Μπέλφαστ, Αύγουστος 1969. Ιστορικά, αυτό είναι το καλοκαίρι που ξεκίνησαν οι Ταραχές - οι αιματοβαμμένες συγκρούσεις μεταξύ των «ενωτικών» Προτεσταντών και των «αντιενωτικών» Καθολικών, που κράτησαν τρεις βίαιες δεκαετίες. Για τον 9χρονο Μπάντι όμως, ένα αγόρι που μεγαλώνει σε μια γειτονιά της εργατικής τάξης, αυτό είναι ένα ακόμα καλοκαίρι. Παίζει με τους φίλους του στο δρόμο, τσακώνεται με τα ξαδέλφια του για μικροπράγματα, οι γείτονες του κάνουν παρατήρηση αν φωνάζει ώρες κοινής ησυχίας, ο παππούς και η γιαγιά τον πηγαίνουν σινεμά, η μαμά κι ο μπαμπάς φωνάζουν ο ένας στον άλλον με μάτια που πετάνε σπίθες, και την επόμενη στιγμή αγκαλιάζονται και χορεύουν Van Morrison. Οδοφράγματα στήνονται στη γειτονιά, ένας κόσμος αλλάζει, αλλά το σημαντικότερο πρόβλημα είναι άλλο: πώς θα τον προσέξει η Κάθριν, η μακρομαλλούσα συμμαθήτριά του. Οχι, ο Μπάντι δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς συμβαίνει. Αλλά, ξαφνικά, θα βρεθεί απέναντι σε μία απότομη ενηλικίωση: την πιθανότητα να μετακομίσουν στην Αγγλία για να γλιτώσουν από τη βία. Κι εκείνος τι θα κάνει χωρίς τον παππού και τη γιαγιά, τα ξαδέλφια, τους φίλους, τη συμμαθήτριά του;

Ο Κένεθ Μπράνα ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει στην παιδική του ηλικία και να γράψει αυτό το αυτοβιογραφικό σενάριο, κατά τη διάρκεια του περσινού οκτάμηνου lockdown. Ειρωνικά, το ιστορικό πλαίσιο έχει σημασία, για να εξηγηθούν οι λόγοι που επέλεξε να μην εστιάσει στο ιστορικό πλαίσιο του 1969. Η μαυρίλα της πανδημίας επηρέασε την απόφασή του να αφήσει σε απόσταση, στο φόντο, τα σοβαρά πολιτικά γεγονότα της παιδικής του ηλικίας, καθοδηγώντας τον κινηματογραφικό προβολέα να ρίξει ζεστό φως στην οικογένεια, την αγάπη, τη φιλία, την αθωότητα. Τη γειτονιά όπου όλοι ξέρουν το όνομά σου, το δρόμο σου που όταν είσαι παιδί αποτελεί όλο σου τον κόσμο. Αυτό δηλαδή που έχουμε ανεπιστρεπτί χάσει.

Τα 9χρονα μάτια του Μπάντι δεν μπορούν να καταλάβουν τη σύνθετη παλέτα της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας. Κοιτούν τι συμβαίνει στη ζωή του σε άσπρο/μαύρο. Τα 60χρονα ακροδάχτυλα ενός έγκλειστου λόγω Covid ενήλικα, δεν πληκτρολογούν τις παιδικές μνήμες με αυστηρές, κυριολεκτικές αποχρώσεις. Αποδέχονται την εξιδανίκευση του ασπρόμαυρου που, επιπλέον, η νοσταλγία το περνάει από τόσα φίλτρα ώστε να φτάνει σε σένα τρυφερό, βελούδινο.

Το πιστεύουμε: είναι ξεκάθαρη επιλογή του Μπράνα το feel good. Δεν του ξέφυγε, δεν παρέλειψε, δεν ήθελε κάτι άλλο. Με τον ελληνικής καταγωγής Χάρι Ζαμπαρλούκο στη φωτογραφία να τρίβει με γυαλόχαρτο κάθε κάδρο ώστε η εικόνα, ακόμα και των συμπλοκών, να αποτυπώνεται λαμπερά, έντονα, γοητευτικά, ο Μπράνα στήνει την κάμερα στην παιδική του γειτονιά με τρόπο που όλα τα πλάνα ξεχειλίζουν από αγάπη για κάτι που χάθηκε, αλλά ζει έντονα στην καρδιά του. Ακόμα και η ενοχή γιατί εκείνοι έφυγαν, αλλά άλλες οικογένειες έμειναν πίσω.

Το «Belfast» είναι ένα κινηματογραφικό παραμύθι, η πασπαλισμένη με κλεμμένα ζαχαρωτά από τον μπακάλη αφήγηση των μεγάλων στο τέλος του οικογενειακού τραπεζιού για τα παλιά τα χρόνια που ήταν καλύτερα (δεν ήταν ποτέ) κι αθώα (δεν ήταν ποτέ).

Ναι, αυτή η αφέλεια δεν είναι ρεαλιστική και μπορεί, δικαιολογημένα, να εκνευρίσει έναν πολιτικοποιημένο θεατή. Ο Μπράνα δεν νοιάζεται. Εχει εμπιστοσύνη ότι τα φίλτρα του φακού του θα βουρκώσουν και τα δικά μας. Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να αντισταθεί στη χημεία των υπέροχων Κατρίνα Μπαλφ και Τζέιμι Ντόρναν (είτε τσακώνονται, είτε χορεύουν), στη φακιδομύτικη φάτσα του Τζουντ Χιλ και σε μία ταινία ερωτικό γράμμα για μια πόλη κι έναν εαυτό που δεν υπάρχει πια.

Περάστε από τα οδοφράγματα αυτής της γειτονιάς τσεκάροντας τον κυνισμό σας στην πύλη. Και δυναμώστε τον Van Morrison.