πρόσωπο μιας τέτοιας προσπάθειας. Ο Πιλ είναι ο ξεναγός μας σε αυτό το ταξίδι, και παραγωγός της σειράς.

Twilight Zon Σκηνή από το «The Comedian»

Twilight Zon Σκηνή από το «Nightmare at 30.000 Feet»

Οι ιστορίες σε αυτά τα πρώτα επεισόδια διαφέρουν σε περιεχόμενο, ύφος, ακόμα και χρονική διάρκεια. Το «Comedian» είναι καλή επιλογή για πρεμιέρα. Εδώ ο Κουμάιλ Ναντζιάνι («Silicon Valley») παίζει ένα σταντ-απ κωμικό του οποίου τα πολιτικά αστεία δε βρίσκουν ανταπόκριση αλλά όταν αρχίζει να μοιράζεται ιστορίες και ανέκδοτα από την προσωπική του ζωή και εμπειρία, διαπιστώνει πως οι άνθρωποι στους οποίους αναφέρεται όχι απλά εξαφανίζονται, αλλά δεν υπήρξαν ποτέ. Το πρόβλημα είναι στην εξουθενωτική διάρκεια, καθώς το επεισόδιο αγγίζει τη μία ώρα διάρκεια χωρίς να κερδίζει το παραμικρό ξεπερνώντας το σύνηθες 25λεπτο της ορίτζιναλ σειράς.

Το «Twilight Zone» ήταν πάντα ο θρίαμβος της αφηγηματικής φόρμας ανέκδοτου: αρχικό σετάπ, 1-2 εκδηλώσεις της διαδικασίας, ανατροπή/ατάκα και τέλος. Το «Comedian» θα ήταν εξαιρετικά δυνατή Ιστορία Από Την Κρύπτη στα 25 λεπτά- στα 55 είναι απλώς άσκηση υπομονής, προσθέτοντας χαρακτήρες και ιστορίες και πλοκές χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Αυτή η φλυαρία δυστυχώς δεν μαζεύεται ποτέ, ούτε στο «Replay» (για μια γυναίκα που μέσα από τη χρήση μιας κάμερας μπορεί να επιστρέφει και να ξαναζεί κρίσιμες στιγμές) ούτε καν στο «Nightmare at 30,000 Feet» (ένα homage στο κλασικό «Nightmare at 20,000 Feet» του ορίτζιναλ), το πιο σύντομο ως τώρα επεισόδιο της σειράς- ακόμα και σε αυτό όμως προλαβαίνουμε να δούμε κοιλιές στην αφήγηση αν και σαφώς πιο ασήμαντες από των υπολοίπων.

Πέρα από αυτή την έλλειψη σφιχτής, το άλλο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η νέα αυτή κατά Πιλ εκδοχή, είναι η απουσία αυτού του ενστικτωδώς εφιαλτικού στοιχείου που περιγράφαμε παραπάνω. Ενα επεισόδιο σαν το «Replay» μοιάζει τελικά υπερβολικά κυριολεκτικό σε αυτό στο οποίο αναφέρεται (αστυνομική βία, μαύρα θύματα, κάμερα ως αφηγηματικό εργαλείο), μην αφήνοντας καθόλου χώρο για το απόκοσμο. Το «Nightmare» με τον Ανταμ Σκοτ και ένα podcast που περιγράφει το μέλλον μιας μοιραίας πτήσης (στην οποία ο ίδιος είναι επιβάτης) παίζει έξυπνα με τις προκαταλήψεις και τις ενδόμυχες (κατασκευασμένες ή ασυνείδητες) φοβίες μας και παρά κάποιες αχρείαστες παρακάμψεις καταλήγει μάλλον όσο πιο κοντά στον στόχο βρίσκεται οποιοδήποτε από τα πρώτα αυτά επεισόδια.

(Το τέταρτο, «Α Traveler» της Ανα Λίλι Αμιρπούρ με τον Στίβεν Γιουν και το εντυπωσιακό του καπέλο στον ρόλο ενός αγνώστου που εμφανίζεται μυστηριωδώς όποτε θέλει σε μια επαρχιακή πόλη, είναι έξοχο ως ατμόσφαιρα και mood αλλά δεν υπάρχει πολύ ψαχνό.)

Twilight Zon Σκηνή από το «Α Traveler»

Twilight Zon Σκηνή από το «Replay»

To πνεύμα του πρωτότυπου είναι εκεί όμως, με πολύ ευρείς και εμφανείς τρόπους. Οι ιστορίες που έχει συγκεντρώσει ο Πιλ στοχεύουν όλες σε κάτι βαθιά εφιαλτικό θέλοντας δίχως αμφιβολία να εξετάσουν τις πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις τους. Iσως πιο κυριολεκτικά και στενά από ό,τι η κλασική σειρά, κι εκεί εντοπίζουν την αληθινή «2019» στάμπα πάνω στο ριμέικ. Η ανάγκη για ματιές στην κοινωνία, την πολιτική και την ατομική και συλλογική ηθική δεν έπαψε ποτέ να είναι αληθινά αναγκαία φυσικά, όμως σήμερα νιώθει κανείς πως όχι μόνο κάθε νέο κομμάτι entertainment πρέπει να παίρνει θέση, αλλά -αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον- να το κάνει με τον πιο σαφή, ρητό τρόπο, σαν οι νοηματικές επιστρώσεις να είναι μια πολυτέλεια για την οποία σήμερα δεν υπάρχει χώρος ή διάθεση.

Σε αυτό το πλαίσιο, το νέο «Twilight Zone» βγάζει απόλυτο νόημα ως σημερινή ενσάρκωση ενός κλασικού -και μάλλον άτρωτου, αθάνατου- concept. Ο Τζόρνταν Πιλ κι οι συνεργάτες του φέρονται με ευλάβεια στο πρωτότυπο κείμενο, έχουν και προθέσεις και ιδέες και -κατά τόπους- ωραία εκτέλεση.

Τελικά όμως ας αναρωτηθούμε. Σε 15 χρόνια από τώρα, ποια εκδοχή του «Twilight Zone» θα είναι πιο καίρια; Και, μάλλον, άσε τα 15 χρόνια από τώρα. Το νέο «Twilight Zone» είναι τίμια, συμπαθής επανεκτέλεση αλλά, με έναν μαγικό τρόπο, το πρωτότυπο του 1959 εξακολουθεί να έχει περισσότερα να πει ακόμα και για τον σημερινό κόσμο.

To νέο «Twilight Zone» προβάλλεται στο COSMOTE CINEMA 4HD κάθε Σάββατο στις 21.00.