Zama

της Λουκρέσια Μαρτέλ

ΚΡΙΤΙΚΗ 02 JAN

9 στα 10

H νέα ταινία της μεγάλης κυρίας του αργεντίνικου σινεμά τη βρίσκει για πρώτη φορά στα αχαρτογράφητα νερά του ιστορικού έπους με μια προσωπική, αινιγματική, πανέμορφη ταινία που χρειάστηκε μια δεκαετία για να ολοκληρώσει.

H Λουκρέσια Μαρτέλ, αν και άδικα κι ελάχιστα γνωστή στη χώρα μας, είναι μια από τις πιο ιδιόμορφες και sui generis δημιουργούς παγκοσμίως. Με τρεις μόλις ταινίες στο ενεργητικό της, η αφαιρετικότητα και η πολυσημία των οποίων της χάρισαν την αναγνώριση, αλλά και την αμηχανία ως προς την προσέγγιση του έργου της, και μια παύση που κράτησε για μια ολόκληρη σχεδόν δεκαετία, για την οποία σύμφωνα με τις φήμες ευθύνεται η σκληρή μάχη με την επάρατη νόσο από την οποία ευτυχώς βγήκε θριαμβεύτρια, η σκηνοθέτης από την Αργεντινή επέστρεψε (επιτέλους) φέτος με το «Zama», την τελευταία της ταινία, μετά από μια τόσο μακρινή απουσία και με την πιο φιλόδοξη μέχρι σήμερα δημιουργία της.

Το αποτέλεσμα δε θα μπορούσε παρά να διχάσει και να είναι τόσο μαγευτικά αταξινόμητο, ώστε να δικαιώσει για άλλη μια φορά τους θαυμαστές του έργου της, αλλά να αφήσει όλους τους υπόλοιπους θεατές με την απορία τι παρακολούθησαν μόλις.

Βασισμενο για πρώτη φορά σε λογοτεχνική πηγή και μάλιστα σε ένα από τα αριστουργήματα της αργεντινικής γραμματείας του 20ου αιώνα, το ομότιτλο (κι αμετάφραστο στη χώρα μας) βιβλίο του Αντόνιο Ντι Μπενεντέτο, αφηγείται (λέξη περιοριστική για την αφηγηματική ρευστότητα της Μαρτέλ) την ιστορία του Ντον Ντίεγο ντε Ζάμα, ενός ανώτερου δικοικητικού και δικαστικού υπαλλήλου του Ισπανικού Στέμματος, εντεταλμένου στην Αντιβασιλεία του Ρίο Ντε Λα Πλάτα, μια τεράστια έκταση στη Νότια Αμερική, η οποία στα τέλη του 18ου αιώνα συμπεριλάμβανε την Αργεντινή, την Ουρουγουάη, τη Βολιβία και την Παραγουάη, ο οποίος μετατίθεται στη βαλτώδη και πνιγηρή Ασουνσιόν, μακριά από την οικογένειά του και τον πολιτισμό, κολλημένος στην κυριολεξία σε ένα βαλτωμένο τοπίο. Το μόνο που ονειρεύεται είναι μια μετάθεση που μοιάζει να μην έρχεται ποτέ.

Αν και πιστή στο πρωτογενές υλικό της, της αποσπασματική κι επεισοδιακή δομή του οποίου ενστερνίζεται, η Μαρτέλ χρησιμοποιεί την ιστορία του Ντιέγκο ντε Ζάμα για να πλάσει ένα δικό της, ολότελα προσωπικό παλίμψηστο και να στήσει ένα συγκλονιστικής ομορφιάς σύμπαν, στο οποίο ξεδιπλώνει την υπαρξιακή αγωνία ενός ανθρώπου που προσπαθεί απελπισμένα να βρει νόημα μέσα σε ένα πνιγηρό περιβάλλον, καταλήγει όμως να χάνει τον εαυτό του κατακερματισμένος και ανερμάτιστός. Ο Ζάμα είναι ένας Μπάρι Λίντον βγαλμένος από την πένα του Σάμουελ Μπέκετ, ένας μόνο κατ’ επίφαση χαρακτήρας εποχής, αλλά ουσιαστικά ένας προάγγελος του σύγχρονου ανθρώπου που ψάχνει να βρει τη θέση του μέσα στις συμβάσεις του πολιτισμένου κόσμου, αλλά καταλήγει στην αλλοτρίωση και τον παραλογισμό.

Ο τρόπος με τον οποίο η Μαρτέλ χρησιμοποιεί τους ασφυκτικούς κλειστούς χώρους σε αντίθεση και συμβολική αντιπαράθεση με το αχανές φυσικό τοπίο είναι απαράμιλλος. Στους πρώτους συνθέτει περίτεχνα tableaux vivants στα οποία τα λεπτομερώς καδραρισμένα ανθρώπινα σώματα υποδηλώνουν όλους τους ταξικούς και φυλετικούς περιορισμούς και τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Στον ανοιχτό ορίζοντα, από την άλλη, αφήνει τους ήρωές της να παραδοθούν να απελευθερωθούν από τα δεσμά που τους καταπιέζουν, με μια μανία, της οποίας η μεγαλειώδης οπτική αποτύπωση θυμίζει τις αριστουργηματικές δημιουργίες του Βέρνερ Χέρτσογκ. Oλες όμως οι αισθητικές επιρροές δεν αναιρούν στο ελάχιστο τη μοναδικότητα του οράματος της Μαρτέλ, που ακομα και στην παρθενική της προσέγγιση στο είδος του ιστορικού δράματος εποχής, φτιάχνει μια ολότελα προσωπική ταινία, πιστή στο δικό της υπαινικτικό κι εγκεφαλικό ύφος και φτιαγμένη για δυνατούς κι υπομονετικούς λύτες, που δεν πιστεύουν στην παντοδυναμία της δικής τους ερμηνείας.

Το «Zama» είναι ένα marche funebre για το τέλος του ανθρώπινου πολιτισμού και την άνευ όρων παράδοση του ακρωτηριασμένου (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ανθρώπου στη φυσική κατάσταση και το ορμέμφυτο, το οποίο ίσως από την άλλη να αποτελεί και τη μόνη διέξοδο προς την ελευθερία. Το σινεμά της Μαρτέλ δεν δίνει ποτέ απαντήσεις, αλλά αφήνει μέσα από τις ελλειπτικές, αλλά αισθητικά άψογες εικόνες του, ήρωες και θεατές μετέωρους κι υπνωτισμένους να αποφασίσουν αν και πόσο θέλουν να προσεγγίσουν και να αποκωδικοποιήσουν ένα έργο αινιγματικό κι απροσπέλαστο, αλλά σε κάθε περίπτωση γοητευτικό και πανέμορφο.

Που Παίζεται

Δες τις αίθουσες

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας.