O Γιώργος Σιούγας και το «Γάλα» που έγινε ταινία

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 27 SEP 2011  /  Μανώλης Κρανάκης

Οταν η πρώτη σου μεγάλου μήκους ταινία διασκευάζει ένα από τα πιο πετυχημένα ελληνικά θεατρικά έργα των τελευταίων χρόνων, τότε μπορείς να αποκαλείσαι τουλάχιστον «τολμηρός». Λίγο πριν το «Γάλα» βγει στις ελληνικές αίθουσες, ο Γιώργος Σιούγας μιλάει στο Flix για όσα δεν φοβήθηκε απέναντι σε μια ιστορία που ήθελε να αφηγηθεί με κάθε κόστος.

φωτό: νίκος νικολόπουλος

Πώς ήρθες σε επαφή με το «Γάλα»; Μέσω του φίλου μου, που έφυγε τόσο πρόωρα και τραγικά, του Κωνσταντίνου Παπαχρόνη. Μου είπε «Eλα να δεις μια παράσταση, θα σ’ αρέσει». Είδα την παράσταση του Νίκου Μαστοράκη με τον Κωνσταντίνο, τη Μάνια Παπαδημητρίου και τον Πέτρο Λαγούτη και αμέσως μετά, ενθουσιασμένος, έτρεξα στο καμαρίνι του Κωνσταντίνου και του είπα «Φίλε, αυτό πρέπει να το κάνουμε ταινία!». Ο Κωνσταντίνος με έφερε σε επαφή με τον Βασίλη Κατσικονούρη, τον οποίο παρακάλεσα να μου δώσει τα δικαιώματα της κινηματογραφικής μεταφοράς για δύο χρόνια, μέχρι να καταφέρω να «στήσω» την ταινία. Του μίλησα πολύ παθιασμένα και με πολύ ενθουσιασμό για την ταινία και το όραμά μου. Συμφώνησε, αν και δεν με ήξερε ούτε και είχε δει δείγμα της δουλειάς μου. Με συγκίνησε αυτή η γενναιοδωρία του πολύ (αργότερα μου αποκάλυψε ότι δεν πίστευε ότι θα γίνει η ταινία και γι’ αυτό δέχτηκε!). Είπα στον Βασίλη ότι για να το πάμε σε παραγωγούς πρέπει πρώτα να γράψει το σενάριο. Ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να το γράψει άλλος. Ετσι ο Βασίλης, σε συνεργασία με τον Νίκο Βουτενιώτη, έγραψε το πρώτο draft, το οποίο ένα χρόνο αργότερα, μέσω του φίλου μου Δημήτρη Μαύρου (που παίζει και στην ταινία) έφτασε στα χέρια του Κώστα Λαμπρόπουλου. Ο Κώστας με τη σειρά του το πήγε στην Odeon. Ετσι γνώρισα τον Διονύση Σαμιώτη, τον πιο δημιουργικό παραγωγό που έχω ποτέ συναντήσει! Γίναμε πολύ φίλοι. Η συνεργασία ήταν αβίαστη και πολύ δημιουργική. Ο Κώστας κι ο Διονύσης έδειξαν μεγάλη ευαισθησία στο υλικό και υποστήριξαν το όραμά μου με μεγάλη εμπιστοσύνη. Μου είπαν «Δεν θέλουμε ονόματα. Θέλουμε καλούς ηθοποιούς». Τα λόγια τους μουσική στ’ αυτιά ενός σκηνοθέτη! Τελευταίο γνώρισα τον Χρήστο Κωνσταντακόπουλο, συμπαραγωγό της ταινίας και παραγωγό μεγάλων καλλιτεχνικών επιτυχιών («Μαχαιροβγάλτης», «Attenberg», «Take Shelter»). Αλλη μια φιλία γεννιέται με τον Χρήστο. H ομάδα των παραγωγών μου ήταν πραγματικά εξαιρετική. Με τέτοιους συμμάχους μπαίνεις στην προπαραγωγή πολύ σίγουρος.

Τι ήταν αυτό που σε γοήτευσε ώστε να αναλάβεις την κινηματογραφική του διασκευή; Η ιστορία. Η ιστορία είναι το παν. Οταν ξέρω ότι θέλω να πω μια ιστορία το αισθάνομαι στο στομάχι μου. Το έργο με άγγιξε βαθιά. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που ανακάλυψα ένα κείμενο που με έκανε να θέλω να το μελετάω ασταμάτητα. Ο Κατσικονούρης έγινε ο Σέξπιρ μου! Το «Γάλα» κατά τη γνώμη μου είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί τα τελευταία χρόνια για το θέατρο. Θυμάμαι η πρώτη ερώτηση που έκανα στον Βασίλη ήταν «Γιατί όταν η Ρήνα λέει “σημύδες” στον Λευτέρη και αυτός μετά τη ρωτάει “πως τα είπες αυτά τα δέντρα;” αυτή απαντάει “Δεν είπα κάτι εγώ!”». Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση αυτό. Είναι μια εκπληκτική μελέτη της ψυχής που θέτει υπαρξιακά ερωτήματα που με αφορούν πολύ. Οι δυναμικές αυτής της οικογένειας και οι τραγικοί αυτοί ήρωες έχουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και βγάζουν έντονη συγκίνηση. Ηθελα να πω αυτή την ιστορία πάση θυσία.

Δεν φοβήθηκες τη σύγκριση με μια τόσο επιτυχημένη θεατρική παράσταση; Ποτέ. Η παράσταση ήταν το μέσον για να επικοινωνηθεί το κείμενο του Κατσικονούρη. Το φιλμ είναι ένα άλλο, πιο σύνθετο μέσο επικοινωνίας του ίδιου κειμένου, που άλλωστε υφίσταται μετατροπές για να γίνει κινηματογραφικό. Δεν μπορείς να τα συγκρίνεις, διότι είναι ανόμοια πράγματα. Ο στόχος βέβαια είναι ο ίδιος: Το κοινό να επικοινωνήσει με το κείμενο. Αν αυτό γίνει, τότε το φιλμ έχει πετύχει.

Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί το κινηματογραφικό από το θεατρικό «Γάλα»; Η μόνη ομοιότητα του θεατρικού με το φίλμ είναι ότι ο συγγραφέας του θεατρικού είναι και ο σεναριογράφος του φιλμ. Κατά τα άλλα δεν έχει καμία σχέση το ένα με το άλλο.

Γνώρισες τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη και ήταν εξ αιτίας του που ήρθες σε επαφή με τον Βασίλη Κατσικονούρη. Πόσο επηρέασε η απώλειά του τα γυρίσματα της ταινίας; Με επηρέασε αφάνταστα. Ο Κωνσταντίνος ήταν η πρώτη μου επιλογή για το ρόλο του Λευτέρη και όταν σκοτώθηκε, για κάποιο μεγάλο διάστημα δεν ήθελα να σκέφτομαι ποιος θα τον αντικαταστήσει. Εκείνον τον Δεκέμβρη έχασα έναν αδερφό. Μου πήρε χρόνο να ξαναμπώ στο κλίμα. Η ταινία έγινε πια προσωπική υπόθεση, έγινε η εμμονή μου. Θα την έκανα για τον Κωνσταντίνο. Θα πραγματοποιούσα το όνειρό μας, κι ας μην ήταν παρών. Η ταινία θα γινόταν οπωσδήποτε και κανείς δεν θα με σταματούσε. Στόχος μου: Το «ευχαριστώ» και το «μου λείπεις». Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος ήταν η μόνη επιλογή μου μετά τον Κωνσταντίνο. Ηταν φίλοι. Παίζαν μαζί στο «Ξύπνημα της Ανοιξης» όταν συνέβη το μοιραίο και αυτό με αφορούσε πολύ. Και ο Ομηρος Πουλάκης ήταν φιλος του. Τον αντικατέστησε στην παράσταση εκείνη. Ο Ομηρος και ο Προμηθέας ήταν επίσης φίλοι. Και οι δύο εξαιρετικοί, ειλικρινείς ηθοποιοί. Ολα αυτά έπαιξαν μεγάλο ρόλο μέσα μου και γι’ αυτό συνεργαστήκαμε. Ξαφνικά ο Κωνσταντίνος έγινε η κόλλα που μας συνέδεσε. Εγινε ο κοινός μας ιερός σκοπός και μας απεγκλώβισε από το «εγώ» μας ακαριαία. Αυτή η ανιδιοτέλεια μας πήγε πάρα μόνο μπροστά και θα την επιδιώκω σε κάθε μου δουλειά από δω και στο εξής. Η ταινία είναι αφιερωμένη στον Κωνσταντίνο.

Μια ιστορία μεταναστών στη σύγχρονη Ελλάδα μοιάζει με μαχαίρι στο κόκαλο για τη σημερινή κατάσταση που βιώνει η χώρα. Είχες την αίσθηση του επίκαιρου όσο ετοίμαζες την ταινία; Οφείλω να ομολογήσω πως όχι. Η ανθρώπινη πλευρά του προβλήματος και η τραγικότητα των ηρώων ήταν το επίκεντρο της προσοχής και του ενδιαφέροντος για μένα. Το ότι είναι μετανάστες είναι μια δραματουργική αφορμή και όχι αυτό που πραγματεύεται το φιλμ. Δεν εστίασα ποτέ σ’ αυτό για να με παραπέμψει στο επίκαιρο.

Πιστεύεις πως η «ορατότητα» των μεταναστών ως ηρώων στο σινεμά και γενικότερα στην Τέχνη μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική αφύπνιση όσων Ελλήνων επιμένουν να ζουν «προστατεύοντας» τα σύνορα της Ελλάδας; Το πρόβλημα των μεταναστών και των προσφύγων είναι ένα σύγχρονο πρόβλημα που απασχολεί πολλές χώρες και λαούς τόσο στην Ευρώπη, όσο και αλλού. Είναι ένα δύσκολο, πολύπλοκο πρόβλημα με πολλές παραμέτρους που πρέπει κανείς να εξετάζει με προσοχή και με όσο γίνεται πιο καθαρό και χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά μάτι. Είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς για τις λύσεις. Οσον αφορά δε στην Ελλάδα, μια μικρή χώρα με πολύ περιορισμένες δυνατότητες, το πράγμα γίνεται ακόμα δυσκολότερο. Πιστεύω όμως πως όσο πιο πολλές πλευρές του προβλήματος αναδεικνύονται τόσο πιο πιθανό είναι να κατανοήσουμε αφ’ ενός μεν την πραγματική φύση των ανθρώπων αυτών, που υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τα πάτρια εδάφη και τις εστίες τους, αφ’ ετέρου δε να μη επιτρέψουμε στη (δικαιολογημένη κάποιες φορές ) αγανάκτηση να θολώνει την κρίση μας και να μας οδηγεί στο ολισθηρό μονοπάτι της ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Ποιο ήταν το πιο δύσκολο πράγμα στη μετάβαση από τη μικρού μήκους στη μεγάλου μήκους ταινία; Κοιτάξτε, η κάθε ταινία είναι μια σοβαρή και δύσκολη διαδικασία. Η «μετάβαση», όμως, όπως τη θέτετε δεν ήταν δύσκολη γιατί εκτός από τις 7 ταινίες μικρού μήκους που έχω κάνει, σκηνοθετώ στην τηλεόραση κάθε μέρα τα τελευταία 9 χρόνια. Οπότε έχω πλέον μια μεγάλη προϋπηρεσία στο αντικείμενο και μια άνεση. Δεν έχω πια την πραγματική αγωνία, το γύρισμα είναι το σπίτι μου. Είμαι πολύ ευτυχής όταν είμαι στο σετ. Η κάθε ταινία, σειρά, μικρού μήκους είναι πολύ δύσκολο πράγμα και τώρα που έχω κάνει και την πρώτη μου μεγάλου μήκους αισθάνομαι τεράστιο σεβασμό για όποιον καταφέρνει να πραγματοποιήσει μια ταινία και να τη φτάσει στο πανί.

Νιώθεις ότι υπάρχει ικανή υποστήριξη στους νέους κινηματογραφιστές αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα; Οχι. Υπάρχει η αναγνώριση του νέου κύματος σκηνοθετών της γενιάς μου, το τοπίο σαφώς αλλάζει προς το καλύτερο, αλλά όταν φτάνεις να προτείνεσαι για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και μετά να αναγκάζεσαι να κάνεις την επόμενή σου ταινία με τα ίδια αν όχι λιγότερα μέσα που έκανες την προηγούμενη... κάτι δεν αναπτύσσεται σωστά, έτσι δεν είναι;

Πώς νιώθεις που η ταινία σου θα βγει στις αίθουσες ακριβώς τη στιγμή που το ελληνικό σινεμά κάνει τη μεγάλη του προσπάθεια να επιβιώσει της κρίσης και να αφορά ένα διεθνές κοινό; Είναι ειρωνικό ότι η γενιά μου κάνει την εμφάνισή της σ’ αυτήν την περίοδο της απόλυτης οικονομικής κρίσης. Ισως η τέχνη να τείνει να ανθίζει σε περιόδους κρίσης και καταπίεσης, δεν ξέρω. Ισως μέσα απ’ όλο αυτό να προκύψουν κάποιες σπουδαίες ταινίες, κάποια υπέροχα τραγούδια ή ορισμένα συγκλονιστικά βιβλία. Ο χρόνος θα δείξει. Εγώ αισθάνομαι ευτυχής που η ταινία βγαίνει στις αίθουσες, γιατί έχω πολλές άλλες ιστορίες που θέλω να πω και επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια προσπάθειας, έκανα την αρχή μου. Αισθάνομαι ότι δεν υπάρχουν όρια στο όνειρο και ότι οι καλύτερές μου δουλειές είναι μπροστά μου. Δεν ξέρω άλλον τρόπο να προχωράω μπροστά. Εύχομαι για μένα και τους συναδέλφους μου να μη σταματήσουμε να ονειρευόμαστε ποτέ!

Το Γάλα / Παραγωγή: CL Productions, Odeon, Faliro House Productions, E.K.K. Σκηνοθεσία: Γιώργος Σιούγας Σενάριο: Βασίλης Κατσικονούρης Διεύθυνση Φωτογραφίας: Γιάννης Δρακουλαράκος Σκηνικά – Κουστούμια: Εύα Νάθενα Μοντάζ: Γιάννης Τσιτσόπουλος Πρωταγωνιστούν: Ομηρος Πουλάκης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Ιωάννα Τσιριγκούλη, Ηρώ Μπέζου

Γιώργος Σιούγας - Βιογραφικό O Γιώργος Σιούγας γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε στη διεθνή σχολή κινηματογράφου του Λονδίνου (LIFS), όπου και σκηνοθέτησε πέντε ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες διακρίθηκαν σε 80 διεθνή φεστιβάλ. Eπέστρεψε στην Αθήνα το 2002 και εργάστηκε ως σκηνοθέτης διαφημιστικών. Την ίδια χρονιά γύρισε και την ταινία μικρού μήκους «Το Ψυγείο», η οποία κέρδισε τρία βραβεία στο φεστιβάλ Δράμας το 2003 αλλά και άλλα οκτώ βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ (ανάμεσα στα οποία και τα Tribeca Film Festival, Hollywood Film Festival, Chicago Film Festival). Tη σεζόν 2003 – 2004 σκηνοθέτησε το δεύτερο και τρίτο κύκλο της τηλεοπτικής σειράς «Κλείσε τα Μάτια» και από τότε μέχρι και σήμερα συνέχισε να δουλεύει στην τηλεόραση («Βέρα στο Δεξί», «Τα Μυστικά της Εδέμ» κ.ά.). Μετά από επτά ταινίες μικρού μήκους, «Το Γάλα» είναι η πρώτη του απόπειρα στη μεγάλου μήκους ταινία.

Το «Γάλα» («Βurning Heads») ήταν η επίσημη ταινία λήξης του 5ου Ελληνικού Φεστιβάλ του Λος Αντζελες τον Ιούνιο και βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες στις 29 Σεπτεμβρίου από την Odeon

Δείτε παρακάτω το τρέιλερ

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.