Δράμα 2017: «Η Ζωή Μετά» του Χρήστου Σαγιά

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 20 SEP 2017  /  Γιώργος Κρασσακόπουλος

Εν αναμονή του 40ού Φεστιβάλ ελληνικών ταινιών μικρού μήκους Δράμας, γνωρίζουμε καλύτερα τις ταινίες του ελληνικού διαγωνιστικού τμήματος και τους δημιουργούς τους.

H ταινία

Ο Μιχάλης αδυνατώντας να δεχτεί τον χαμό της γυναίκας του, κάθε μέρα μαγειρεύει και τοποθετεί δύο πιάτα στο τραπέζι, προσπαθώντας να κρατήσει τη μνήμη της ζωντανή. Παρά τις προσπάθειες του φίλου του Βασίλη, μένει κλεισμένος στο σπίτι με μόνη συντροφιά την ρουτίνα του μαγειρέματος. Μια μέρα, η ζωή του χτυπάει και πάλι την πόρτα, όμως αυτή τη φορά με τον πιο απροσδόκητο τρόπο.

Σημίωμα Σκηνοθέτη:

Δεν υπάρχουν πολλά που μπορείς να πεις γι’ αυτήν την ιστορία, και λόγω της θεματολογίας της δεν ξέρω αν πρέπει κιόλας να πω πολλά. Έχω την προσδοκία πως η εικόνα θα μιλήσει από μόνη της όταν έρθει η ώρα. Όπως είναι φανερό, το θέμα της ταινίας είναι η συναισθηματική διαχείριση της απώλειας ενός αγαπημένου προσώπου. Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας σε αυτές τις περιπτώσεις, όλα είναι συγκεχυμένα και ο καθένας λειτουργεί με τον δικό του τρόπο. Θεωρώ πως θα ήταν άδικο και λάθος να χαρακτηριστεί αυτή η ταινία ως ένα μανιφέστο η κάποιου είδους διδακτική ιστορία. Αντιθέτως κατά την δική μου γνώμη είναι απλώς μια ταινία παρατήρησης της απώλειας, όπως ακριβώς την βίωσα κι εγώ τα τελευταία χρόνια στην προσωπική μου ζωή. Ούτε λύσεις, ούτε μεγάλα λόγια. Απλή παρατήρηση και σκληρή ειρωνεία. Αυτό δεν είναι άλλωστε και η ίδια η ζωή;

η ζωή μετά, δράμα 2017, 607

Ο σκηνοθέτης

Ο Χρήστος Σαγιάς γεννήθηκε στην Αθήνα τον Μάιο του 1994. Σύντομα μετακόμισε στην Θεσσαλονίκη όπου και ζει μέχρι και σήμερα. Από το 2012 φοιτεί στο τμήμα κινηματογράφου της σχολής καλών τεχνών του ΑΠΘ με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Τα τελευταία χρόνια έχει δραστηριοποιηθεί ενεργά τόσο στα πλαίσια της σχολής όσο και εκτός αυτής, με συμμετοχή σε ταινίες μικρού μήκους, διαφημιστικά, συνεργασίες με τοπικούς φορείς και μουσικά clip για τοπικούς καλλιτέχνες. «Η Ζωή Μετά», είναι η πρώτη του μικρού μήκους ταινία.

5 ερωτήσεις για το «Η Ζωή Μετά»

Γιατί κάνατε αυτήν την ταινία τώρα; Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θελήσετε να αφηγηθείτε αυτήν την ιστορία;

Από την πρώτη στιγμή που άκουσα την ιστορία από τον συμφοιτητή και συνεργάτη μου, Αντώνη Μαυρουδή, σαγηνεύτηκα από τον χαρακτήρα και την παραδοξότητα της αντίδρασής του απέναντι στην απώλεια. Το γεγονός, επίσης, ότι επρόκειτο για μια τόσο ανοιχτή σε ερμηνεία και τρόπο απόδοσης ιστορία μου κίνησε το ενδιαφέρον να την κατασκευάσω. Έπειτα λοιπόν από πολλές γραφές και συζητήσεις με τον σεναριογράφο της ταινίας, καταλήξαμε στην τελική μορφή η οποία δεν σταμάτησε να μεταβάλλεται μέχρι και την τελευταία μέρα της μεταπαραγωγής. Κάτι που επίσης θεωρώ πως συνέβαλε στην ανάγκη μου να ασχοληθώ με αυτό το θέμα, στην παρούσα χρονική περίοδο, είναι το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια, λόγω προσωπικών εμπειριών, η απώλεια, και ακόμα περισσότερο η διαχείρισή της, ήταν κάτι που με απασχολούσε και μου κινούσε ιδιαίτερα την περιέργεια. Μάλιστα, λίγες εβδομάδες μετά τα γυρίσματα, ένιωσα κι εγώ ο ίδιος για πρώτη φορά την απώλεια. Εξ’ ου και η αφιέρωση της ταινίας στους τίτλους τέλους, στον παππού και φίλο μου Παναγιώτη Βαφειάδη. Επομένως θα έλεγα πως το εγχείρημα αυτό έχει έναν πολύ έντονο προσωπικό χαρακτήρα. Με τη βασική διαφορά ότι εγώ δεν ξέρω να μαγειρεύω τόσο καλά όσο ο Μιχάλης! Τέλος, ένας από τους βασικότερους λόγους που επέλεξα αυτή την ιστορία είναι η κατάληξή της. Αλλά αυτή είναι μια κουβέντα για άλλη ώρα!

η ζωή μετά, δράμα 2017, 607

Πώς θα περιγράφατε την ταινία σας σ' έναν υποψήφιο θεατή;

Επειδή έχω μπει πολλές φορές στη διαδικασία να περιγράψω την ταινία σε υποψήφιους θεατές, οφείλω να παραδεχτώ πως δυσκολεύομαι, θεωρώ πως πρόκειται για μια ιστορία παράξενη και δύσκολη να χαρακτηριστεί ως κάτι συγκεκριμένο. Αυτό ακριβώς είναι όμως που την καθιστά και τόσο ενδιαφέρουσα. Από τη μία, είναι μια δραματική ιστορία, με έναν χαρακτήρα βουτηγμένο στην κατάθλιψη, λόγω της απώλειας της γυναίκας του, μιας απώλειας την οποία αντιμετωπίζει με έναν εντελώς παράδοξο και αφύσικο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι που διαφοροποιεί την ταινία από κάθε άλλη δραματική ιστορία όμως. Μιλάμε για μια ταινία με μεταφυσικά στοιχεία η οποία βιώνεται ολόκληρη μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή και όχι από την οπτικοποίηση της παλιάς του ζωής. Η γυναίκα του δεν υπάρχει καν στα λεπτά αυτά της κινηματογραφικής αφήγησης. Είναι μονάχα μια ανάμνηση, ένα φάντασμα, ένα χαμένο μέλλον. Μια ανάμνηση παρόλα αυτά, που αρκεί για να του πυροδοτήσει πράξεις και αντιδράσεις που δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στη μεγάλη οθόνη. Παρά την ιδιαιτερότητα αυτών των αντιδράσεων θεωρώ πως η ταύτιση του θεατή επιτυγχάνεται και μάλιστα πάει την αντίληψη του στο συγκεκριμένο θέμα ακόμα παραπέρα. Ανεξάρτητα από τον μεταφυσικό και ειρωνικό της χαρακτήρα, αυτό που λέει η ταινία είναι κάτι που κάθε θεατής μπορεί να καταλάβει και εκεί ακριβώς βρίσκεται η δύναμη της.

Τι θα θέλατε να σας ρωτήσει ή να συζητήσετε με κάποιον αφού τη δει;

Όχι πολλά πράγματα. Νομίζω πως ένα έργο χάνει το νόημα του όταν πέσει θύμα υπερανάλυσης. Σίγουρα θα ήθελα να μάθω την δική του ερμηνεία για το τέλος της ταινίας και τα συναισθήματα που του προξένησε. Θα ήθελα να μου περιγράψει τη γεύση που πήρε όταν βγήκε από τη σκοτεινή αίθουσα μετά από 17 λεπτά αφήγησης και φυσικά κατά πόσο κατάφερε να ταυτιστεί ή όχι με την ιστορία. Τέλος θα ήθελα να μου πει τα αδύναμα σημεία που διέκρινε και τις προτάσεις για βελτίωση που θα μπορούσε να μου δώσει. Ένας δημιουργός ποτέ δεν ωριμάζει μέσα από τα βραβεία και τα μπράβο, αλλά από την (ιδανικά καλοπροαίρετη) κριτική του κοινού του.

Πώς είναι να κάνεις σινεμά (στην Ελλάδα) σήμερα; Τι σας δίδαξε ή τι κρατάτε από την εμπειρία;

Η πρώτη λέξη που μου έρχεται στο μυαλό είναι «Δύσκολο». Με την οικονομική και, δυστυχώς ακόμα χειρότερη, αξιακή κρίση που περνάμε τα τελευταία χρόνια σαν λαός και κοινωνία, τα πράγματα δεν είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικά. Τα κόστη είναι τεράστια, η γραφειοκρατία ανελέητη και το σπορ ακριβό. Ευτυχώς ο Έλληνας εξακολουθεί, έστω και με νύχια και με δόντια, να κρατάει ψηλά την ανάγκη του για έκφραση και το φιλότιμο, ειδικά στο σινάφι μας. Πιστεύω ακράδαντα πως τίποτα απ’ όσα θα δείτε στην ταινία στο φετινό φεστιβάλ, δεν θα ήταν δυνατό, αν δεν υπήρχε η συλλογική και ένθερμη υποστήριξη των συντελεστών της ταινίας, από τον Γιάννη και τον Σπύρο, μέχρι και τον ντελιβερά που έφερνε το φαγητό στο γύρισμα. Νιώθω πολύ ευτυχής που στην Ελλάδα της κρίσης κατάφερα να κάνω μια ταινία έστω και με τα λίγα μέσα και χρήματα που διαθέτω και όλο αυτό υποστηρίχτηκε ακόμα περισσότερο από τους ανθρώπους που επέλεξα να συνεργαστώ. Πάνω απ’ όλα νιώθω ευτυχής πως ακόμα και με λίγα λεφτά η ταινία βγήκε αξιοπρεπής και δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από πολλές ταινίες υψηλού προϋπολογισμού. Σίγουρα δεν είναι όλα ρόδινα στις συνεργασίες, ειδικά όταν μπαίνουν στη μέση καλλιτεχνικές ανησυχίες και αντικρουόμενες αισθητικές προσεγγίσεις, όμως έμαθα πως με υπομονή και επιμονή στο σκοπό που βάζει ο καθένας, όλα είναι πιθανά. Αυτό που μου δίδαξε η όλη εμπειρία, καθώς πρόκειται και για την πρώτη μου ολοκληρωμένη κινηματογραφική δουλειά, θα ήταν με μια λέξη: «Πίστη». Πίστη στο όραμα και γνώθι σαυτόν, πριν από κάθε βήμα.

η ζωή μετά, δράμα 2017, 607

Τι σημαίνει το Φεστιβάλ Δράμας για σας, αλλά και για το σημερινό ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο;

Παρακολουθώ το Φεστιβάλ της Δράμας εδώ και πολλά χρόνια και οφείλω να παραδεχτώ πως ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν πληροφορήθηκα πως θα συμμετέχω στο διαγωνιστικό του επετειακού 40ου φεστιβάλ τον Σεπτέμβρη. Ήταν σαν ένας μακροπρόθεσμος στόχος που επιτέλους εκπληρώθηκε. Από τα πρώτα κιόλας έτη στη σχολή οι καθηγητές έθεταν τη Δράμα ως έναν απώτερο σκοπό για κάθε ‘Έλληνα κινηματογραφιστή, φαντάζεστε την έκπληξη μου λοιπόν όταν κατάφερα να κερδίσω μια συμμετοχή σε μια χρονιά που μάλιστα συμμετέχουν και πολλοί γνωστοί και αξιόλογοι Έλληνες κινηματογραφιστές. Είναι ενθαρρυντικό που στην εποχή μας, που όπως προανέφερα, δεν είναι και η πιο αισιόδοξη, το φεστιβάλ αυτό εξακολουθεί να κρατάει τον πήχη και το ενδιαφέρον, για την μικρού μήκους, ψηλά. Και εύχομαι, το φεστιβάλ της Δράμας να είναι μια καλή αρχή τόσο για την φεστιβαλική πορεία της ταινίας, όσο και για την επαγγελματική πορεία των ανθρώπων που δουλέψανε σ ’αυτή.

info

Παραγωγή – Σκηνοθεσία: Χρήστος Σαγιάς / Σενάριο: Αντώνης Μαυρουδής / Διεύθυνση Παραγωγής: Μυρσίνη Σαχανίδου / Βοηθός Παραγωγής: Χρήστος Νίνος / Δ. Φωτογραφίας: Γιώργος Βασιλειάδης / Μοντάζ: Παύλος Παπαδόπουλος / Ενδυματολογία: Σόνια Μαρία Καϊτατζή / Σκηνογραφία: Εύα Παπατζίκου, Σόνια Μαρία Καϊτατζή / Μουσική: Reggetiko Project, Λίνος Τζέλος & Νίκος Μόμτσιος / Ηχ. Σχεδιασμός: Λίνος Τζέλος, Νίκος Μόμτσιος / Πρωταγωνιστούν: Γιάννης Στάνκογλου, Σπύρος Σαραφιανός

[image 82352]

Δείτε το trailer εδώ:

Μάθετε πληροφορίες και δείτε υλικό των ταινιών όλων των φετινών υποψηφίων του Φεστιβάλ Δράμας εδώ. Κάθε μέρα το Flix θα παρουσιάζει κι από μία ταινία.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.