Συνέντευξη

Ντέιβιντ Μακένζι: Είμαι ένας ξαναγεννημένος ρεαλιστής

στα 10

Ο σκηνοθέτης του «Γροθιές στους Τοίχους», μιλά στο flix για το πως μπορείς να κάνεις μια ταινία που να είναι λιγότερο σινεμά και περισσότερο εμπειρία.

Ντέιβιντ Μακένζι: Είμαι ένας ξαναγεννημένος ρεαλιστής

Από το «Young Adam» και το «Hallam Foe», μέχρι το «Spread» και το πρόσφατο «How I Live Now», o Ντέιβιντ Μακένζι είναι αναμφίβολα ένας σκηνοθέτης που δεν φοβάται να δοκιμάσει διαφορετικά είδη και διαφορετικές προσεγγίσεις στην κινηματογραφική του γλώσσα. Ενας από εκείνους τους κινηματογραφιστές που δεν μπορείς να κατατάξεις εύκολα σε ένα είδος, να περιγράψαμε με λίγες λέξεις το σινεμά του. Και ίσως το μόνο που ενώνει το «Γροθιές στους Τοίχους» με τις προηγούμενες ταινίες του, είναι το γεγονός πως όπως κάθε άλλη πριν από αυτή, δεν μοιάζει με καμιά απ΄αυτές που έχει κάνει. Μιλήσαμε με τον χαμαιλεοντικό Βρετανό σκηνοθέτη, θέλοντας να μάθουμε πως προέκυψε το νέο του φιλμ.

Τι σας έκανε να θέλετε να γυρίσετε μια ταινία φυλακής; Ισως η ευκαιρία να δοκιμάσετε για μια ακόμη φορά κάτι εντελώς διαφορετικό;

Υπάρχει λόγος που οι ταινίες φυλακής, όταν γίνονται σωστά, είναι τόσο έντονες και αποτελούν ένα είδος που έβρισκε πάντα ένα κοινό. Εινια ταινίες που σε μεταφέρουν σε ένα χερικό περιβάλλον, γεμάτο ένταση και ανθρώπινο δράμα, ένα περιβάλλον όπου αυτό που ρισκάρεις από την αρχή είναι η επιβίωσή σου. Εβρισκα ανέκαθεν ενδιαφέρουσα αυτή τη συνθήκη και ήθελα να την εξερευνήσω. Αυτό που με ενδιέφερε επίσης ήταν να δουλέψω σε μια ταινία «είδους» κάτι που δεν είχα κάνει ποτέ στο παρελθόν. Μια ταινία όπου η ένταση θα ήταν η κινητήρια δύναμη. Ενα φιλμ όπως αυτό δεν μπορείς να το δεις αναλύοντάς το ταυτόχρονα μα το παρακολουθείς με τις αισθήσεις, σαν μια συναισθηματική εμπειρία πάνω απ όλα. Εχω δει την ταινία αμέτρητες φορές όσο την έκανα αλλά ακόμη κι έτσι, υπήρχαν στιγμές που έπιανα τον εαυτό μου να αγωνιά για το τι πρόκειται να συμβεί, ακόμη κι αν το ήξερα, να σφίγγω τα χερούλια στην πολυθρόνα μου από την ένταση και την αγωνία. Κι αυτή η αίσθηση είναι κάτι που ήθελα να βιώσει κι ο θεατής.

2

Ενας από τους μεγαλύτερους κινδύνους σε μια ταινία είδους είναι βεβαίως τα κλισέ. Πόσο εύκολο ήταν να μην υποκύψετε σε αυτά;

Σιχαίνομαι τα κλισέ σε κάθε τους μορφή προσπαθώ να τα αποφεύγω όσο μπορώ ή αν πρέπει να τα χρησιμοποιήσω θα προσπαθήσω να τα ανατρέψω με κάποιο τρόπο. Αν κάνεις μια ταινία είδους όμως χρησιμοποιείς την γλώσσα των κλισέ οπότε πρέπει ανά πάσα στιγμή να είσαι σε επιφυλακή. Δεν μπορείς να τα αποφύγεις εντελώς, αλλά πάντα προσπαθούσαμε να τα στρέψουμε σε διαφορετικές κατευθύνσεις από αυτή που θα περίμενε ο μέσος θεατής.

Γυρίσατε σε μια αληθινή φυλακή. Ακόμη κι αν πλέον δεν είναι σε χρήση, πόσο ρόλο έπαιξε ο χώρος στο τελικό αποτέλεσμα;

Σίγουρα, το μέρος όπου γυρίσαμε και το γεγονός ότι γυρίζαμε σε χρονολογική σειρά πρόσθεσε στην ταινία μια αμεσότητα και μια ένταση. Ακόμη και ο τρόπος που δουλεύαμε, κρατώντας τους ηθοποιούς αλλά και τους κομπάρσους που έπαιζαν τους δεσμοφύλακες και τους φυλακισμένους ξεχωριστά ώστε να μην συναντιούνται, να μην γίνουν φίλοι στα γυρίσματα έπαιξε έναν ρόλο. Και φυσικά ήταν η ίδια η ατμόσφαιρα του μέρους από την αρχιτεκτονική του και μόνο, η σκληρότητα αυτού του περιβάλλοντος που δεν μπορούσες να αγνοήσεις. Πηγαίνοντας εκεί κάθε μέρα για να δουλέψουμε, η αίσθηση που έπαιρνες ήταν κάτι που σχεδόν μούλιαζε την ύπαρξή σου.

2

Αναφέρετε το «Ενας Καταδικασμένος σε Θάνατο Δραπέτευσε» του Μπρεσόν και το «Απόδραση από το Αλκατράζ» του Ντον Σίγκελ σαν δυο από τις βασικές επιρροές σας για την ταινία. Δυο σκηνοθέτες που βρίσκονται σε διαφορετικά άκρα του κινηματογραφικού φάσματος. Τι τους ενώνει κατά τη γνώμη σας;

Ναι, είναι διαφορετικοί σκηνοθέτες, αλλά η ομοιότητα τους βρίσκεται στον τρόπο που εξερευνούν τους ρυθμούς της ζωής στην φυλακή και στο πως και οι δυο είναι απλοί και σκληροί. Δεν υπάρχει τίποτα επιτηδευμένο ούτε στην μια ταινία ούτε στην άλλη και οι δυο προσπαθούν να πουν μια ιστορία άφοβα και με καθαρή ματιά κι αυτό προσπάθησα να κάνω κι εγώ.

Και φυσικά υπάρχει μια λαμπρή παράδοση στο είδος της ταινίας που θέλατε να κάνετε και στο Βρετανικό σινεμά από το «Scum» του Αλαν Κλαρκ μέχρι το «Hunger».

Δεν σκέφτομαι άλλα φιλμ όταν ξεκινάω να κάνω μια ταινία, παρά μόνο το πως να αφηγηθώ μια ιστορία με έναν ενδιαφέροντα τρόπο. Κάθε ταινία που θες να κάνεις στις μέρες μας, κάθε ιστορία που θα αποφασίσεις να πεις πιθανότατα έχει ξαναγίνει, οπότε το να βασανίζεσαι με το πως να αποφύγεις ή να μιμηθείς κάτι είναι μάταιο. Το μόνο που οφείλεις να κάνεις είναι να πεις την ιστορία που θες με τον τρόπο που νομίζεις ότι είναι ο καλύτερος.

2

Ανέκαθεν λέγατε ότι δεν «εμπιστεύεστε τον ρεαλισμό». Κι εδώ κάνετε μια ξεκάθαρα «ρεαλιστική ταινία». Τι άλλαξε;

Στην πραγματικότητα είναι ξαναγεννημένος ρεαλιστής μετά από αυτή την ταινία. Είναι ενδιαφέρον γιατί σε κάθε συνέντευξη για την ταινία, σε κάθε προβολή που έχω βρεθεί, η μόνη σταθερή ερώτηση είναι «πόσο αληθινό, πόσο ρεαλιστικό είναι αυτό που είδαμε»; Ολοι προσπαθούν να πετύχουν κάτι που να περιγράφει την πραγματικότητα στο σινεμά. Δεν είναι κάτι κακό, είναι ένας τρόπος να φέρεις τους ανθρώπους κοντά. Πάντα προσπαθούσα να είμαι ειλικρινής σαν καλλιτέχνης, αλλά ένιωθα ότι αυτό που περιγράφουμε σαν «ρεαλιστικό σινεμά» δεν ήταν παρά μια ακόμη σειρά από κινηματογραφικά κλισέ. Αλλά μετά από αυτή την ταινία αντιλήφθηκα ότι μπορείς να κάνεις ένα ρεαλιστικό σινεμά που να μην χρειάζεται τις τεχνικές ενός ρεαλιστικού σινεμά και είναι κάτι που θα ήθελα να εξερευνήσω

Καταλαβαίνετε βεβαίως ότι η φράση «είμαι ένας ξαναγεννημένος ρεαλιστής» θα είναι ο τίτλος αυτής της συνέντευξης...

(Γελά). Δεν με πειράζει καθόλου, είναι ένας καλός τίτλος και περιγράφει ακριβώς το πως νιώθω.

Διαβάστε την κριτική του flix για το «Γροθιές στους Τοίχους»