Συνέντευξη

Η Κωστούλα Τωμαδάκη αφιερώνει στις ξεριζωμένες «μητέρες του σταθμού» και την ηρωική τους πάλη

στα 10

Η διαπρεπής πεζογράφος και αρθρογράφος μιλά στο Flix ως «επαναπατρισμένη» σκηνοθέτης για το νέο της ντοκιμαντέρ που βγαίνει στις αίθουσες στις 22 Φεβρουαρίου.

Η Κωστούλα Τωμαδάκη αφιερώνει στις ξεριζωμένες «μητέρες του σταθμού» και την ηρωική τους πάλη

Μετανάστριες πρώτης γενιάς αφηγούνται στην κάμερα τον μονόδρομο της ξενιτιάς και την πολλαπλότητα των ρόλων τους στο άγνωστο. Εν προκειμένω τη Γερμανία, που τα χρόνια του ’60 και του ’70 υπήρξε η γη της επαγγελίας για χιλιάδες φτωχικές οικογένειες αγροτικών κυρίως περιοχών από τη Βόρειο Ελλάδα. Οι μαρτυρίες τους, όπως και εκείνες των χαμένων ανάμεσα σε δύο πατρίδες παιδιών τους, συνιστούν την προφορική Ιστορία των «γκασταρμπάιτερ» στη «Μητέρα του Σταθμού», το ντοκιμαντέρ της Κωστούλας Τωμαδάκη που φθάνει στις αίθουσες στις 22 Φεβρουαρίου, κι ενώ συνεχίζει τα διεθνή του ταξίδια μετά από 1,5 χρόνο συμμετοχών και διακρίσεων σε πάνω από 20 φεστιβάλ.

Χαμένη κι εκείνη μέσα στον φεστιβαλικό κύκλο -και λογικό. Η βραβευμένη μικρομηκού των τελών του ’80 και μετέπειτα σκηνοθέτης του «Πες Πως Μ’ Αγαπάς» (1997) και πολλών τηλεοπτικών φιλμ και ντοκιμαντέρ, είχε να πιάσει κάμερα χρόνια. Αρθρογράφος στον Τύπο από τα νεανικά της κιόλας χρόνια και καταξιωμένη συγγραφέας εφηβικών αφηγημάτων εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες, δε θα πίστευε ποτέ πως η επιστροφή της στον κινηματογράφο θα συνοδευόταν από τέτοια υποδοχή. Ιδού τί μας είπε για το comeback της και τις «μητέρες» της νέας της δουλειάς.

Η Μητέρα του Σταθμού

μητέρα

Πόση έρευνα χρειάστηκε για να καταλήξετε στις πρώτης γενιάς μετανάστριες που επιλέξατε για την ταινία;

Εχουν περάσει αρκετές δεκαετίες από κείνες τις εικόνες του αποχαιρετισμού, όταν χιλιάδες Ελληνίδες αποχαιρέτισαν τους δικούς τους και πήραν το τρένο ή το καράβι για να φτάσουν στις φάμπρικες της Γερμανίας. Ξεκίνησα να ψάχνω στα επίσημα αρχεία της ιστορίας, σε ντοκιμαντέρ και εκπομπές με Έλληνες μετανάστες. Διαπίστωσα, σχετικά γρήγορα, ότι πουθενά δεν υπήρχαν γυναίκες, λες και ήταν αόρατες. Ωστόσο γύρω μου, στη γειτονιά μου, στο σχολείο που πήγαινα, υπήρχαν ένα, δυο παιδιά μεταναστών που οι γονείς τους ήταν στη Γερμανία και αυτά έμεναν με τις γιαγιάδες και τους θείους. Άρχισα να ξετυλίγω το νήμα από την αρχή για να φτάσω με την βοήθεια φίλων και γνωστών στα χωριά της Βορείου Ελλάδας, απ’ όπου τη δεκαετία του `60, λόγω της φτώχειας, οι άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στη Γερμανία. Σχεδόν πέντε χρόνια κράτησε η έρευνα, τα ταξίδια για να βρω και να μιλήσω με τις μετανάστριες της πρώτης γενιάς.

Κατά πόσο ευγνώμονες είναι σήμερα για την ευκαιρία που τους δόθηκε να φτιάξουν τη ζωή τους σε έναν ανεπτυγμένο όσο και ξένο τόπο και κατά πόσο αμφίθυμες;

Για τις περισσότερες, η μετανάστευση ήταν μονόδρομος γιατί ήθελαν ένα καλύτερο μέλλον για εκείνες και τα παιδιά τους. Η έκπληξη για μένα, και ειλικρινά δεν το περίμενα, ήταν που με υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκαλιές, λες και είχαμε όλα αυτά τα χρόνια ένα μυστικό ραντεβού, να μιλήσουμε για εκείνα τα χρόνια. Ήμαστε μέσα στην πανδημία, είχαμε αναγκαστικά σταματήσει τα γυρίσματα, κι εκείνες αδημονούσαν να βρεθούν μπροστά στον φακό για να πουν την ιστορία τους.

Βλέπουμε πως η συντήρηση της ελληνικότητας ήταν κοινός τόπος για όλες τις παλιές εκείνες μετανάστριες. Πιστεύετε πως ισχύει και για τους νέους οικονομικούς μετανάστες της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας τού σήμερα;

Οι γυναίκες που μετανάστευσαν την δεκαετία του ‘60 και του ‘70 στη Γερμανία, στο πίσω μέρος του μυαλού τους είχαν την πεποίθηση ότι θα ήταν κάτι προσωρινό, για μερικά χρόνια, και κάποια στιγμή θα επέστρεφαν στην Ελλάδα. Ήθελαν πάση θυσία να μορφωθούν τα παιδιά τους, να μάθουν ελληνικά, και επειδή σε κάποιες πόλεις δεν υπήρχαν σχολεία, αναγκάζονταν μετά τη βάρδια να κάνουν χιλιόμετρα για να πάνε τα παιδιά τους στο ελληνικό σχολείο. Ναι, μού έκανε εντύπωση ότι και νέες μετανάστριες, μορφωμένες με εξαιρετικές σπουδές, που επέλεξαν να ζήσουν και να δουλέψουν στη Γερμανία, ήθελαν οπωσδήποτε τα παιδιά τους που γεννήθηκαν εκεί να μάθουν την ελληνική γλώσσα και να αγαπήσουν κάθε τι ελληνικό.

Οι ιστορίες έρχονται και σε βρίσκουν. Στη σκηνοθεσία επανέρχομαι κάθε φορά που θα μου κινήσει κάτι το ενδιαφέρον. Μια εικόνα, ένα βιβλίο, κάποιο πρόσωπο ή βλέμμα. Μου αρέσει το ντοκιμαντέρ ως γραφή γιατί ως σκηνοθέτης περιορίζεις τα πάντα στα απολύτως απαραίτητα, και από την άλλη δίνεις την δυνατότητα σε καθημερινούς ανθρώπους, στις γυναίκες της διπλανής πόρτας, να πουν κατευθείαν την ιστορία τους μπροστά στον φακό.»

μητέρα

Σε τί ποσοστό Έλληνες μετανάστες της οικονομικής κρίσης του 2010 έχουν ήδη αρχίσει να επιστρέφουν στην Ελλάδα;

Από την έρευνα που έκανα διαπίστωσα ότι χιλιάδες Έλληνες με πτυχία και μεταπτυχιακά συνεχίζουν να εργάζονται και να ζουν με τις οικογένειες τους στο εξωτερικό. Για να επιστρέψουν, θα πρέπει να βρουν στην Ελλάδα το κατάλληλο εργασιακό περιβάλλον που αυτή την στιγμή δεν υπάρχει. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε σαν χώρα είναι να τους δείξουμε ότι τους έχουμε ανάγκη για την ανάπτυξη, ότι η πατρίδα τους νοιάζεται.

Η φιλμογραφία σας δείχνει πως επανέρχεστε αραιά και που στην σκηνοθεσία. Είναι επιλογή σας ή μήπως συνθήκη που επιβάλλει η τακτική ενασχόληση με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία;

Οι ιστορίες έρχονται και σε βρίσκουν. Στη σκηνοθεσία επανέρχομαι κάθε φορά που θα μου κινήσει κάτι το ενδιαφέρον. Μια εικόνα, ένα βιβλίο, κάποιο πρόσωπο ή βλέμμα. Μου αρέσει το ντοκιμαντέρ ως γραφή γιατί ως σκηνοθέτης περιορίζεις τα πάντα στα απολύτως απαραίτητα, και από την άλλη δίνεις την δυνατότητα σε καθημερινούς ανθρώπους, στις γυναίκες της διπλανής πόρτας, να πουν κατευθείαν την ιστορία τους μπροστά στον φακό.

Η Μητέρα του Σταθμού

Η Μητέρα του Σταθμού

Γιατί επιλέξατε το είδος του εφηβικού και νεανικού μυθιστορήματος ως πεζογραφική σας αιχμή;

Γράφω ωθούμενη από τον δικό μου εσωτερικό κόσμο, έναν κόσμο που δεν έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με την παιδική ή την εφηβική ηλικία. Κρατώντας μέσα μου τις ανησυχίες που είχα σαν έφηβη, μπορώ να μεταγγίσω μέσα από τα βιβλία μου μηνύματα και αξίες, στάσεις μιας προσωπικής εμπειρίας, σε άτομα που τώρα διανύουν αυτή την περίοδο, έχουν τις ίδιες ανησυχίες και βιώνουν τα ίδια συναισθήματα. Συχνά σκέφτομαι ότι ίσως η δικιά μου εφηβεία παραμένει στην ψυχή μου, δεν έχει ναρκωθεί. Και θυμάμαι την έφηβη, τα όνειρα και τις αγωνίες της. Και αυτό ήθελα και θέλω να το κάνω λογοτεχνία, να επικοινωνήσω και να μοιραστώ τα όνειρα και τις ανησυχίες της εφηβείας.

Παρακολουθείτε ελληνικό σινεμά; Τί βρίσκετε ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια σε αυτό και τί θα λέγατε πως λείπει;

Αγαπάω τις ταινίες και βγαίνω άλλος άνθρωπος από την σκοτεινή αίθουσα. Νομίζω, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να μιλήσει στον θεατή και είναι αυτή η εξωστρέφεια που τόσο πολύ χρειάζονται οι ελληνικές ταινίες, αυτή η επικοινωνία, να βγαίνουν οι θεατές από την αίθουσα και να τους ακολουθεί για μέρες η ταινία.

Τώρα που η ταινία σας ταξιδεύει σε ποικίλα φεστιβάλ διεθνώς, προκύπτουν ευκολότερα κινηματογραφικά σχέδια για το άμεσο μέλλον;

Νιώθεις βαθιά ευγνωμοσύνη όταν η ταινία σου προβάλλεται σε ένα φεστιβάλ στην άλλη άκρη του κόσμου, όπως στην Ινδία ή την Αμερική και την Αυστραλία. Δεν μπορούσα να φανταστώ την τόσο θερμή ανταπόκριση του κοινού, ούτε τα βραβεία. Και είναι αυτά τα μηνύματα, τα σχόλια, τα χαμόγελα, το σφίξιμο του χεριού που μου δίνουν μια τεράστια δύναμη να μπορώ να συνεχίσω να κάνω σινεμά.

Η Μητέρα του Σταθμού