Το Flix βρέθηκε στα γυρίσματα της νέας ταινίας της Αγγελικής Αντωνίου «Για Να Δει Τη Θάλασσα»

ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ 21 JAN  /  Ρόμπυ Εκσιέλ

12 χρόνια μετά το «Eduart», η Αγγελική Αντωνίου επιστρέφει για να αναστήσει μια ταβέρνα-ερείπιο από τις στάχτες της. Το Flix βρέθηκε στον Ασπρόπυργο και πριν πιάσουν όλα φωτιά μίλησε με την σκηνοθετη, τους ηθοποιούς και τους συντελεστές του φιλμ.

(φωτό © Χάρης Ακριβιάδης)

«Με εγκλώβισε η σκηνή με τη φωτιά», απαντά ο Γιάννης Τσορτέκης όταν τον ρωτάμε τι ήταν εκείνο που τον έλκυσε περισσότερο στην ελεύθερη σεναριακή διασκευή του μπεστ σέλερ της Ευγενίας Φακίνου «Για Να Δει Τη Θάλασσα». Ο βετεράνος ηθοποιός του θεάτρου, τον οποίο ξέρουμε στο σινεμά από ταινίες του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου («Wasted Youth», «Suntan») ή του Γιάννη Οικονομίδη («Το Μικρό Ψάρι», όπως και το προσεχές «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς»), υποδύεται τον Ρούλα, έναν παραιτημένο ταβερνιάρη που βλέπει τη μίζερη ζωή του να αποκτά νόημα μετά την εμφάνιση μιας αμνησιακής μαγείρισσας στο κατώφλι του μαγαζιού του.

«Για να προχωρήσει [ο Ρούλα] πρέπει να «αδειάσει». Να ξεφορτωθεί όλα αυτά τα βαρίδια. Για να υπάρξει παρόν, πρέπει να φύγει το παρελθόν».

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Πρόκειται για τη σκηνή όπου ο Ρούλα βάζει φωτιά στα υπάρχοντά του μπροστά στο τροχόσπιτό του, πίσω ακριβώς από την ταβέρνα του. Είμαστε στην παραλία του Ασπρόπυργου, μέσα Γενάρη, απόβραδο Δευτέρας, κρύο τσουχτερό. Η παραγωγή, μαζί με την σκηνοθέτη Αγγελική Αντωνίου, ετοιμάζει το τερέν για τη φωτιά. Μικροέπιπλα, δίσκοι βινυλίου, βιβλία, ρούχα. Ο Μιχάλης Σαμιώτης, καλλιτεχνικός διευθυντής, τριγυρίζει ανάμεσα στα αντικείμενα και τα ανακατεύει, ψάχνοντας να μοστράρει τα πιο αντιπροσωπευτικά του υποψήφιου εμπρηστή, όπως ένα άλμπουμ του Τζίμι Χέντριξ για παράδειγμα.

«Κούρκουλος!», του λέω ακολουθώντας τον, «Βρέχει φωτιά στη στράτα μου!». «Ναι», χαμογελάει, «πώς λεγόταν να δεις η ταινία..;». Ψάχνουμε κι οι δυο με το βλέμμα απλανές. Σιωπή. Επιστρέφει στο ανακάτεμα. «Ορατότης Μηδέν!», απαντώ μετά από λίγο. «Α μπράβο…». Απαράδεκτος εγώ, έχω μόλις ελέγξει στον γνωστό ρουφιάνο.

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

«Οι αναποδιές σε βοηθάνε να γίνεις πιο δημιουργικό, να βρεις μια λύση, κάτι που δεν είχες φανταστεί», λέει ο Μιχάλης Σαμιώτης για το στήσιμο της ταβέρνας όπου εκτυλίσσεται το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ. Ηταν πράγματι εστιατόριο ο χώρος αυτός, ένα από τα δημοφιλέστερα μάλιστα του Ασπρόπυργου, μέχρι που κάηκε προ δεκαετίας, από έναν διαταραγμένο ένοικο του ξενώνα που διέθετε στον από πάνω όροφο, και εγκαταλείφθηκε. Όταν το νοίκιασε η παραγωγή από τον ιδιοκτήτη, ήταν σχεδόν ένα ερείπιο.

«Στην αρχή αυτή ήταν η δυσκολία, ότι δεν είχαμε τόσο υλικό για να στήσουμε το ντεκόρ», συνεχίζει. «Ενιωσα όμως πως τίποτα τελικά δεν ήταν δύσκολο. Είχε μια δημιουργικότητα όλο αυτό που με έβαλε σε μια διαδικασία να σκέφτομαι λίγο διαφορετικά απ’ αυτό που είχα στο μυαλό μου. Όταν έχεις κάτι έτοιμο, δε μπαίνεις στον κόπο του brainstorming. Εδώ δεν ήταν τίποτα έτοιμο, κι αυτό βοήθησε πολύ».

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

«Ο Μιχάλης κυριολεκτικά μεταμόρφωσε τον χώρο», επιβεβαιώνει η Αγγελική Αντωνίου, η οποία επιστρέφει στα πλατό 12 χρόνια μετά το πολυβραβευμένο προσφυγικό δράμα «Eduart». «Είχα μεγάλη αγωνία γιατί ο χώρος ήταν άδειος, καμένος, και αναρωτιόμουν πώς θα τον σουλουπώσει. Αυτό που μου άρεσε είναι ότι δεν έστησε μια ταβέρνα με την κλασική έννοια. Την "πείραξε", έβαλε μέσα στοιχεία εκτός χρόνου και διαφορετικών χρήσεων. Στοιχεία που σε κάνουν να νομίζεις πως έχουν ανακατευτεί εποχές».

Πέντε-έξι τραπέζια, στρωμένα τζιτζί, έτοιμα για τους πελάτες. Στο βάθος, πίσω από ένα ψυγείο-προθήκη, μια κουζίνα πλήρως εξοπλισμένη με τα απαραίτητα. Στη μέση του μαγαζιού, μια νεοκλασικά μεταποιημένη κολώνα, σε γαλάζιο χρώμα, όπως όλος ο χώρος. Αριστερά, ένα ποδοσφαιράκι από άλλα χρόνια. Και δεξιά, ένα παλκοσένικο, με έναν τεράστιο πίνακα σε ναϊφ μοτίβα να ακουμπά στο σανίδι του, αυτόν που κάθε τόσο ανανεώνει με τα πινέλα του ένας θαμώνας της ταβέρνας, πλανόδιος ζωγράφος, τον οποίο υποδύεται ο Τάσος Παλαντζίδης. Μόλις σηκώνεις το κεφάλι να κοιτάξεις ψηλά, το όμορφο ντεκόρ εξαφανίζεται και όλα χάνουν το χρώμα τους: μαυρίλα ολική, τα φριχτά σημάδια του καμένου. Μεταμόρφωση, πράγματι.

Για να Δει τη Θάλασσα 607

«Εψαχνα έναν χρόνο να βρω τοποθεσία, γιατί είναι απαιτητική η ιστορία», συνεχίζει η Αγγελική Αντωνίου μιλώντας για το ρεπεράζ. «Ως αρχιτέκτονας, με τη σκηνογραφία είμαι αυστηρή. Πολύ συγκεκριμένη, δεν αφήνω τίποτα στην τύχη. Εψαχνα λοιπόν. Εψαξα Μεσόγεια, έψαξα Πέραμα, Κερατσίνι, και ήμουν σε απόγνωση, δεν έβρισκα αυτό που ήθελα. Κάποια στιγμή ήμουν με έναν κολλητό φίλο, και ψάχναμε κάτι να τσιμπήσουμε, ενώ με βοηθούσε με το αμάξι του στην αναζήτηση χώρων. Και λέμε δεν πάμε στο Μεγάλο Πεύκο να φάμε, μήπως εντοπίσουμε και τίποτα. Και φτάνουμε στον Ασπρόπυργο, όπου ξαφνικά αντικρίζω αυτό το απίστευτο τοπίο, τον παραλιακό δρόμο, με κάτι εγκαταλειμμένα κτίρια, ερημιά απόλυτη. Και σκέφτομαι πως αυτό είναι το πουθενά που φθάνει η ηρωίδα. Αυτή η γυναίκα που έχει αμνησία και καταλήγει στο πουθενά σε μια ταβέρνα, χωρίς επιγραφή, χωρίς φώτα, που την υπολειτουργεί ένας παραιτημένος άνθρωπος. Και ξαφνικά γίνεται μαγείρισσά του και αλλάζει όλο το τοπίο. Του μαγαζιού αλλά και το δικό της».

Εδώ εντόπισε η σκηνοθέτης την καμένη ταβέρνα-φάντασμα, με ένα τηλέφωνο πάνω σε ένα από τα ελάχιστα τζάμια που γλίτωσαν το ανά τα χρόνια πλιάτσικο. «Αρχιτεκτονικά ήταν ο, τι χρειαζόμουν. Ήρθαμε σε επαφή με τον ιδιοκτήτη, πάρτε το μας λέει. Μας είπε μάλιστα πως αυτό εδώ ήταν κάμπινγκ. Εδώ ήταν χώρος συνεστίασης, και πάνω ήταν σαν μικρό ξενοδοχείο, με δέκα δωμάτια. Ενα από αυτά το κάναμε το δωμάτιο της μαγείρισσας». Ξεναγούμενος από την παραγωγό της ταινίας, Λιλέτ Μπόταση, στον όροφο με τις κάμαρες, που τώρα έχουν γίνει έδρα της παραγωγής (βεστιάριο, δωμάτιο αρχικού μοντάζ, μίνι αναψυκτήριο, κλπ) και κάποιων γυρισμάτων (το κατάλυμα της ηρωίδας), αλλά κάποτε στέγαζαν από λουόμενους μέχρι παράνομα ζευγαράκια, στο νου μου έρχεται άλλη μια ελληνική ταινία απ’ τα παλιά, τα «Κίτρινα Γάντια»:

«Ρε συ!»
«Με θέτε;»
«Ποιος καθόταν εδώ;»
«Που;»
«Σ’ αυτό εδώ το τραπέζι»
«Στο τραπέζι; Κανένας! Κάθονται στο τραπέζι οι άνθρωποι;»

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Στο μυθιστόρημα της Ευγενίας Φακίνου, μια γυναίκα που έχει χάσει τη μνήμη της καταλήγει σε ένα ταβερνείο του Κολωνού, όπου και διαπιστώνει πως το μόνο που θυμάται είναι να μαγειρεύει. Βαθμιαία, τόσο οι μυρωδιές, οι γεύσεις και οι συνταγές, όσο και οι ιδιότυποι θαμώνες του μαγαζιού και ο ιδιοκτήτης, ο καθένας με τον τρόπο του, της «χαρίζουν» αναμνήσεις και τη βοηθούν να επανεφεύρει την ταυτότητά της. Η κινηματογραφική εκδοχή της Αγγελικής Αντωνίου, σε δική της σεναριακή προσαρμογή, είναι όχι απλά ελεύθερη, αλλά και μπορεί να μετασχηματίζεται συχνότατα στη διάρκεια των γυρισμάτων, όπως ομολογεί η ίδια. Τι λένε όμως οι ηθοποιοί γι’ αυτές τις αιφνίδιες αλλαγές;

«Μ’ αρέσει», λέει η Αγγελική Παπούλια, που υποδύεται την αμνησιακή Αννα. «Το ότι οι σκηνές είναι ήδη γραμμένες δε σημαίνει πως δεν μπορούμε να τις συζητάμε, να προσθέτουμε κάτι ή να αφαιρούμε κάτι. Για μένα δεν είναι κάτι που δυσκολεύει τη δουλειά, ίσα-ίσα που την κάνει πιο ενδιαφέρουσα». Συμφωνεί και ο Γιάννης Τσορτέκης: «Επειδή ο άξονας ο δραματουργικός υφίσταται, έχουμε το προνόμιο να διαθέτουμε από την αρχή ένα υλικό για το πώς ξεκίνησαν αυτά τα δύο πρόσωπα να υπάρχουν μέσα στην ιστορία. Οπότε με την εμπειρία τους, που τη γνωρίζεις σαν ερμηνευτής, από το χαρτί στην πράξη οι προσθαφαιρέσεις είναι πράγματα που κι εγώ τα θεωρώ εντελώς απαραίτητα και φυσιολογικά. Και είναι μια διαδικασία πολύ συμβατή με μένα».

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Στη σεναριακή μεταφορά, πάντως, εκείνο που η σκηνοθέτης προτίμησε ήταν η αφαίρεση - κυρίως στον λόγο. Με την πρόζα αποψιλωμένη, και το βάρος να πέφτει στην εικόνα, είναι λογικό η αφήγηση να γίνεται πρόκληση, ιδίως για τους ηθοποιούς, που καλούνται να «εκπέμψουν» το δράμα πρωτίστως μέσα από τις εκφράσεις. «Πολλές φορές είναι πιο ευχάριστο να μη μιλάς σε μια σκηνή από το να μιλάς», λέει η Αγγελική Παπούλια, πεπειραμένη στη σωματική ερμηνεία από τις εκάστοτε συνεργασίες της με τον Γιώργο Λάνθιμο («Κυνόδοντας», «Αλπεις», «Ο Αστακός»). «Η σιωπή με κινητοποιεί συχνά με έναν τρόπο πιο ταιριαστό».

Τι ήταν όμως εκείνο που κέρδισε την 43χρονη ηθοποιό όταν της προτάθηκε το σενάριο; «Οτι αυτή η γυναίκα έχει χάσει τη μνήμη της. Ήταν πολύ ενδιαφέρον να ασχοληθώ με έναν άνθρωπο που του έχει συμβεί κάτι το τόσο αποπροσανατολιστικό. Σε μια συνθήκη που τη θέλει τελείως χαμένη. Σε ένα σημείο ‘ιδανικό’ θα έλεγα, ένα τεράστιο κενό, που καλείσαι ως ηθοποιός να συμπληρώσεις».

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Το θέλγητρο ήταν περίπου το ίδιο και για την Αγγελική Αντωνίου όταν διάβασε το βιβλίο. «Με έλκυσε η ιδέα πως μια γυναίκα χάνεται επειδή έχει αμνησία. Με συναρπάζει το μοτίβο ενός ανθρώπου που δεν είναι κύριος του εαυτού του. Τι μπορεί να συμβεί με αυτόν; Και μ’ άρεσε επίσης ότι το φαγητό, η μαγειρική, αποκτά στην ιστορία θεραπευτική ιδιότητα. Θεραπεύει και την ίδια, αλλά και τους ανθρώπους στους οποίους προσφέρει τη μαγειρική της τέχνη».

Ενας από αυτούς είναι και ο Νικήτας, μόνιμος πελάτης της ταβέρνας. Τον υποδύεται ο Χρήστος Κοντογιώργης, ηθοποιός του θεάτρου με πείρα όμως και στις μικρού μήκους, που έκανε πέρυσι το κινηματογραφικό του ντεμπούτο με το «Holy Boom» της Μαρίας Λάφη. Ο Νικήτας είναι το τρίτο πρόσωπο στο τρίγωνο που σχηματίζεται, αν φυσικά δεχτούμε πως αναπτύσσεται μια έλξη ανάμεσά στην Άννα και τον Ρούλα. Υπάρχει όμως ερωτικό στοιχείο στην ιστορία; «Υπάρχει,», απαντά ο νεαρός ηθοποιός, «χωρίς αυτό να σημαίνει πως υπάρχει και αντιζηλία. Κανείς δε διεκδικεί την Αννα, ούτε κι εκείνη βρίσκεται στη θέση διεκδικούμενης. Το μόνο για το οποίο είναι υπεύθυνη είναι η μετακίνηση των άλλων, η εσωτερική».

Τα γυρίσματα θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος του Γενάρη. Το πρόγραμμα έχει Αθήνα -μεταξύ άλλων τα Αηδονάκια στο Μαρούσι, τα γραφεία των εκδόσεων Καστανιώτη κι ένα διαμέρισμα στο Κουκάκι. Προς το παρόν, Ασπρόπυργος. Τελευταία μέρα των γυρισμάτων εδώ, ύστερα από έναν μήνα «κατασκήνωσης» στην ταβέρνα που έγινε στούντιο. Το σκηνικό της φωτιάς είναι έτοιμο. Σε λίγο θα γίνουν όλα παρανάλωμα. Η σκηνή θα γυριστεί με όσο το δυνατόν λιγότερες λήψεις, να προλάβουμε τις φλόγες. Και παρεμπιπτόντως θα ζεσταθεί το κοκαλάκι μας έστω από απόσταση, γιατί το μανιτάρι υγραερίου δίπλα στον ηχολήπτη δε μας χωράει όλους από κάτω.

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Για Να Δει Τη Θάλασσα | σκηνοθέτης: Αγγελική Αντωνίου | σενάριο: Αγγελική Αντωνίου, από το ομώνυμο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου | παραγωγός: Λιλέτ Μπόταση | διεύθυνση φωτογραφίας: Διονύσης Ευθυμιόπουλος | καλλιτεχνική διεύθυνση: Μιχάλης Σαμιώτης | κουστούμια: Χρύσα Δαπόντε | ήχος: Νίκος Παπαδημητρίου | μουσική: Μίνως Μάτσας | μοντάζ: Δημήτρης Πεπονής | casting director: Σωτηρία Μαρίνη & Ακης Γουρζουλίδης | ηθοποιοί: Αγγελική Παπούλια, Γιάννης Τσορτέκης, Χρήστος Κοντογιώργης, Τάσος Παλαντζίδης Μελέτης Γεωργιάδης, Στέφανος Κοσμίδης, Βάσω Ιατροπούλου, Αναστασία Δένδια, Φοίβος Παπακώστας, Αννέτα Παπαθανασίου | παραγωγή: Inkas Films, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ΕΡΤ Α.Ε., Jost Hering Filme (Γερμανία) | ανάπτυξη σεναρίου στο MFI Script 2 film workshops | διεθνείς πωλήσεις: M Appeal Berlin

Για να Δει τη Θάλασσα 607

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.