«Το σινεμά της απόλυτης στιγμής»: Ο Δημήτρης Μπαβέλλας γράφει για το «Με τη Λάμψη στα Μάτια» του Πάνου Γλυκοφρύδη

ΑΠΟΨΗ 13 JAN  /  Flix Team

Με αφορμή την προβολή της στη Χαμένη Λεωφόρο του Ελληνικού Σινεμά, ο Δημήτρης Μπαβέλλας εξηγεί πώς η ταινία του Πάνου Γλυκοφρύδη είναι ταυτόχρονα μια ταινία της εποχής της και μια ταινία διαχρονική.

Η Χαμένη Λεωφόρος του Ελληνικού Σινεμά ανοίγει τις προβολές του 2018 τη Δευτέρα 22 Ιανουαρίου με μέρες οργής που έγιναν σινεμά. Στις 18:00 θα προβληθεί το «Με τη Λάμψη στα Μάτια» του Πάνου Γλυκοφρύδη, ταινία που ο Δημήτρης Μπαβέλλας του «Runaway Day» θαυμάζει για τον τρόπο που εκφράζει ταυτόχρονα την εποχή της αλλά και το σήμερα.

Το «Με τη Λάμψη στα Μάτια» προβάλλεται τη Δευτέρα 22 Ιανουαρίου στις 18:00, στον κινηματογράφο ΑΣΤΟΡ, στο πλαίσιο του προγράμματος «Η Χαμένη Λεωφόρος του Ελληνικού Σινεμά». Την ταινία προλογίζουν οι σκηνοθέτες Σόνια-Λίζα Κέντερμαν και Ασημίνα Προέδρου.

Με τη Λάμψη στα Μάτια 607

Το Σινεμά της Απόλυτης Στιγμής

Εχει περάσει το λιγότερο μια δεκαετία από όταν χρειάστηκε να γράψω κάποιο κείμενο για άλλη ταινία πλην των δικών μου. Τελευταία φορά που συνέβη θα πρέπει να ήταν για τη «Φόνισσα» του Κώστα Φέρρη, ένα φιλμ που θεωρώ από τα σημαντικότερα στην ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου. Ωστόσο, στην περίπτωση του «Με τη Λάμψη στα Μάτια» του Πάνου Γλυκοφρύδη, οι λέξεις έρχονται στο νου με χαρακτηριστική άνεση.

Ποια είναι όμως τα στοιχεία που τοποθετούν αυτή την ταινία ψηλά στην ιστορία του κινηματογράφου; Τι είναι, εντέλει, αυτό που κάνει τη «Λάμψη» να παραμένει, 52 χρόνια μετά την πρώτη προβολή της, ανέγγιχτη από το χρόνο;

Είναι διάφορα τα στοιχεία που στέλνουν τη «Λάμψη» στη θέση που της αξίζει, στοιχεία προσεγμένα στην εντέλεια με μια αφοπλιστική απλότητα. Τα πάντα, φυσικά, ξεκινούν από το ίδιο το κείμενο, γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, σε επιμέλεια του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Το σενάριο αυτής της ταινίας θα μπορούσε κάλλιστα να διδάσκεται στις σχολές κινηματογράφου ανά τον κόσμο, ως άσκηση λιτότητας και απέριττης γραφής. Τίποτα δεν λέγεται χωρίς αιτία, τίποτα δεν γίνεται άσκοπα, τίποτα δεν μένει αχρησιμοποίητο. Εύλογα, λοιπόν, βραβεύτηκε στο κομβικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1966, όπου η ταινία προβλήθηκε.

Ο Γλυκοφρύδης στήνει την ιστορία του μέσα σε ελάχιστο χρόνο, με μαεστρικές κινήσεις ακριβείας: Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ένας αγγελιοφόρος στρατιώτης των ναζί περνά με τη μηχανή του από το Γιοφύρι της Αρτας και σταματά στον ποταμό Αραχθο να ξεδιψάσει. Μια σφαίρα τον ρίχνει νεκρό, με το κορμί του να επιπλέει μέσα στο νερό. Ο ήχος του πυροβολισμού αναστατώνει τους κατοίκους του παρακείμενου χωριού Πέτα, που κλείνονται βιαστικά στα σπίτια τους φοβούμενοι το τι θα ακολουθήσει.

Ανάμεσα στους πανικόβλητους χωριανούς, η κάμερα του (Καισαριανιώτη, αν αυτό εξηγεί κάτι) Γλυκοφρύδη μόλις που δείχνει για ελάχιστα καρέ έναν Ελασίτη Αντάρτη να αφήνει την κρυψώνα του ανάμεσα στις φυλλωσιές για να απομακρυνθεί. Βρισκόμαστε στο 1966, εν μέσω της δίκης-φιάσκο για τη δολοφονία Λαμπράκη, με το παρακράτος να χορεύει σέικ σε αμερικάνικο τέμπο, οπότε κάποια πράγματα δεν λέγονται τόσο εύκολα. Λίγους μήνες μετά, η χούντα θα ρίξει επτά χρόνια γύψο στον ελληνικό πολιτισμό, που καλπάζει με όλες τις εκφράσεις του προς μια αποκόλληση από τα αρχαιοελληνικά κλισέ, σε μια άνοιξη που ανακόπτεται βίαια και τελικά δεν έρχεται ποτέ.

Η αντίδραση των ναζί σε κάθε είδους πράξη αντίστασης είναι γνωστή και προκαλεί ακόμα ανατριχίλες. Αντίποινα. Η διμοιρία που χτυπήθηκε, με επικεφαλής τον Γερμανό αξιωματικό (που ερμηνεύει με μοναδική ακαμψία, απάθεια και πειστικότητα ο Ζόρας Τσάπελης), στρατοπεδεύει στο χωριό. Οι ναζί με συνοπτικές διαδικασίες επιλέγουν 30 νέους άντρες που προορίζονται για εκτέλεση την επόμενη μέρα.

Κι εδώ ο Γλυκοφρύδης αφήνει τη μοίρα να γράψει την ιστορία με έναν πανέξυπνο τρόπο: Ανάμεσα στους υποψήφιους για εκτέλεση, βρίσκονται και οι τρεις γιοι (Γιώργος Φούντας, Ανέστης Βλάχος, Γιάννης Φέρτης), τα μόνα παιδιά του γέρο-Μάνθου Ντάκα. Το συμβούλιο του χωριού ζητά από τον Γερμανό αξιωματικό οίκτο. Και αυτός, πράγματι, εισακούει την επιθυμία τους. Επιτρέπει σε έναν από τους τρεις γιους να γλιτώσουν την εκτέλεση. Το τρίλημμα για το ποιος θα είναι ο «τυχερός» αργά ή γρήγορα έρχεται να βαρύνει τον τραγικό πατέρα. Ο καμβάς για την τραγική συνέχεια έχει στηθεί λιτά και ταχύτατα.

Υπάρχει μια ρήση που λέει ότι δεν υπάρχει κακός ηθοποιός μα κακός σκηνοθέτης. Κατ’ επέκταση, καλός σκηνοθέτης είναι αυτός που δίνει τη δυνατότητα σε έναν ηθοποιό να ξεφύγει από τη μανιέρα και να παίξει το ρόλο όπως τον φαντάζεται. Γαλουχημένος σε μια εποχή όπου το σινεμά ήταν προϊόν και η σκηνοθεσία επάγγελμα, ο Γλυκοφρύδης εμπιστεύεται την κοιτίδα (μην γράψω εργαλειοθήκη και γίνουν ατυχείς συνειρμοί :-) του εμπορικού κινηματογράφου για να επιλέξει τους ηθοποιούς που στελεχώνουν το καστ της ταινίας. Και πετυχαίνει διάνα, με τον Γιώργο Φούντα να βραβεύεται και αυτός για την ερμηνεία του στο ΦΚΘ του ‘66. Ολοι οι ηθοποιοί της ταινίας είναι υπέροχοι. Ακόμα και οι μαυροφορεμένες γιαγιάδες που παρακολουθούν σιωπηλές τα όσα συμβαίνουν, το κάνουν με μοναδική πειθώ. Ισως γιατί κάποιες από αυτές, μόλις 19 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, οπότε η ταινία γυρίστηκε, να είχαν όντως χάσει κάποιο δικό τους από γερμανική σφαίρα. Ομως μέσα σε αυτό το λαμπρό καστ, υπάρχει ένας ηθοποιός που χρήζει ειδικής μνείας.

Ο Λαυρέντης Διανέλλος ήταν ένα σύμβολο του παλιού, καλού (;) ελληνικού κινηματογράφου. Στα 67 χρόνια που έζησε, πρόλαβε να παίξει σε πάνω από 200 ταινίες. Αν εξαιρέσει κανείς τις κωμωδίες του Βέγγου, ο οποίος μάλιστα είχε επιλέξει τον Γλυκοφρύδη ως σκηνοθέτη σε αρκετές από αυτές, ο Διανέλλος ήταν ένας ηθοποιός που τυποποιήθηκε σε δεύτερους ρόλους, χωρίς ποτέ να του δοθεί η ευκαιρία να ξεδιπλώσει το υποκριτικό του ταλέντο. Τουλάχιστον μέχρι να γυριστεί το «Με τη Λάμψη στα Μάτια».

Γιατί σε αυτό το φιλμ, ο Λαυρέντης Διανέλλος ερμηνεύει – τι ειρωνεία – πάλι έναν πατέρα από αυτούς που τον καθιέρωσαν, τον τραγικότερο, όμως, όλων όσων είχε μέχρι τότε υποδυθεί και επρόκειτο να παίξει στο μέλλον. Λιτός, δωρικός, λιγομίλητος, μακριά από το «γλυκό» προφίλ των πιο συμβατικών ταινιών του, ο Διανέλλος κουβαλά την ταινία στην πλάτη του και μεταβάλλεται σταδιακά σε μια σκοτεινή φιγούρα, με όλους τους χωριανούς να αλλάζουν αμίλητοι δρόμο στο πέρασμά του ή να χαμηλώνουν το βλέμμα τους για να μη διασταυρωθεί με το δικό του.

Και έτσι, με τη μουσική υπόκρουση του Χρήστου Λεοντή να σχολιάζει διακριτικά τα τεκταινόμενα, με τη σκληρή ασπρόμαυρη φωτογραφία του Συράκου Δανάλη να ανεβάζει τα κοντράστ κάτω από τον ήλιο της Αρτας αλά σπαγγέτι γουέστερν, με την κάμερα να σκύβει πάνω από τους επιμέρους χαρακτήρες και τη δική τους ματιά πάνω στα γεγονότα (οι Καίτη Παπανίκα και Ξένια Καλογεροπούλου σε μικρούς αλλά χαρακτηριστικούς ρόλους), ο Γλυκοφρύδης πλησιάζει σταθερά στο τέλειο φινάλε.

Από το πρώτο μόλις λεπτό, όλα τα στοιχεία της ταινίας χτίζουν μεθοδικά αυτό το φινάλε. Οι ναζί στήνουν τους 30 υποψήφιους για εκτέλεση στην όχθη του ποταμού. Το τέλος, η Απόλυτη Στιγμή του τίτλου, ξεκινά μόλις ο γέρο-Μάνθος κατεβαίνει αργά το μονοπάτι για να αντικρίσει τους μελλοθάνατους γιους του. Εκεί, η σκηνοθετική λιτότητα, οι αργές βασανιστικές κινήσεις, η επανάληψη στα πλάνα φτιάχνουν μια σεκάνς μινιμαλισμού που θα ζήλευε ακόμα και ο Μπρεσόν, μια απόλυτη κινηματογραφική στιγμή. Μέχρι που το λυτρωτικό όσο και απρόσμενο τέλος κλείνει ιδανικά ένα φιλμ που έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για τα χρόνια της κατοχής.

Δυστυχώς, ο Πάνος Γλυκοφρύδης έφυγε αθόρυβα από τη ζωή το 2010, πριν προλάβω να τον γνωρίσω. Αν το είχα κάνει, θα του έσφιγγα το χέρι, θα τον αγκάλιαζα και θα του έδινα συγχαρητήρια που κατάφερε να κάνει μια ταινία που ισορροπεί τέλεια ανάμεσα στο εμπορικό και το ποιοτικό σινεμά, μια ταινία-σύμβολο της εποχή της που άνοιξε το δρόμο για τις επόμενες γενιές σκηνοθετών, μια ταινία τέλος που χτίζει με μαθηματική ακρίβεια και μοναδική λιτότητα το τέλειο φινάλε, μια απόλυτη στιγμή που έμεινε για πάντα γραμμένη στην ιστορία του σινεμά.

Δημήτρης Μπαβέλλας

Με τη Λάμψη στα Μάτια 607

Με τη Λάμψη στα Μάτια του Πάνου Γλυκοφρύδη - Δευτέρα 22 Ιανουαρίου στις 18:00

Στη διάρκεια της Κατοχής, οι κατακτητές σκοπεύουν να εκτελέσουν τριάντα άντρες για αντίποινα στο φόνο ενός στρατιώτη τους από τους αντάρτες. Ανάμεσα στους μελλοθάνατους βρίσκονται και τρία αδέλφια. Οι χωριανοί ζητούν από τον Γερμανό αξιωματικό να χαρίσει τη ζωή σε ένα από τα τρία αδέλφια και εκείνος δέχεται, εφόσον ο πατέρας τους επιλέξει αυτόν που θα επιζήσει…

Με τη Λάμψη στα Μάτια του Πάνου Γλυκοφρύδη | 1966 | 94' | Παραγωγή: Γιώργος Στεργίου | Σενάριο: Πάνος Γλυκοφρύδης | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Συράκος Δανάλης | Ειδικός Συνεργάτης: Ιάκωβος Καμπανέλλης | Μουσική: Χρήστος Λεοντής | Παίζουν οι: Λαυρέντης Διανέλλος, Ανέστης Βλάχος, Γιώργος Φούντας, Γιάννης Φέρτης, Ξένια Καλογεροπούλου, Καίτη Παπανίκα | Βραβεία - Διακρίσεις: Βραβεία Σεναρίου, Α’ Ανδρικού Ρόλου, Μουσικής και Τιμητική Διάκριση για τον Ανέστη Βλάχο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1966. | Η ταινία προβάλλεται σε κόπια 35mm με γαλλικούς υπότιτλους

Με τη Λάμψη στα Μάτια 607

Η Χαμένη Λεωφόρος του Ελληνικού Σινεμά είναι μια πρωτοβουλία της Ενωσης Σκηνοθετών-Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ). Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στην επίσημη σελίδα του αφιερώματος στο Facebook.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.