«Blade Runner»: Tα ανδροειδή ονειρεύονται ακόμη ηλεκτρικά πρόβατα!

ΑΠΟΨΗ 25 ΙΟΥΝ 2012 0 Σχόλια

Οταν, ακριβώς 30 χρόνια πριν σαν σήμερα, το «Blade Runner» έβγαινε στους κινηματογράφους, λίγοι ήταν αυτοί που μπορούσαν να προβλέψουν πως θα άντεχε στο χρόνο σαν ένα σημείο αναφοράς για την επιστημονική φαντασία, την ποπ κουλτούρα και το ανδροειδές που όλοι κρύβουμε μέσα μας.

«Δεν ξέρω γιατί μου έσωσε τη ζωή. Ισως σε αυτά τα τελευταία λεπτά αγάπησε τη ζωή περισσότερο απ' όσο είχε κάνει ποτέ. Οχι μόνο τη δική του ζωή... τη ζωή όλων... τη ζωή μου. Το μόνο που ήθελε ήταν οι ίδιες απαντήσιες που όλοι μας αναζητούμε. Από που έρχομαι; Που πηγαίνω; Πόσο θα ζήσω; Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να καθίσω εκεί και να τον βλέπω να πεθαίνει».

Κανείς δεν ξέρει - αν και μπορεί να υποψιαστεί - αν ο Ρίντλεϊ Σκοτ είχε υπολογίσει πως η πολυσυζητημένη έξοδος του «Προμηθέα» και οι πρώτες φήμες για ένα δεύτερο μέρος του «Βlade Runner» δεν συνέπεσαν τυχαία με την τριακοστή επέτειο της ταινίας που τον Ιούνιο του 1982 εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά για να αποτύχει εμπορικά (ο «Ε,Τ,: Ο Εξωγήινος» του Στίβεν Σπίλμπεργκ είχε βγει λίγες μέρες πριν μην αφήνοντας περιθώρια επιτυχίας σε οποιαδήποτε άλλη ταινία), να αντιμετωπιστεί με δυσπιστία από την κριτική και να απογοητεύσει το κοινό που περίμενε μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας και όχι ένα σκοτεινό νεο-νουάρ, σχεδόν τόσο δυστοπικό όσο και το μέλλον που οραματίστηκε.

Το «Blade Runner», όμως, δεν ήταν ποτέ μόνο μια ταινία επιστημονικής φαντασίας. Μπορεί η αφετηρία του να ήταν το «Do Androids Dream of Electrical Sheep?» του Φίλιπ Κ. Ντικ που εκδόθηκε το 1968, αλλά, αντίθετα με όσα περίμενε το μαζικό κοινό μετά την επιτυχία του «Πολέμου των Αστρων» το 1978, ο Ρίντλεϊ Σκοτ είχε στο νου του κάτι τελείως διαφορετικό από μια περιπέτεια που διαδραματίζεται στο μέλλον.

Δεν ήταν μόνο η εικόνα ενός βροχερού Λος Αντζελες που έμοιαζε να έχει βγει από έναν αλλόκοτο συνδυασμό ανάμεσα στους πίνακες του Εντουαρντ Χόπερ και τα κόμικς του Μοέμπιους, περισσότερο ρετρό παρά φουτουριστική. Ούτε μόνο η αντιηρωϊκή περσόνα του Χάρισον Φορντ που απείχε εκατομμύρια έτη φωτός από την ποπ μυθολογία του Χαν Σόλο στον «Πόλεμο των Αστρων» και του Καθηγητή Ιντιάνα Τζόουνς στους «Κυνηγούς της Χαμένης Κιβωτού» που είχαν προηγηθεί ένα χρόνο πριν. Ούτε φυσικά μόνο η εμβληματική μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου (aka Vangelis), ένα ηλεκτρονικό ρέκβιεμ θανάτου και αποξένωσης που νιώθεις πως παίζει ακόμη και σήμερα κάθε φορά που κάποιος οραματίζεται ένα σύμπαν κάπου στο μέλλον.

ford

Οχι και τόσο μακρινός απόγονος του «Metropolis» του Φριτζ Λανγκ, του «Φρανκενστάιν» της Μέρι Σέλεϊ και του «Πινόκιο» του Κάρλο Κολόντι, το «Blade Runner» ήταν περισσότερο απ' οτιδήποτε ένα cyberpunk φιλμ νουάρ που απλά τύχαινε να διαδραματίζεται στο μέλλον, «κλέβοντας» ιδέες, εικόνες και ψυχή από τη μεγάλη βιβλιοθήκη της λογοτεχνίας και του ίδιου του σινεμά, φτάνοντας ακόμη και μέχρι μια βιβλική θεώρηση της ανθρώπινης αναζήτησης του «καθ' ομοίωσιν».

Οπως κάθε νουάρ (έστω και νεό) που σέβεται το είδος του, το «Blade Runner» μιλούσε για μελαγχολικούς άνδρες που αναζητούν την αλήθεια (ο Ρικ Ντεκάρντ του Χάρισον Φορντ και ο Ρόι Μπάτι του Ρούτγκερ Χάουερ), μοιραίες γυναίκες που κρύβουν τη μοναξιά τους πίσω από την αμφισημία της ύπαρξης τους (η σπουδαία Ρέιτσελ της Σον Γιανγκ) και έναν κόσμο που αποσυντίθεται μέσα από τα ίδια του τα κομμάτια. Και δομημένο ως τέτοιο, θα χρησιμοποιούσε το θεατή ως συνένοχο σε μια αναδίπλωση ενός μυστηρίου που ξεκινώντας από μια απλή ιστορία ανάμεσα στις ρέπλικες και τους κυνηγούς τους (τους Blade Runners), θα κατέληγε σε ένα φιλοσοφικό δοκίμιο για την αθανασία, τη μνήμη, την ίδια τη ζωή.

Λόγοι όχι ικανοί, φυσικά, για να χαρακτηριστεί ως «πορνογραφία επιστημονικής φαντασίας», όπως έγραψε ο Πατ Μπέρμαν το 1982 ή για να απορριφθεί από τους περισσότερους κριτικούς της εποχής ως εικαστικά τέλειο αλλά σεναριακά αδύναμο, κατά την συνήθη πρακτική τους να απορρίπτουν χωρίς δεύτερη σκέψη την επιστημονική φαντασίας ως κινηματογραφικό είδος υποδεέστερο των υπολοίπων.

2

Θα περνούσαν αρκετά χρόνια (και τουλάχιστον επτά διαφορετικές εκδοχές της ταινίας), μέχρι να γίνει αντιληπτό πως το «Blade Runner», ήδη από την πρώτη του προβολή υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές ταινίες όλων των εποχών, ένα σημείο αναφοράς στην επιστημονική φαντασία, μια αλληγορία για το εδώ και τώρα της καταναλωτικής Αμερικής και των εξόριστων πανκς και η με διαφορά η πιο πετυχημένη απόπειρα μεταφοράς της φιλοσοφίας του Φίλιπ Κ. Ντικ στον κινηματογράφο, ακόμη κι αν οι διαφορές από το «Do Androids Dream of Electrical Sheep?» είναι περισσότερες και από τα cuts που έγιναν στην ταινία, ερήμην ή όχι του Ρίντλεϊ Σκοτ.

Ταυτόχρονα, θα μεγάλωνε και ο μύθος πίσω από την ταινία: η δήλωση του Σκοτ πως δεν κατάφερε ποτέ να διαβάσει ολόκληρο το βιβλίο του Ντικ, η ικανοποίηση του Ντικ o οποίος πέθανε λίγο μετά την έξοδο της ταινίας επειδή όπως δήλωσε «κατάφεραν να απεικονίσουν τέλεια τον κόσμο που έφτιαξα», οι αυτοσχέδιες σκηνές (όπως το περιστέρι στο τέλος της ταινίας που ήταν μια ιδέα του Ρούτγκερ Χάουερ), η «κατάρα του "Blade Runner" που ήθελε κάθε μεγάλη εταιρία που το λόγκο της εμφανιζόταν στην ταινία να καταστρέφεται οικονομικά και φυσικά η άρνηση του Χάρισον Φορντ να μιλήσει για την ταινία μέχρι και το 2007, επιμένοντας ακόμη και μετά από την αντίθετη διαβεβαίωση του Ρίντλεϊ Σκοτ, πως ο Ντεκάρντ δεν ήταν... ρέπλικα.

Οταν ρωτήθηκε ο Σκοτ αν μέρος της επιτυχίας της ταινίας μέσα στα χρόνια ήταν το γεγονός πως ήταν «ανολοκλήρωτη», αφήνοντας να εννοηθεί πως τα αναπάντητα ερωτήματα που ακόμη βασανίζουν θεωρητικούς και φανατικούς της ταινίας έμειναν επίτηδες... αναπάντητα, η απάντηση του υπήρξε κατηγορηματική: «To "Blade Runner" δεν ήταν ποτέ μια ημιτελής ταινία. Ηταν εκεί από την αρχή. Η ίδια ταινία που σκέφτηκα και υλοποίησα, αυτή που ήταν και είναι μέχρι σήμερα η πιο εσωτερική και προσωπική μου δουλειά».

3

Τι ειρωνία που 30 ακριβώς χρόνια μετά, ο «Προμηθέας» - η πολυσυζητημένη και επιστροφή του Ρίντλεϊ Σκοτ στην επιστημονική φαντασία - προκαλεί, εκτός από αμηχανία στην κριτική και απογοήτευση στους θεατές, κι αυτός με τη σειρά του ερωτήματα που αναζητούν απάντηση.

Και τι timing οι φήμες για ένα δεύτερο «Blade Runner», που ο Σκοτ ωστόσο είχε στο μυαλό του (μάλιστα με τον τίτλο «Metropolis») ήδη λίγα χρόνια μετά το 1982, να αυξάνονται μέρα με την μέρα, προκαλώντας ωστόσο αυξημένη αμηχανία σε όσους θα ήθελαν μερικές ταινίες να μην επιστρέφουν στο μέλλον, αλλά να παραμένουν για πάντα μια αφορμή για να επιστρέφεις στο παρελθόν.

Ευτυχώς, το «Βlade Runner» θα είναι για πάντα μια από αυτές.


Διαβάστε περισσότερα: