Το όνομα του Ζόλταν Φάμπρι ενδεχομένως δε λέει τίποτα στις νεότερες γενιές των θεατών, όμως ο Ούγγρος σκηνοθέτης ήταν ένας από τους πρωτεργάτες του κινηματογραφικού Νέου Κύματος της χώρας του,  το οποίο, σε αντιστοιχία με τα ανάλογα αισθητικά ρεύματα στις υπόλοιπες χώρες τις Ευρώπης, όπως η Γαλλία, η Πολωνία, η Γερμανία και η Τσεχοσλοβακία, στις δεκαετίες του 50 και του 60, ξύπνησε το εγχώριο σινεμά από τον λήθαργο της μέχρι τότε ακαδημαϊκής αφηγηματικότητας, μετατρέποντάς τον σε μια τέχνη ζωντανή και με άμεσο διάλογο με τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής, πόσω μάλλον σε μια κομμουνιστική χώρα υπό την ιδεολογική ηγεμονία της ακόμα κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης.

Το «Καρουζέλ», η πιο αναπάντεχη επανέκδοση της φετινής θερινής σεζόν, ήταν η τρίτη ταινία του Φάμπρι κι εκείνη που το 1956  έφερε το μέχρι τότε εν πολλοίς άγνωστο ουγγρικό σινεμά στο παγκόσμιο προσκήνιο, καθώς συμμετείχε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών εκείνης της χρονιάς και βρήκε έναν ένθερμο υποστηρικτή στο πρόσωπο του νεαρού τότε κριτικού κινηματογράφου (ακόμα) Φρανσουά Τριφό, ο οποίος ενθουσιασμένος του απένειμε τον δικό του Χρυσό Φοίνικα. Προβλήθηκε στη χώρα μας με τον υπερβολικό και παράταιρα αισθαντικό τίτλο «Τίποτα δεν σβήνει τον πόθο», ενώ το 2000 κατέλαβε περίοπτη θέση στη λίστα των Ούγγρων κριτικών κινηματογράφου με τις 12 καλύτερες Μαγυάρικες ταινίες όλων των εποχών.

Πέρα, όμως, από την αναμφίβολη πολιτιστική και ιστορική σημασία της ταινίας, σήμερα, έξι δεκαετίες μετά την πρώτη προβολή της κι ενώ το κομμουνιστικό καθεστώς αποτελεί ήδη κι αυτό μακρινό παρελθόν, είναι εύκολο να αναγνώσει κανείς τον ιδεολογικό μηχανισμό της προπαγάνδας πίσω από αυτή την ιστορία ενός μεγάλου έρωτα στα χρόνια της αγροτικής κολλεκτιβοποίησης, που ταυτίζει την αγάπη του (αρχικά) καταδικασμένου ζεύγους, γνωστή και απαράλλακτη από το μοτίβο του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας, με την πρόταξη του συλλογικού συμφέροντος της κοινότητας και την υποταγή της ιδιωτικής κερδοφορίας σε αυτό. Είναι, όμως, ταυτόχρονα από την άλλη δύσκολο να αντισταθεί κανείς στην ομορφιά, το ρυθμό και τη σαρωτική γοητεία της πλανοθεσίας του Φάμπρι, ο οποίος με βάση το  διήγημα «Στο Πηγάδι» του Ίμρε Σαρκάντι, αφηγείται την ιστορία αυτού του έρωτα με όλο το λυρισμό και το ρομαντισμό που του αξίζει για να γίνει κλασικός.

Τοποθετημένο χρονικά το 1953, σε  μια εποχή κατά την οποία, μετά το θάνατο του Στάλιν, οι αγρότες της Ουγγαρίας είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν αν θα παραμείνουν στα «κολχόζ», τα σοβιετικά συνεταιριστικά αγροκτήματα, ή αν θα αποχωρήσουν από αυτά για να καλλιεργήσουν μόνοι τους τη γή τους, δύο νέοι, η Μάρι, κόρη του γαιοκτήμονα Ίστβαν Πάτακι, και ο Μάτε, αγρότης και υποστηρικτής της κολλεκτιβοποίησης, θα ερωτευτούν παράφορα, αλλά η γη και οι ατομικές φιλοδοξίες αξιοποίησής της θα σταθούν το μεγάλο εμπόδιο στη σχέση τους, καθώς ο πατέρας της Μάρι θα αποχωρήσει από το συνεταιρισμό του χωριού και θα απαγορεύσει στην κόρη του την οποιαδήποτε επαφή με τον νεαρό αγρότη, γιατί την έχει ήδη τάξει στον νέο του συνέταιρο, Σάντορ, με τον οποίο δια της βίας την αρραβωνιάζει. Ο Μάτε και η Μάρι, όμως, δε θα το βάλουν κάτω και θα παλέψουν για την αγάπη τους.

Από το πρώτο πλάνο της άφιξης του «σοσιαλιστικού-ρεαλιστικού» τσίρκου στο χωριό και της υπαίθριας γιορτής που στήνεται εκεί, με το καρουζέλ του τίτλου να δεσπόζει στο χώρο, ο Φάμπρι παρουσιάζει το κλίμα της μακάριας ευδαιμονίας που επικρατεί στην κοινότητα με μια αεικίνητη και ανάλαφρη κάμερα που συμμετέχει κι αυτή στο πανηγυρικό κλίμα καταγράφοντας τα χαμόγελα και τις κινήσεις των κατοίκων, μέχρι να εστιάσει στο πανέμορφο και αθώο πρόσωπο της Μάρι, το οποίο αυτομάτως ερωτεύεται.

Κι ενώ ο Ίστβαν Πάτακι μαζί με τον επίδοξο γαμπρό του συνομιλούν με τους συγχωριανούς τους για την απόφασή να εγκαταλείψουν την κολλεκτίβα, με ένα συνειρμικό μοντάζ που ξεκινάει από μια πασχαλίτσα στο δάχτυλο της κοπέλας και οδηγεί τη νεαρή κοπέλα στις χαρούμενες αναμνήσεις από το διακριτικό φλερτ και το τραγούδι με τον Μάτε στα χωράφια, ο νεαρός θα εμφανιστεί στη γιορτή και θα παρασύρει τη Μάρι κρυφά από τον πατέρα της, στο καρουζέλ, όπου θα εκδηλωθεί για πρώτη φορά ο έρωτάς τους. Παραμένει ακόμα και σήμερα εντυπωσιακή η κινηματογράφηση με χειροκίνητη κάμερα από τον Φάμπρι αυτής της εναρκτήριας σκηνής, στην οποία σε μεγάλο βαθμό οφείλει η ταινία το μύθο της, γιατί μεταδίδει όλο το διονυσιασμό της γιορτής και τη σαρωτική δύναμη του έρωτα, όσο παράλληλα εισάγει από την αρχή το βασικό εμπόδιο της σχέσης τους.   

 Γιατί η βόλτα με το καρουζέλ κάποια στιγμή θα τελειώσει και τότε το αυστηρό βλέμμα του πατέρα-αφέντη θα επαναφέρει τη Μάρι στην οδυνηρή πραγματικότητα. Γιατί «η γη παντρεύεται τη γη», όπως θα πει ο Ίστβαν Πάτακι και η Μαρί θα πρέπει να υπακούσει στις εντολές του πατέρα της. Όχι όμως αμαχητί, αφού ο Μάτε θα διεκδικήσει με πάθος την κοπέλα και οι δραματικές εξελίξεις που θα ακολουθήσουν θα είναι λίγο έως πολύ αναμενόμενες, ο Ζόλταν Φάμπρι όμως θα κορυφώσει αυτή τη μάχη με άλλη μια αλησμόνητη σκηνή, αυτή τη φορά στο γλέντι ενός γάμου στο χωριό, όπου η κάμερα θα στροβιλιστεί πάλι στο ρυθμό και τις επιταγές του έρωτά τους, με μια κυκλική σεκάνς που θα εστιάσει σε όλους τους πρωταγωνιστές του δράματος και στο χωριό που παρακολουθεί, αλλά κυρίως στα πρόσωπα των δύο αγαπημένων που βιώνουν την αδάμαστη ελευθερία της κίνησης.

Όλος αυτός ο λυρικός νατουραλισμός και η φορμαλιστική αναζήτηση των εκφραστικών δυνατοτήτων της κινηματογραφικής κάμερας ήταν πρωτόγνωρα για μια κινηματογραφία που μόλις τότε αποκτούσε τη διεθνή της φωνή.  Ο Ζόλταν Φάμπρι και μια ομάδα συμπατριωτών σκηνοθετών του, όπως ο Ιστβαν Ζάμπο, η Μάρτα Μετζάρος και ο Μίκος Γιάντσο, θα τοποθετούσαν στο μέλλον οριστικά την Ουγγαρία στον κινηματογραφικό χάρτη. Κι αν, κάπως ειρωνικά, λίγους μήνες μετά την ταινία θα ξεκινούσε στη χώρα η αποτυχημένη και βαμμένη στο αίμα επανάσταση του 1956 κατά των Σοβιετικών, αυτό το «Καρουζέλ» στροβιλίζεται ακόμα στον ολότελα δικό του ποιητικό ρυθμό.