Η περίπτωση του Ανταμ Σάντλερ είναι αρκετά ιδιαίτερη.

Πάνω από όλα είναι ένας υπέροχος κωμικός ο οποίος έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια διπολική σχέση με το κοινό του πρωταγωνιστώντας σε μερικές αξέχαστες πραγματικά κωμωδίες, αλλά και σε μερικές (ας το πούμε όσο πιο ευγενικά μπορούμε) όχι και τόσο διασκεδαστικές. Αλλά σε τακτά χρονικά διαστήματα κάνει, αρκετά ευχάριστες, στροφές προς το δράμα και πρωταγωνιστώντας μάλιστα σε μερικές αρκετά ιδιαίτερες arthouse παραγωγές, αντλώντας πολλές στοιχεία από την κωμική του περσόνα.

Οπως και στο «Uncut Gems» ή το «Hustle», ή και παλίτερα με το «Punch-Drunk Love», και στη νέα ταινία του Netflix «Spaceman», o Σάντλερ προσπαθεί να δείξει πως μπορεί και έχει μια μεγαλύτερη γκάμα ερμηνευτικών ικανοτήτων. Τα καταφέρνει στο μεγαλύτερο βαθμό όσο βρίσκεται στο διάστημα, πριν ρίξει μια βουτιά στη γη με μια μπανάλ ιστορία για την αγάπη και για την (ανδρική) μοναξιά και αρκετές άλλες, αχρείαστες αμπελοσοφίες.

spaceman

Βασισμένη στο βιβλίο του Γιάροσλαβ Καλφάρ «Spaceman of Bohemia», η ταινία ακολουθεί τον αστροναύτη Γιάκουμπ όπου έξι μήνες μετά την ολοκλήρωση μιας μοναχικής ερευνητικής αποστολής στην άκρη του ηλιακού συστήματος, συνειδητοποιεί ότι ο γάμος που άφησε πίσω του μπορεί να μην τον περιμένει όταν επιστρέψει στη Γη. Απελπισμένος να διορθώσει τα πράγματα με τη γυναίκα του Λένκα βρίσκει αναπάντεχο σύμμαχο και βοηθό ένα μυστηριώδες πλάσμα από τις απαρχές του χρόνου που κρύβεται στα έγκατα του σκάφους του. Ο Χανούς συνεργάζεται με τον Γιακούμπ για να καταλάβουν τι πήγε στραβά πριν να είναι πολύ αργά.

Από το «Solaris» του Αντρέι Ταρκόφσκι και το «Gravity» του Κουαρόν μέχρι και τη «Διάσωση/The Martian» του Ρίντλεϊ Σκοτ και το «ΜαύρηΤρύπα/High Life» της Κλερ Ντενί, δεν είναι κάτι πρωτότυπο να βλέπουμε ταινίες οι οποίες εξελίσσονται στο διάστημα μιλώντας για την μοναξιά, την κατάθλιψη φιλοτεχνώντας ένα ιδιαίτερο ψυχογράφημα κινηματογραφημέρνο συνήθως με μια αίσθηση ρομαντικής ευαισθησίας και παραμυθένιας ατμόσφαιρας, η οποία σε στιγμές ταράσσεται από τις δυνατές πινελιές ενός απρόβλεπτου θρίλερ.

spaceman

Εδώ, ο σκηνοθέτης Γιόχαν Ρενκ (ο οποίος στο παρελθόν μας έχει δώσει την εξαιρετική μίνι σειρά «Chernobyl») δανείζεται αρκετά στοιχεία από τις ταινίες αυτές, δημιουργώντας μια ατμοσφαιρική και ολοκληρωμένη αισθητικά κινηματογραφική εμπειρία γεμάτη από ρετρο-φουτουριστικά σχέδια, η οποία καταφέρνει σε στοιχειώσει. Κι αυτή η υποβλητική ατμόσφαιρα είναι που κρατά την ταινία σε τροχιά τουλάχιστον ως την στρατόσφαιρα, κάπου ανάμεσα στην Γη και στο αχανές εκείνο διάστημα, του κινηματογραφικού της σύμπαντος.

Ο Ρενκ αρέσκεται στο να παίζει οπτικά χρησιμοποιώντας διάφορες τεχνικές για να προσδιορίσει έτσι και να κινηματογραφήσει τον εσωτερικό ψυχισμό του ήρωά του, όπως περιστρέφει την κάμερά του για να αποπροσανατολίσει ή χρησιμοποιώντας διαφορετικούς φακούς για να παραμορφώσει την πραγματικότητα. Είναι ένα είδος στυλιζαρίσματος που πετυχαίνει, αν και κάπως εύκολα, τον σκοπό του.

Αλλά ένας σκοπός χωρίς κάποιο ιδιαίτερο στόχο μοιάζει σαν να αιωρείται άσκοπα σε ένα δωμάτιο χωρίς βαρύτητα. Και αυτό γιατί το σενάριο του Κόλμπι Ντέϊ φλυαρεί μέσα στις αλληγορίες, χωρίς να υπάρχει ουσία πίσω από αυτές. Η αράχνη (στην οποία δανείζει τη φωνή του ένας διεκπεραιωτικός Πολ Ντέινο) μπορεί να είναι ή όχι αποκύημα της φαντασίας του χαρακτήρα του Σάντλερ (ο οποίος παίζει τον ρόλο με στιβαρότητα και με μια μετριασμένη ένταση), χάνει όμως την ευκαιρία, μέσα από τα πολλά και διάφορα «μιλάς με γρίφους γέροντα» γνωμικά της, να γίνει o οδηγός μας σε αυτό το ψυχολογικό και συναισθηματικό ταξίδι του ήρωα. Ενα ταξίδι που χάνει ακόμα περισσότερο τη δυναμική που από τα αχρείαστα πέρα δώθε μεταξύ του Γιάκουμπ και της συζύγου του Λένκα στη Γη.

Το «Spaceman» είναι μια από αυτές τις ταινίες που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα το καινούργιο ή το αξιωσημείωτο στο είδος αυτό, πέρα ίσως από μια ακόμα καλή ερμηνεία για το βιογραφικό του Ανταμ Σάντλερ. Υπερεξηγώντας τις σκέψεις του για την αγάπη, την ανθρωπιά και τη μοναξιά συνδυάζοντάς τα με τα μυστήρια του σύμπαντος, σε κάνει να κοιτάς τόσο το μεγαλείο του αχανούς διαστήματος όσο και της ανθρώπινης ύπαρξης όχι με δέος αλλά μάλλον με ένα άδειο βλέμμα.