Με το μέλλον της μικρής πόλης του Τικλ Χεντ να κρέμεται από την παραμονή του γιατρού, ο Μόρεϊ καταστρώνει ένα σχέδιο με τη συνεργασία όλων των κατοίκων για να δελεάσουν τον νεαρό επισκέπτη να μείνει μόνιμα: από την ανάπλαση του χωριού μέχρι την παρακολούθηση των ερωτικών τηλεφωνημάτων του, και την προσπάθεια να του βρούν μία ωραία φιλενάδα!

Οσοι γνωρίζουν το σκηνοθετικό έργο του Ντον ΜακΚέλαρ, θα παραξενευτούν πολύ από τον «Αξέχαστο Μήνα», τη διασκευή μιας άγνωστης καναδικής γαλλόφωνης ταινίας που το 2003 υπέγραψε ο Ζαν Φρανσουά Πουλιότ με την ίδια ακριβώς υπόθεση ενός μικρού παραθαλάσσιου χωριού που οι κάτοικοί του υποδύονται πράγματα που δεν είναι προκειμένου να προσελκύσουν ένα εργοστάσιο πλαστικών και έτσι να μπορέσει να σωθεί από την ανεργία και την παρακμή.

Ετη φωτός μακριά από το «Last Night», το σκηνοθετικό του ντεμπούτο που δεν ήταν παρά ένα blockbuster για το τέλος του κόσμου στη συσκευασία ενός ανεξάρτητου και βαθιά συγκινητικού φιλμ, αλλά ακόμη και από το τρυφερά κωμικό «Childstar» του 2004, ο «Αξέχαστος Μήνας» μοιάζει με μια ταινία που έχει σκηνοθετήσει ο οποιοσδήποτε – και μάλιστα όχι πετυχημένα.

Σαν βρετανική κωμωδία για την εργατική τάξη (μακριά όμως και από τις πιο ελαφρές στιγμές του Κεν Λόουτς), ο «Αξέχαστος Μήνας» διαθέτει ωστόσο πολλά από τα υλικά που θα μπορούσαν να χτίσουν ένα χαριτωμένο σχόλιο πάνω στη συλλογικότητα και τη δύναμη της αλληλεγγύης μιας μικρής κοινότητας απέναντι στο τέρας του καπιταλισμού και της οικονομικής κρίσης.

Μοιάζει αδύνατον να αγνοήσεις την παρουσία του Μπρένταν Γκλίσον που από μόνη της θα αρκούσε για να δεις χωρίς πολλές απαιτήσεις μια οποιαδήποτε ταινία, όπως επίσης και την υπέροχα φωτογραφημένη καναδική επαρχία που δίνει νόημα στην αγωνία των χαρακτήρων της ταινίας να τη διατηρήσουν ζωντανή με οποιονδήποτε τρόπο.

Μόνο που η σκηνοθετική επένδυση του ΜακΚέλαρ σταματάει κάπου εκεί, αφήνοντας ένα ολόκληρο φιλμ να αναλώνεται σε πικάντικα περιστατικά επαρχιώτικης «πονηριάς» και στην κωμική αντίθεση που προκύπτει από την παρουσία ενός παιδιού της πόλης που εκπλήσσεται, γοητεύεται και τελικά... αποπλανείται από τη γοητεία μιας αγνής κοινωνίας - και το μοναδικό κορίτσι που του αναλογεί ηλικιακά!

Ελαφρώς καλύτερο στα δραματικά του σημεία (κυρίως λόγω ερμηνειών), αλλά ελάχιστα αστείο στις υποτίθεται κωμικές στιγμές του, το φιλμ του ΜακΚέλαρ μοιάζει τελικά με το ριμέικ δεκάδων παρόμοιων ταινιών που είναι τόσο στρογγυλεμένες απ’ άκρη σ’ άκρη χάνοντας κάθε πιθανότητα έκπληξης ή ανατροπής είτε των αστείων είτε των μελοδραματικών κλισέ.

Μια ταινία που παρακολουθείται τόσο (μα τόσο) πολύ ευχάριστα μέχρι του σημείου που παύει πια να ενδιαφέρει και σε συνδυασμό με το τελείως αδικαιολόγητο πολιτικά φινάλε της (ο σκοπός που αγιάζει τα μέσα, ας μην το ξεχνάμε, είναι ένα εργοστάσιο πετροχημικών) κάνει τον «αξέχαστο μήνα» στον οποίο διαδραματίζεται ήδη ξεχασμένο σχεδόν πριν από τους τίτλους τέλους του.


Διαβάστε ακόμη: Ο Ντον ΜακΚέλαρ μιλάει στο Flix και λέει μόνο αλήθειες