IDFA 2015: Αναζητώντας απεγνωσμένα το πραγματικό

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 06 DEC 2015  /  Contributor

H Γκέλυ Μαδεμλή βρέθηκε στο μεγαλύτερο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ στον κόσμο και μέσα σε δέκα ημέρες προσπάθησε να ανακαλύψει τι είναι αυτό που κάνει την πραγματικότητα την πιο πλούσια μορφή μυθοπλασίας.

«Αν η πραγματικότητα δεν είναι με το μέρος μας, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα»: ένα σλόγκαν που βλέπουμε γραμμένο στον τοίχο των Εξαρχείων γίνεται raison d’ etre σ’ ένα φεστιβάλ που έχει στόχο τη συμπυκνωμένη αναπαράσταση της παγκόσμιας «πραγματικότητας» σε δέκα ημέρες, είκοσι (τουλάχιστον) αίθουσες, εκατοντάδες προβολές και διάφορες ψηφιακές και αναλογικές πλατφόρμες.

Το IDFA (International Documentary Film Festival Amsterdam/Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ του Aμστερνταμ) έχει με το μέρος του την πραγματικότητα και το ξέρει – ακόμα κι αν αυτή η πραγματικότητα είναι σκοτεινή, ερμητική και ανεξέλεγκτη, βρίσκει τρόπο να τη χειριστεί και να τη φωτίσει. Κι αν αναγνωρίζεται διεθνώς ως μία από τις μεγαλύτερες διοργανώσεις του είδους της, αν μη τι άλλο και για την ανθηρή «αγορά» του Φεστιβάλ (με τον εύγλωττο τίτλο Docs For Sale), φροντίζει να οργανώνει μικρότερες, σχεδόν ανεπίσημες «εστίες» που επιτρέπουν την άμεση επαφή ανάμεσα στους σκηνοθέτες, τους επαγγελματίες του χώρου και το πολυάριθμο κοινό του (ακόμα και πρωινά με κρουασάν και καφέ με τους καλεσμένους).

Στις δέκα αυτές ημέρες, από τις 16 έως τις 27 Νοεμβρίου, είδαμε κομμάτια της πραγματικότητας από τα οποία αποστρέφουμε συχνά το βλέμμα, είδαμε σκηνοθέτες να κοιτούν κατάματα τα «talking heads» τους, είδαμε τα 10 αγαπημένα ντοκιμαντέρ του Eρολ Μόρις (που ήταν ο επίσημος καλεσμένος του Φεστιβάλ), είδαμε μια διαφορετική, «διευρυμένη» πραγματικότητα μέσα από ειδικά γυαλιά.

Με τα λόγια του Eρολ Μόρις, «ο λόγος για τον οποίο αγαπά κανείς τα ντοκιμαντέρ, αν τα αγαπάει (έστω, όταν νομίζει πως τα αγαπάει) είναι γιατί μας αναγκάζουν να δούμε τη σχέση ανάμεσα στον κινηματογράφο και τον έξω κόσμο). Τα ντοκιμαντέρ δεν μας δίνουν την πραγματικότητα, όσο κι αν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που το πιστεύουν αυτό. Αλλά μας αναγκάζουν να σκεφτούμε τι είναι πραγματικό και τι όχι... αυτή τη λεπτή διαχωριστική γραμμή».

IDFA 2015 H αίθουσα του Pathé Tuschinski

Μέσα στους κινηματογράφους, ο αφρός των ημερών: εκπαιδευμένοι θεατές καθισμένοι σε αίθουσες υψηλών προδιαγραφών – το ίδιο το state-of-the-art του μέσου, του περιεχομένου και της τεχνολογίας του. Eξω από τις αίθουσες, μια απροσδιόριστη ανησυχία για τη νέα εποχή στην Ευρώπη, που – όπως και πολλά πράγματα στην Ολλανδία – παραμένει υπόγεια, άρα σχεδόν αμελητέα.

Οι χώροι διεξαγωγής του Φεστιβάλ είναι οι ίδιοι εδώ και χρόνια, σε ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους, με κέντρο τη μεγάλη αίθουσα του Pathé Tuschinski. Το θέατρο Αρτ Ντεκό ρυθμού χτίστηκε το 1921 από έναν Εβραίο αυτοδίδακτο ράφτη, που ήθελε μ’ αυτήν την ανάθεση να βγάλει μερικά χρήματα για να φύγει στην Αμερική, αλλά δεν πρόλαβε να ζήσει την επιτυχία του χώρου, καθώς o ίδιος και όλη του η οικογένεια δολοφονήθηκε από τους Ναζί. Eκτοτε, θρυλικές φιγούρες όπως οι Τζούντι Γκάρλαντ, Ντίζι Γκιλέσπι, Εντίτ Πιάφ, μεταξύ άλλων, εμφανίστηκαν επί σκηνής – στην ίδια σκηνή που φιλοξενεί σήμερα τα extended q&as με τους σκηνοθέτες του IDFA σε προγραματισμένες προβολές. Σε ακτίνα μικρότερη του ενός χιλιομέτρου, το σινεμά De balie, πρώην αστικές φυλακές, προβάλλει art-house ντοκιμαντέρ όλο τον χρόνο, αλλά στα μέσα Νοεμβρίου έχει την τιμητική του. Συνολικά 255.000 εισιτήρια κόπηκαν αυτές τις δέκα ημέρες, ενώ διαπιστεύτηκαν 3.271 επισκέπτες (100 περισσότεροι από το 2014).

Don Juan Don Juan

Στα διαγωνιστικά τμήματα του φεστιβάλ, τα βραβεία μοιράστηκαν σε ταινίες μάλλον «χαμηλότονες». Σε ό,τι αφορά τις σημαντικότερες κατηγορίες, στην κατηγορία για το καλύτερο μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ, το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στον Πολωνό Jerzy Sladkowski και το «Don Juan», μια ταινία που εκτυλίσσεται σε μια νευρολογική κλινική στην επαρχία της χώρας του και φανερώνει δύο κρυφούς ήρωες. Ο σκηνοθέτης εξήγησε πως όταν πρωτοεπισκέφτηκε την κλινική με τον διευθυντή φωτογραφίας του, ο τελευταίος τού εξήγησε πως η κάμερα μοιάζει να σταματά από μόνη της σ’ ένα πρόσωπο, σ’ ένα αγόρι που μοιάζει διαφορετικό από τα άλλα. Ο 22χρονος Όλεγκ, που πάσχει από αυτισμό, αδυνατεί να βρει τη θεραπεία σε συμβατικές μεθόδους και καταφεύγει (με την παρότρυνση της μητέρας του) στο παιχνίδι και την τέχνη. Το μεγάλο βραβείο της επιτροπής απέσπασε το (απολαυστικό) «Ukranian Sheriffs», μια ταινία για την καθημερινότητα δύο χωροφυλάκων σ’ ένα χωριό της Ουκρανίας που θα μπορούσε να είχε γυρίσει ο Aκι Καουρισμάκι. Το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη κέρδισε δικαίως μια κολεκτίβα: οι Salome Machaidze, Tamuna Karumidze και David Meskhi είναι μέλη της ομάδας Goslab που έχει τον τρόπο να αποτυπώσει τη ζωή της αντι-κουλτούρας στη Γεωργία και να πλησιάσει σκέιτερ, μουσικούς του δρόμου και καλλιτέχνες που παραμένουν εκ πεποιθήσεως εκτός νυμφώνος στο «When the Earth Seems to Be Light». Ο Roman Bondarchuk κέρδισε το ειδικό βραβείο της επιτροπής στην ίδια κατηγορία για το «Roundabout in my Ηead», ίσως την ωραιότερη ταινία που έχει γυριστεί ποτέ σε σφαγείο, συνδέοντας την καθημερινότητα ενός τέτοιου χώρου στο Αλγέρι με την αραβική άνοιξη, και χτίζοντας την αφήγηση με όσα είναι «γραμμένα» πάνω στην ίδια τη σάρκα.

Sonita Sonita

Oσο για το βραβείο κοινού, αυτό απονεμήθηκε (όπως ήταν επόμενο) στο Sonita της Rokhsareh Ghaem Maghami, ένα ντοκιμαντέρ–one-girl-show για ένα έφηβο κορίτσι από το Αφγανιστάν που ονειρεύεται να γίνει... ράπερ, γράφει τη δική της μουσική, αψηφά τη συντηρητική οικογενειακή παράδοση που την θέλει παντρεμένη στα δεκάξι της, και ζητά (και δέχεται) τη βοήθεια δύο αποφασισμένων γυναικών του περιβάλλοντός της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα «ερολμορισικού» τρόπου γραφής, το ντοκιμαντέρ γίνεται μοχλός για την εξέλιξη της προσωπικής ιστορίας του βασικού χαρακτήρα του, μετά από την απόφαση της σκηνοθέτιδας να βοηθήσει οικονομικά τη Sonita (ακούγεται σαν κάτι μουσικό, αλλά στη γλώσσα της σημαίνει «χελιδόνι») και να φανερώσει το καλλιτεχνικό και ηθικό της δίλημμα on camera. Μετά από την (παγκόσμια) πρεμιέρα της ταινίας, η MC Sonita τραγούδησε στο κατάμεστο Tuschinski (μια πρόγευση από το viral video που της άλλαξε τη ζωή, εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=-O2rQHzh0jY)

Next Stop Utopia Next Stop Utopia

Στο επίσημο πρόγραμμα του φεστιβάλ βρέθηκε μόνο μια ταινία, αλλά σε περιόπτη θέση: το «Next Stop: Utopia» του Απόστολου Καρακάση έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα, παρουσιάζοντας τη σύνθετη όψη της ελληνικής πραγματικότητας, εστιάζοντας στο εγχείρημα της ΒΙΟ.ΜΕ. στη Θεσσαλονίκη, το εργοστάσιο δομικών υλικών που μετά τη χρεοκοπία του καταλήφθηκε και λειτουργεί από μια ομάδα εργατών του, ως ενδεικτικό της εποχής μας. Η ταινία παρακολουθεί την πορεία προς την αυτοδιαχείριση από την πρώτη ημέρα της κατάληψης μέχρι και πρόσφατα, και μετά την αλλαγή της κυβέρνησης που, παρά τις υποσχέσεις της για προσαρμογή του νομικού πλαισίου, δεν έχει προβεί σε μεταρρυθμίσεις. Ο Καρακάσης καλύπτει άριστα το θέμα του, πλησιάζοντας και τις δύο πλευρές, δηλαδή ακόμα και την ιδιοκτήτρια του εργοστασίου, χωρίς να κρύβει τα προβλήματα και αντινομίες χάριν ενός μεγαλύτερου μηνύματος. Επίσης, ως ευφάνταστος και ικανός συζητητής, χειρίστηκε τεχνηέντως τις γενικόλογες ερωτήσεις περί «κρίσεως» στις συζητήσεις μετά την προβολή, τονίζοντας τη δύναμη και τη γοητεία του συγκεκριμένου. Σημειωτέον, ευχαρίστησε τους φοιτητές του που τον εισήγαγαν στο θέμα, λησμονώντας κάποια βιντεάκια στην επιφάνεια εργασίας των υπολογιστών του εργαστηρίου – πράγμα σπάνιο στους κύκλους των πανεπιστημιακών. Στο δρόμο για το αεροδρόμιο, ο Καρακάσης έκανε μια στάση στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου (που σήμερα είναι διαθέσιμες για να φιλοξενήσουν πρόσφυγες). Στην έξοδό μας από την προβολή, μας περίμεναν σαπούνια δια χειρός της ομάδας, έναντι λίγων ευρώ.

No Home Movie No Home Movie

Ενα τμήμα του φεστιβάλ με τον τίτλο «Masters» απαρτίζεται από ταινίες του «βαρέως πυροβολικού» της παγκόσμιας παραγωγής – κι έτσι κάθε επιλογή από τη λίστα είναι εγγυημένη. Είδαμε το «In Transit», την τελευταία ταινία που γύρισε ο Albert Maysles μαζί με άλλους τέσσερις νέους σκηνοθέτες, βάζοντας κρυφές κάμερες σ’ ένα τρένο της γραμμής που συνδέει το Σικάγο με το Σηάτλ – αν μη τι άλλο, αυτός ο πρωτοπόρος ήξερε πως το τρένο είναι η πιο προσφιλής μεταφορά για το σινεμά. Είδαμε την τελευταία ταινία της Chantal Akerman για τις τελευταίες ημέρες ζωής της μητέρας της, το «No Home Movie», που φωτίζεται διαφορετικά δύο μήνες μετά την αυτοκτονία της σκηνοθέτιδας. Είδαμε το «Under the Sun» του Vitaly Mansky, γυρισμένο εξ ολοκλήρου στη Βόρειο Κορέα, που υιοθετεί μια απίστευτη μέθοδο, όχι με κρυφές κάμερες (όπως συνηθίζεται στα ντοκιμαντέρ με το ίδιο θέμα), αλλά με την έγκριση των βορειοκορεατών αξιωματούχων που υπερέβαλλαν εαυτόν για να δείξουν στον επισκέπτη κινηματογραφιστή τα καλά της πατρίδας τους, αγνοώντας το πόσο τρομακτικά γελοίες φαίνονται οι οδηγίες τους στον έξω κόσμο.

Over the Years Over the Years

Είδαμε και το «Over the Years» του Αυστριακού Nikolaus Geyrhalter, που με την αρμονία των στατικών του πλάνων μπορεί να κάνει ποιητική ακόμα και μια συνηθισμένη συνέντευξη εργατών ενός εργοστασίου υφασμάτων σε μια μουντή περιοχή της χώρας. Στην ενότητα «Best of Fests» συναντήσαμε ταινίες που ήδη είχαν μαζέψει διακρίσεις σε άλλα φεστιβάλ, όπως συνέβη με το «Erotica, Exotica, etc.» της Ευαγγελίας Κρανιώτη, και μας περίμεναν δύο μεγάλες εκπλήξεις. Το «Among the Believers» των Hemal Trivedi και Mohammed Ali Naqvi, μπαίνει στις τάξεις των εξτρεμιστών που έστησαν το σχολείο του «Κόκκινου Τζαμιού» στο Πακιστάν, που πρόσφερε στέγη και τροφή σε μικρούς μαθητές που αναβαπτίζονται με τα νάματα μιας ρητορικής μίσους, μελετώντας από νωρίς ένα διεστραμμένο αλφαβητάρι, έτοιμοι να γίνουν ανήλικοι στρατιώτες.

Lust and sound B-Movie: Lust and Sound in West Berlin 1979-1989

Στο «Flotel Europa» ο Vladimir Tomic αφηγείται την ιστορία ενηλικίωσής του, που συντελέστηκε οριστικά σ’ ένα τεράστιο πλοίο στο λιμάνι της Κοπεγχάγης που στέγασε χίλιους Βόσνιους πρόσφυγες του Γιουγκοσλαβικού εμφυλίου πολέμου: το πρωτογενές οπτικό υλικό είναι πλάνα από κασέτες VHS που χρησιμοποιούσαν οι τρόφιμοι για να στείλουν βιντεο-μηνύματα στις οικογένειές τους στα σπίτια τους. Όσο για το «A German Youth» από την ίδια ενότητα (ένα μάλλον ρομαντικό, ωραιοποιημένο ντοκιμαντέρ, γυρισμένο εξ ολοκλήρου με πλάνα αρχείου από τη Γερμανία της δεκαετίας του ‘50 και τις πρώτες εμφανίσεις των Αντρέας Μπάαντερ και Ούλρικε Μάινχοφ στα διεθνή μίντια, μέχρι τη γένεση της οργάνωσης), αυτό βλέπεται καλύτερα ως πρελούδιο του «B-Movie: Lust and Sound in West Berlin 1979-1989», που μας καθιστά μάρτυρες μιας από τις πιο συναρπαστικές εποχές στην ιστορία της σύγχρονης κουλτούρας. Αν αυτός ο ρόλος του «ψευδούς» αυτόπτη μάρτυρα είναι ο στόχος κάθε φεστιβάλ ντοκιμαντέρ, ίσως τότε να είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για την πραγματικότητα.

IDFA 2015

Διαβάστε ακόμη:

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.