To «Who Is America?» είναι το πιο εφιαλτικά αστείο πείραμα της καλοκαιρινής TV

TV 29 JUL  /  Θοδωρής Δημητρόπουλος

Ο Σάσα Μπάρον Κοέν επιστρέφει στις εποχών Ali G τεχνικές του με μια νέα σατιρική σειρά που ήδη κάνει πολιτικούς στην Αμερική να δικαιολογούν τα αδικαιολόγητα.

Δε μπορείς να μιλήσεις για τον Σάσα Μπάρον Κοέν δίχως να λάβεις υπόψην το context της κάθε εποχής στην οποία ενεργοποίησε την κάθε προβοκατόρικη περσόνα του. Ο κωμικός έγινε διάσημος εξαρχής χάρη στον τρόπο με τον οποίο οι περσόνες που σκάρωνε (όπως ο Ali G κι ο Μπόρατ) προβόκαραν τα -αληθινά- αντικείμενα των συνεντεύξεών του σε εξωφρενικές αντιδράσεις ή εξομολογήσεις. Θα μπορούσε κανείς να περάσει ώρες συνθέτοντας λίστες με τα πιο απίστευτα πράγματα που έχει παραδεχθεί κόσμος μπροστά στις περσόνες του Κοέν, όπως όταν στην ταινία «Borat» τρία κολεγιόπαιδα ομολόγησαν πως θα ήθελαν να υπάρχει ακόμα η δουλεία και να έχουν σκλάβους, και πως τώρα οι μειονότητες έχουν όλη τη δύναμη.

Ακόμα κι αυτό το παράδειγμα, θρυλικό στην εποχή της κυκλοφορίας του φιλμ ως ενδεικτικό της σοκαριστικής αλήθειας που μπορεί να αναδυθεί μέσα από τον καθένα, διαβάζοντάς το σήμερα μοιάζει κάπως, όχι άκακο φυσικά, αλλά σχεδόν συνηθισμένο. Το τρικ του Κοέν πάντα στηριζόταν στην ιδέα πως υπάρχουν πράγματα που σε μια πολιτισμένη κοινωνία με κανόνες συμπεριφοράς και decor, πολύ απλά δε λέγονται. Τι συμβαίνει όμως όταν ζούμε σε μια εποχή που τίποτα από αυτά δεν ισχύει; Oταν πολύ απλά δε μοιάζει να υπάρχει, σήμερα, μια σκέψη υπερβολικά σοκαριστική για να εκφραστεί;

Διαβάστε ακόμη: Είδαμε το «Sharp Objects»: Σε γνωρίζω από την κόψη


Πάνω σε αυτή την σεισμική μετατόπιση εντοπίζεται και το ανανεωμένο ενδιαφέρον για αυτές τις κοενικές παγίδες, με τον κωμικό να επιστρέφει στις ρίζες μιας κωμωδίας τύπου Κρις Μόρις, με σκετσάκια κάπου ανάμεσα στη φάρσα και τον ακτιβισμό. Ο Κοέν πλάθει περσόνες που μοιάζουν ξεσηκωμένες από -όχι πια τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, αλλά- κάποιο viral θρεντ. Και σχηματισμένες με ιδιοφυή τρόπο ώστε να πατούν ακριβώς πάνω στις ευαισθησίες και τα τυφλά σημεία των επίδοξων στόχων τους. Ο χαρακτήρας που έχει φτιαχτεί για να ξεμπροστιάσει ας πούμε τους συντηρητικούς δεξιούς υπέρμαχους της οπλοκατοχής είναι, ας πούμε, ένας τρομερά επιθετικός, alpha male (προσέξτε το ξεκαρδιστικό manspreading του στη συνέντευξη του πρώτου επεισοδίου), ισλαμοφοβικός πρώην πράκτορας της Μοσάντ, του οποίου αποστολή μοιάζει να είναι η αρμάτωση της Αμερικής απέναντι σε κάθε είδους απειλή. Στις μετέπειτα απολογίες όσων ρεζιλεύονται μπροστά του, διαβάζεις ανάμεσα στις γραμμές την αδυναμία τους να πουν όχι σε ένα τέτοιο χαρακτήρα, από την Σάρα Πέιλιν και τους πολιτικούς που μιλούν ευχαρίστως για οπλοκατοχή τρίχρονων, μέχρι τον εκπρόσωπο Τζέισον Σπένσερ που ξεφτιλίστηκε τόσο πολύ που λίγες μέρες μετά την προβολή του δεύτερου επεισοδίου, ανακοίνωσε την παραίτησή του.

Ο Σπένσερ, ως αποτέλεσμα ενός υποθετικού course αυτοάμυνας απέναντι σε τρομοκράτες, κάνει μια σειρά αδιανόητων πραγμάτων on camera, από το να επιτίθεται στον Κοέν με τα γυμνά του οπίσθια φωνάζοντας «America! America! America!» μέχρι το να ουρλιάζει την «n-word» ή να προσποιείται πως είναι Κινέζος κάνοντας ντροπιαστικές μιμήσεις και ξεστομίζοντας τυχαίες ασιατικές λέξεις ή εκφράσεις. Περίπου. Η παραίτησή του που ακολούθησε την προβολή του επεισοδίου, καλοδεχούμενη μεν, δεν πρέπει να μας αποσπά από αυτό που αληθινά -πιστεύω- εξερευνά η σειρά, που είναι στην πραγματικότητα τα διαφορετικά όρια αυτοκυριαρχίας και έκφρασης που επιβάλλει κανείς στον εαυτό του, και το πώς αυτά αποτελούν συνάρτηση των πιστεύω και του περιβάλλοντος.

Διαβάστε ακόμη: «The Terror»: Η σειρά που δεν αντέχεις ούτε να δεις, ούτε να μην δεις


Σε μια χρονική στιγμή όπου κυρίαρχο θέμα της κοινωνικής (και online) συμπεριφοράς μοιάζει να είναι μια διαρκώς εξελισσόμενη εξερεύνηση του τι μπορεί να ειπωθεί, πώς, και σε τι πλαίσιο (από τις μονίμως εμπρηστικές δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ μέχρι -τις στιγμές που γράφονται αυτές οι γραμμές- τα προ δεκαετίας τουήτς του Τζέιμς Γκαν), με το δημόσιο πεδίο συζήτησης να μεταβάλλεται σε ένα αρρωστημένο παιχνίδι του ποιος μπορεί να ντροπιάσει περισσότερο τον απέναντι, έχει τρομερό ενδιαφέρον το τι είναι που, τελικά, μπορεί να ειπωθεί, τι όχι, και γιατί. Στο ίδιο επεισόδιο με τον Σπένσερ, η ίδια περσόνα του Κοέν (ονόματι Εραν Μοράντ) ρωτάει τον Ντικ Τσέινι ποιος είναι ο αγαπημένος του από τους πολέμους που ξεκίνησε, κι εκείνος απαντά. Λίγο αργότερα, υπογράφει ένα μπουκάλι που έχει υποτιθέμενα χρησιμοποιηθεί σε βασανιστήρια τεχνητού πνιγμού.

Ο Ντικ Τσέινι φυσικά δε θα αντιμετώπιζε ποτέ πρόβλημα για κάτι τέτοιο. Η κοινωνική ντροπή είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής ψευδαίσθησης, μιας αόριστης συμφωνίας κανόνων ηθικής και έκφρασης. Οταν αυτή η συμφωνία σπάσει (και αυτή είναι, στην ουσία, η σημαντικότερη μετατόπιση της εποχής Τραμπ) τότε αυτό που μένει είναι εκατομμύρια άτομα που δεν έχουν να λογοδοτήσουν πουθενά (παρά στα πολυεθνικά αφεντικά τους ενδεχομένως, όπως ο Τζέιμς Γκαν). Αρα τι επιτρέπεται να ειπωθεί; Τα πάντα; Ποιος σταματάει ποιον; Το πρώτο επεισόδιο κλείνει με τον Μοράντ να βάζει ένα μάτσο συντηρητικούς πολιτικούς και «ακτιβιστές» να προπαγανδίζουν την ιδέα της αρμάτωσης τρίχρονων παιδιών απέναντι στους μακελάρηδες κατόχους όπλων. Από first graders, first grenaders, όπως λέει ο Τζο Γουόλς. «Πιστεύετε πως οι φιλελεύθεροι χρησιμοποιούν αυτές τις επιθέσεις για να προωθήσουν την ατζέντα τους εναντίον των τραγωδιών;», ρωτά ο Μοράντ. «Προσπαθούν!», είναι η απίστευτη απάντηση.


Ο ίδιος ο κοινωνικός ιστός στηρίζεται σε μια άγραφη συμφωνία, πως ακόμα και οι αντικρουόμενες ιδεολογίες ή κοσμοθεωρίες, λειτουργούν πάνω σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Στο τι είναι αλήθεια και τι όχι, στο τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Λίγες μέρες μετά το ιστορικό πια «grab them by the pussy», ο Ντόναλντ Τραμπ βγήκε Πρόεδρος. Ποια ντροπή, ποια ευγένεια και ποιοι αισθητικοί κανόνες θα μπορούσαν πλέον να εκθέσουν τον οποιονδήποτε μετά από αυτό το γεγονός;


Είναι ανατριχιαστικό το τι μπορεί να παραδεχτεί κανείς δημόσια όταν βρεθεί στο κατάλληλο περιβάλλον, είτε είναι οι ακραίες θέσεις υπέρ οπλοκατοχής (πακεταρισμένες ακόμα και με ένα απίστευτο εκπαιδευτικό βίντεο, με όπλα-ζωάκια) είτε κάτι σαν το εκτός τόπου και χρόνου βίντεο μιας instagram influencer που δεν έχει ιδέα (ή δεν την απαασχολεί καν) για τι πράγμα μιλάει. Πάνω όμως σε αυτή τη γραμμή λογικής, έχει ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τις δύο εντελώς διαφορετικής εξέλιξης φάρσες στα δύο πρώτα επεισόδια, ενός άλλους χαρακτήρα του Μπάρον Κοέν, του Δρ. Νίρα Κέιν-Ν’Ντετζεοτσέλο, έναν «cis στρέιτ λευκό άντρα» που ζητάει συγγνώμη για το προνόμιό του, κυκλοφορεί με pussy hat στο κεφάλι και φοράει μπλουζάκι npr (ο ανεξάρτητος μη-κερδοσκοπικός media οργανισμός πίσω από διάφορα σημαντικά προγράμματα πάνω στην πολιτική και την κουλτούρα), κάνοντας βόλτες στην Αμερική προσπαθώντας να ‘γεφυρώσει το κενό’ ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Είναι ένας χαρακτήρας πολύ πιο έξυπνα τοποθετημένος από ό,τι ο «Μπίλι Γουέιν Ράντικ», ένας τύπου Αλεξ Τζόουνς μανιακός συνωμοσιολόγος που επιχειρεί να αποσπάσει αντιδράσεις από προοδευτικούς πολιτικούς (Μπέρνι Σάντερς, στην πρώτη σκηνή της σειράς) ή γνωστούς δημοσιογράφους (Τεντ Κόπελ) επιτιθέμενος με fake news και αντιδραστικές απόψεις. O Κόπελ κι ο Σάντερς αποχωρούν κι οι δύο έχοντας παραμείνει σταθεροί στις θέσεις τους. Ο Μπάρον Κοέν εδώ δεν επιχειρεί στην πραγματικότητα να τους εκθέσει, όσο να υπογραμμίσει το συλλογιστικό αδιέξοδο.

Διαβάστε ακόμη: Οι καλύτερες νέες τηλεοπτικές σειρές του 2018 (ως τώρα)


Αντιθέτως, οι αντιδράσεις απέναντι στον ευαίσθητο liberal είναι το κρυφά πιο ενδιαφέρον στοιχείο της σειράς ως τώρα. Οι υπόλοιποι χαρακτήρες αποσπούν αντιδράσεις σε έναν σταθερό τόνο: ο Μοράντ εξωθεί ακραίους συντηρητικούς σε εξωφρενικές δηλώσεις πίσω από μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, ο Ράντικ εξωθεί ψύχραιμους ανθρώπους να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, κι οι άλλοι χαρακτήρες υποθέτω στοχεύουν στην αποκάλυψη μιας κάποιας υποκρισίας σε άλλους δημόσιους χώρους. Ομως ο τύπος του npr;

Στο πρώτο επεισόδιο συναντά ένα ζευγάρι ψηφοφόρων του Τραμπ στο πλαίσιο του προαναφερθέντος γεφυρώματος των διαφωνιών ανάμεσα στις Δύο Πλευρές. Το ζευγάρι είναι πολύ ευγενικό και ανοιχτό απέναντί του, ακόμα και καθώς αυτά που τους λέει με ύφος απόλυτα φυσικό, αρχίζουν να ξεπερνούν τα όρια του λογικού με την ορμή σπρίντερ που πηδά πάνω από εμπόδιο. Από αίμα περιόδου πάνω στην αμερικάνικη σημαία μέχρι ερωτικά τρίγωνα με φάλαινες, το δείπνο αυτό εξελίσσεται σε ένα τεστ ανοχής και αποδοχής. Ακόμα κι όταν ο άντρας μοιάζει έτοιμος να αντιδράσει, ούτε καν με μένος αλλά περισσότερο με απορία, η γυναίκα του τον φρενάρει, του λέει να έχει ανοιχτό μυαλό και να μην κρίνει. Το οποίο ήταν κάπως αναπάντεχο και γλυκό.

Ας το βάλουμε δίπλα με την εκπληκτική τελευταία φάρσα του δεύτερου επεισοδίου, όπου ο ίδιος χαρακτήρας βρίσκεται αυτή τη φορά σε ένα αρκετά πιο δημόσιο σκηνικό φορώντας το ίδιο προσωπείο αφέλειας μπροστά σε ένα κοινό εμφανώς λάθος για αυτό που έχει να προτείνει. Σε ένα focus group κατοίκων μιας πόλης της Αριζόνα, χτυπημένους φυσικά από οικονομικά μέτρα δεκαετιών, προτείνει μια λύση που θα φέρει έσοδα στην πόλη. Ο αρχικός τους ενθουσιασμός κοπάζει όταν η «λύση» είναι ένα τζαμί. Πριν περάσει πολλή ώρα, και καθώς ο Μπάρον Κοέν συνεχίζει ακάθεκτος, σα να μην καταλαβαίνει καν που είναι το πρόβλημα, να προτείνει περισσότερα στοιχεία του σχεδίου του, οι κάτοικοι παίρνοντας ενέργεια ο ένας από τον άλλον, ξεσπούν. Παραδέχονται ανοιχτά τον ρατσισμό τους, ανακοινώνουν πως «ανέχονται» τους μαύρους κατοίκους της πόλης, μια σοκαριστικά ευθύς επίθεση που φυσικά και πάλι, απλώς επιβεβαιώνει πράγματα που καθένας μπορεί να υποπτευόταν.

Διαβάστε ακόμη: TV preview: Οι 25 must πρεμιέρες του καλοκαιριού


Εχει ενδιαφέρον το πώς η ευγένεια διατηρείται σε πιο προσωπικό επίπεδο, ενώ στο δεύτερο επεισόδιο το μίσος εξαπλώνεται σαν ιός ή σαν χιονοστιβάδα, με τον κάθε κάτοικο να προσθέτει κάτι στο μίσος του άλλου. Το εκπληκτικό αυτό σκετσάκι υποπτεύομαι πως έγραψε και σκηνοθέτησε ο Νέιθαν Φίλντερ, ο δημιουργός του «Nathan for You», το φινάλε του οποίου βρέθηκε στο #2 του τηλεοπτικού τοπ-10 του Flix για το 2017.

Ο Φίλντερ, που έχει εκπληκτικό ένστικτο στο να αποσπά απίστευτες αντιδράσεις από ανθρώπους μέσα από παλαβά σενάρια πατώντας ακριβώς τα σωστά τους κουμπιά, αναφέρεται ως παραγωγός του «Who Is America?» αλλά και σεναριογράφος και σκηνοθέτης στο δεύτερο επεισόδιο.

Το σκετσάκι αυτό, ακόμα περισσότερο κι από όλα όσα έγιναν viral έχοντας ως αποτέλεσμα το δημόσιο ξεφτίλισμα άθλιων πολιτικών, φτάνει στην καρδιά των όσων νομίζω πως δοκιμάζει να εξερευνήσει η σειρά. Ο ίδιος ο κοινωνικός ιστός στηρίζεται σε μια άγραφη συμφωνία, πως ακόμα και οι αντικρουόμενες ιδεολογίες ή κοσμοθεωρίες, λειτουργούν πάνω σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά. Στο τι είναι αλήθεια και τι όχι, στο τι είναι αποδεκτό και τι όχι. Λίγες μέρες μετά το ιστορικό πια «grab them by the pussy», ο Ντόναλντ Τραμπ βγήκε Πρόεδρος. Ποια ντροπή, ποια ευγένεια και ποιοι αισθητικοί κανόνες θα μπορούσαν πλέον να εκθέσουν τον οποιονδήποτε μετά από αυτό το γεγονός;

Το «Who Is America?», συνειδητά ή μη, αυτό ακριβώς εξερευνά. Φτάνει πολύ πιο μακριά από ένα απλό «να τι σκέφτονται στα ΑΛΗΘΕΙΑ όλοι αυτοί οι άνθρωποι, διάσημοι ή μη», μια συλλογιστική που τέλος πάντως ούτε τρομερά πρωτότυπη είναι, ούτε και τρομερά χρήσιμη πλέον, εδώ που τα λέμε. Αντιθέτως εξετάζει τις δυναμικές που επιτρέπουν ή οδηγούν συγκεκριμένους ανθρώπους να εκφράζονται με συγκεκριμένους τρόπους σε συγκεκριμένες συνθήκες, κάτι που συχνά πετυχαίνει λυγίζοντας και την ίδια την πραγματικότητα με ξεκαρδιστικά σουρεάλ αποτελέσματα. Δεν είναι ποτέ μόνο ένα πράγμα, δεν είναι φυσικά τέλειο, αλλά διαθέτει μανία και διάθεση περιπέτειας, κι αυτό το κάνει must-watch.


Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.