Το μέσο είναι το μήνυμα: H 4η σεζόν του «Arrested Development» είναι ένας άνισος θρίαμβος

TV 30 MAY 2013  /  Θοδωρής Δημητρόπουλος

Η λατρεμένη κωμωδία επιστρέφει μετά από 7 χρόνια επιχειρώντας κάτι εντελώς διαφορετικό. Και πετυχαίνει. Δεν είμαστε σίγουροι τι, αλλά πετυχαίνει.

[H 4η σεζόν του «Arrested Development» έγινε διαθέσιμη την περασμένη Κυριακή από το Netflix. Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνει μικρά spoilers για ολόκληρη τη σεζόν. Διαβάζεις με δική σου ευθύνη.]

Κάπου στα μισά του «Flight of the Phoenix», πρώτου επεισοδίου της νέας, 4ης σεζόν της καλτ σειράς που επέστρεψε από τους νεκρούς όταν όλοι έμοιαζαν να έχουν αποδεχτεί πως αυτό δε θα συμβεί ποτέ, πάτησα pause και κοίταξα την οθόνη μου σκεπτικός. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβαινε (θα το διαπίστωνα στην πορεία) όμως αυτό που έβλεπα δεν ήταν «Arrested Development».

Έμοιαζε με το «Arrested Development», αποτελείτο από κομμάτια του «Arrested Development», αλλά δεν κινείτο σαν αυτό, δεν ακουγόταν σαν αυτό, δεν έτρεχε σαν αυτό. Και κυρίως, δεν ήταν καθόλου αστείο;

Αυτό ήταν ένα συναίσθημα κυρίαρχο στη διάρκεια της θέασης όλου του πρώτου σακουλιού επεισοδίων, ας πούμε τα 4-5 πρώτα. Γνώριζα τι ήθελε να επιχειρήσει ο Μιτς Χέρβιτς με τη δομή της σειράς (κάθε επεισόδιο αφιερωμένο σε έναν χαρακτήρα τη φορά, και όλα μαζί θα διηγούνται μία ιστορία ειδωμένη από διαφορετικές σκοπιές) όμως αν αυτό ήταν το αποτέλεσμα τότε ένιωθα ήδη μια πρώτη απογοήτευση.

michaelhawk

Το «A New Start» πρώτο επεισόδιο του Τομπάιας (και πραγματικά, θα μπορούσαμε απλά να έχουμε τίτλους επεισοδίων με ονόματα χαρακτήρων) είναι ταυτόχρονα ένας πρώτος θρίαμβος αλλά και όλα όσα δε λειτουργούν στη σειρά ως αυτό το σημείο. Ο τρόπος που κλειδώνει την ιστορία της Λίντσεϊ, που έχουμε πρωτοδεί λίγα επεισόδια νωρίτερα, σε αφήνει σε σημεία με το στόμα ανοιχτό. Όχι τόσο με αυτά που πετυχαίνει (οι επιμέρους δεύτερες οπτικές είναι μάλλον προβλέψιμες, όπως ας πούμε οι σκηνές στο αεροπλάνο) όσο με την πρώτη ματιά που σου δίνει στο τι ακριβώς πρόκειται να επιχειρήσει. Είναι μια μικρογραφία του δαιδαλώδους πολυπρόσωπου storyline που πρόκειται να αφηγηθεί και εδώ υποψιαζόμαστε τι έχει να συμβεί.

Ταυτόχρονα όμως είναι κουραστικό. Στα κάτι παραπάνω από 30 λεπτά, όταν το μέσο επεισόδιο κωμωδίας είναι πιο κοντά στα 22, και αφοσιωμένο αποκλειστικά σε έναν χαρακτήρα (και όχι ιδιαίτερα πλούσιο χαρακτήρα κιόλας), το αστείο γρήγορα κουράζει. Βλέπουμε τον Τομπάιας και το νέο του αίσθημα, την ΝτεΜπρί, σε έναν σπιράλ καταστροφής που τεστάρει τα όρια αντοχής του θεατή. Τα προηγούμενα επεισόδια είχαν αντίστοιχα προβλήματα: Μακρές σκηνές όπου δε συμβαίνει κάτι ιδιαίτερο, αστεία που δε λειτουργούν είναι τραβηγμένα τα άκρα (πχ η αποχώρηση του Μάικλ από τον κοιτώνα του γιου του, στο πρώτο επεισόδιο), πλοκές κατά βάση αδιάφορες ή τραβηγμένες απ’τα μαλλιά.

michael

Να σημειωθεί πως η σειρά πάντοτε είχε αστεία και πλοκές που δοκίμαζαν όρια και αντοχές, αλλά ο ρυθμός των αστείων, η ιδιοφυής χρήση της αυτοαναφορικής επανάληψης και το φρενήρες μοντάζ ανάμεσα στις ένα σωρό παράλληλες ιστορίες (9 χαρακτήρες είναι αυτοί) δεν μας άφηναν ποτέ όχι μόνο να πλήξουμε, αλλά να περάσουμε λίγες στιγμές χωρίς να γελάμε.

Ο τροχός εδώ γυρνάει στο 7ο επεισόδιο, «Colony Collapse», το ιδανικό ώστε να συμβεί κάτι τέτοιο. Καθότι αφιερωμένο στον Τζομπ, τον πιο φυσικά αστείο από όλους τους χαρακτήρες της σειράς, έχει η δυνατότητα να ξεχειλώνει αστεία δίχως να πληγώνεται- ο Γουίλ Αρνέτ μπορεί να κάνει τα πάντα ξεκαρδιστικά απλώς υπάρχοντας (κάτι που συμβαίνει και με τον Μάικλ Σέρα ως Τζορτζ Μάικλ, αλλά αυτός αργεί ακόμα να πάρει το επεισόδιό του), ενώ πλέον η σεζόν έχει φτάσει ένα σημείο στο οποίο γίνεται σαφές τόσο το μοτίβο όσο και το μεγάλο πλάνο.

Να το πούμε αλλιώς. Από την πρώτη στιγμή ο θεατής αντιλαμβάνεται πως η λογική της σεζόν θα είναι να παρουσιάζει καταστάσεις και αστεία από διαφορετικές πλευρές συμπληρώνοντάς τα κάθε φορά με επιπλέον στοιχεία, όμως αυτό που διαπιστώνουμε σταδιακά είναι πως συχνά δεν έχουμε καν ιδέα ποιες θα είναι αυτές οι καταστάσεις. Διότι ναι, προφανώς, όταν η Λίντσεϊ χτυπάει κάποιον στο αεροπλάνο προφανώς περιμένουμε ότι θα είναι ο Τομπάιας και θα το μάθουμε αργότερα, το αστείο με την έρημη δίκη της Λουσίλ προφανώς θα γεμίζει σταδιακά και προβλέψιμα- όμως σε καμία περίπτωση δεν φανταζόμαστε το πλήρες εύρος της σκηνής όπου όλη η οικογένεια είναι μαζεμένη στο σαλόνι το 2006 (αν δεν απατώμαι η μόνη σκηνή όλης της σεζόν όπου όλο το καστ βρίσκεται συγκεντρωμένο) ή το πόσο απολαυστικά χαοτικό είναι αυτό που συμβαίνει στη Cinco de Cuatro.

(Cinco de Cuatro.)

gob

Το πρώτο επεισόδιο του Τζομπ καταφέρνει να είναι ανεξαρτήτως αστείο, αλλά ταυτόχρονα να δείξει πως υπάρχουν εδώ πολλά επίπεδα στην αφήγηση. Στην πρώτη σκηνή της σεζόν τίθεται το μυστήριο του αγνώστου εραστή του Τζομπ, και στο πρώτο του επεισόδιο αυτό όχι μόνο δεν απαντάται, αλλά διανθίζεται με επιπλέον παραπλανητικά στοιχεία. Αυτό που κάνει ο Χέρβιτς και οι συγγραφείς του δεν είναι ένα απλό gimmick που εξαντλείται λίγο περισσότερο κάθε φορά που ένας νέος χαρακτήρας μπαίνει στο παιχνίδι- αντιθέτως είναι κάτι αληθινά πολύπλοκο που γίνεται συνεχώς πιο πλούσιο. Και κυρίως, ανταποδοτικό.

Διότι καθώς πλέον πλησιάζουμε στην κορύφωση της ιστορίας, έχει συμβεί το εξής θαύμα: Τα επεισόδια είναι πλέον καλά. Καλά όπως παλιά. Γιατί μέσα από την εν μέρει επίπονη αρχική διαδικασία έχει αναπτυχθεί ένας σκελετός ιστορίας και νέων αστείων, με αποτέλεσμα τα τελικά επεισόδια να διαθέτουν το ρυθμό και τη δομή των επεισοδίων που θυμόμασταν. Η σειρά έχει καταφέρει εδώ κάτι θαυμαστό: Αντί να επιστρέφει και να στηρίζεται σε παλιά in-jokes, έχει αναπτύξει νέα γλώσσα, νέα αστεία, νέους κώδικες. Σίγουρα, η 4η σεζόν είναι διανθισμένη με αναφορές και κλεισίματα του ματιού (πώς θα γινόταν αλλιώς εξάλλου) όμως είναι με εναν κατά βάση έξυπνο τρόπο. Πολλές φορές μαλιστα σε αφήνει να γεμίσεις ο ίδιος τα κενά. (Βλέπε Τζορτζ Μάικλ και προσέγγιση του αστείου με τα κοτόπουλα.)

Όμως κατά κύριο λόγο αναπτύσσει νέα αυτοαναφορικά στοιχεία. Σε συνδυασμό με την ιστορία που διαρκώς φουσκώνει, με σχεδόν την παραμικρή λεπτομέρεια της παραμικρής σκηνής να ανταποκρίνεται σε κάτι που έχουμε ξαναδεί πριν αλλιώς, το αποτέλεσμα είναι στο τέλος τα επεισόδια να έχουν τους φρενήρεις ρυθμούς και τον γνώριμο βομβαρδισμό αστείων, μοντάζ και παράλληλων ιστοριών, ακόμα κι όταν ακολουθεί απλώς έναν χαρακτήρα στην ιστορία του.

(Στο επεισόδιο της Μέιμπι, «Señoritis», τα τελευταία 10 λεπτά είναι ένα αληθινό ντελίριο κωμικής αναρχίας. Δεν ήξερα σε τι να πρωτοαντιδράσω.)

ostritch

Το να μιλήσουμε βέβαια για οπoιουδήποτε είδους επανάσταση θα είναι λίγο άτοπο- δεν είναι πως θα τρέξει κανείς να αντιγράψει αυτό το μοντέλο, αν μη τι άλλο επειδή μοιάζει πολύ συγκεκριμένο και απαιτητικό. Όμως κρίνοντάς το μόνο του, όπως πρέπει, δε γίνεται παρά να θαυμάσεις αυτό που παρέδωσε ο Χέρβιτς και η ομάδα του.

Είναι σίγουρα η ανάγκη που το έφερε, αλλά αυτό δεν είναι κακό, πολύ συχνά η ανάγκη μας οδηγεί στις μεγαλύτερες καινοτομίες. Η τεχνική δυσκολία του να συγκεντρωθεί ένα τόσο πολυπληθές καστ μετά από τόσα χρόνια, ας πούμε, λύθηκε με το να προκύψει μια ιστορία που δεν τους ήθελε ποτέ μαζί σε συνδυασμούς άνω των δύο ή τριών. (Ο Τόνι Χέιλ ειδικά μοιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά απών, αλλά ευτυχώς το επεισόδιο του Μπάστερ, το προτελευταίο «Off the Hook» είναι από τα πιο δυνατά της σεζόν.)

Υπό αυτή τη σκοπιά, το μοντέλο παράδοσης του Netflix εξυπηρετεί ιδανικά την ιστορία που αφηγείται ο Χέρβιτς. Έχοντας όλα τα επεισόδια διαθέσιμα μεμιάς μπορείς να βιαστείς να προχωρήσεις για να γεμίσεις τα κενά, να επιστρέψεις άμεσα σε κάποιο προηγούμενο για να θυμηθείς κάτι, και γενικότερα να καταβροχθίσεις την αδιανόητα σφιχτή ιστορία με το ρυθμό που εσύ κρίνεις πως θες. (Χρειάζεσαι δυο μέρες ώστε να βάλεις σε μια σειρά την ιστορία; Ευχαρίστως. Θες να δεις και τα 15 σε ένα απόγευμα επειδή δε θες να ξεχάσεις όλες τις μικρολεπτομέρειες; Δικό σου.) Είναι ένας ευτυχής συγχρονισμός μέσου, παράδοσης και περιεχομένου, σε μια συγκυρία δύσκολα επαναλήψιμη, αλλά σίγουρα ανεκτίμητη.

Αν αυτό κάνει την ίδια ιστορία να πέφτει σε δεύτερη μοίρα, πρόκειται για κάτι μάλλον αναπόφευκτο. Όπως συμβαίνει εξάλλου σε κάθε σειρά πυκνής μυθολογίας, συχνά το πώς θα φτάσεις κάπου είναι πιο ενδιαφέρον από τον ίδιο αυτό προορισμό. Συμπληρώνοντας όλα τα κομμάτια του παζλ της 4ης σεζόν, θα διαπιστώσει κανείς πως δεν έχουμε στα χέρια μας μια αληθινή ιστορία που να καταλήγει όντως κάπου, πέραν του να φέρει συλλογικά τον κάθε χαρακτήρα σε ένα κάποιο χαμηλό ή/και νέο σημείο προσωπικής αφετηρίας. Το να ακολουθείς τους διαφορετικούς ιστούς, ιδίως όταν αρχίζουν να μπλέκονται, είναι τρομερά ενδιαφέρον, και το όλο σκηνικό που σταδιακά αποκαλύπτεται για το αποκορύφωμα της Cinco de Cuatro είναι πολύ διασκεδαστικό. Όμως πέραν αυτού δεν καταλήγουμε κάπου, είναι σα να έχουμε παρακολουθήσει ένα τεραστίων διαστάσεων πολυ-cliffhanger.

buster

(Θα δούμε τη συνέχεια σε ταινία; Σε άλλη σεζόν; Σε audiobook; Ποιος ξέρει. Για την ώρα δεν έχει σημασία, γιατί αυτό που είδαμε αν και ατελές, είναι περίεργα πλήρες.)

Εκεί που κερδίζει η σεζόν, είναι στο ταξίδι των χαρακτήρων. Θέλοντας πεισματικά να αφηγηθεί μια ιστορία διαρκούς πτώσης, συνδέει το τότε με το σήμερα, γεμίζοντας τα κενά μέσα από τις ατομικές προβολές του καθενός από τους 9. Ως ένα κωμικό έπος άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή του, το «Arrested Development» δε θα μπορούσε ξαφνικά στην 4η σεζόν του να αγνοήσει τη σημερινή πραγματικότητα, και πολύ σοφά συνδέει τις διαδρομές των χαρακτήρων με το πέρασμα από τη μία εποχή στην άλλη. Όπως θα ξέρει κάθε άνθρωπος που έχει ζήσει στον ίδιο πλανήτη με εμάς τα τελευταία αυτά 7 χρόνια, αυτό το πέρασμα χαρακτηρίζεται από πολύ πόνο.

Η οικονομική κρίση καθρεφτίζεται πεντακάθαρα στην κωμική απόγνωση μιας οικογένεας που έχει χάσει τα πάντα, με ήρωες που αρνούνται να μάθουν και ξύνουν ο καθένας έναν διαφορετικό πάτο, με καταχρήσεις, φυλακές, σπίτια γεμάτα παιδεραστές, σεξουαλικές χάρες, πορνεία, ηθικά ξεπουλήματα. Δεν κάνω πλάκα, αυτά είναι πράγματα με τα οποία όχι μόνο ασχολείται η 4η σεζόν, αλλά είναι γεμάτη. Είναι φανταστικό, επειδή αυτοί οι χαρακτήρες πάντα ήταν καρτούν, αλλά εδώ βγάζουν πόνο με έναν τρόπο που δεν είμαι σίγουρος πως το έκαναν πάντα.

walter

Μπορεί η ιστορία να μένει ξεκρέμαστη, όμως υπάρχει μεγάλη αξία σε αυτές τις συγκρούσεις, είτε μιλάμε για τον διαλυμένο γάμο της Λίντσεϊ και του Τομπάιας, είτε για τον Μάικλ και τον Τζορτζ Μάικλ που συντηρούν ένα αδηφάγο ψέμα ο ένας απέναντι στον άλλο, είτε για έναν Τζομπ που δεν καταλαβαίνει τι είναι φιλία. Οι χαρακτήρες αυτοί κάνουν διαρκώς κύκλους, δεν βελτιώνονται ποτέ.

Όσο για τη σειρά, δύσκολα θα έλεγε κάποιος πως βελτιώνεται σε σχέση ας πούμε με την 1η της σεζόν, όμως τελικά ίσως αυτό που κάνει να είναι σημαντικότερο. Αντί να επιστρέψει ως ζόμπι με μόνη αποστολή την επιφανειακή ευχαρίστηση των φανς πατώντας σε γνώριμα μονοπάτια, επιχειρεί κάτι ριζικά νέο, τολμηρό και -τελικά- καταδικασμένο να συζητιέται στο μέλλον ακόμα περισσότερο κι από μεγάλο μέρος της αρχικής της κληρονομιάς. Γι’αυτό και μόνο, αυτή η επιστροφή άξιζε τον κόπο.

Γι’αυτό, και για το αστείο με το κλαμπ ‘and’ του Τζέρεμι Πίβεν.

Σημειώσεις:

harmon

  • Ένα ακόμα παράγωγο πρόβλημα της δομής της σεζόν είναι ότι σε αφήνει αβέβαιο για το αν κάποιες ιστορίες έληξαν ή ξεχνάς που άφησες κάποιους χαρακτήρες. Κυριότερα παράδειγμα εδώ η Λίντσεϊ κι ο Τομπάιας που μέχρι λίγο μετά τα μισά της διαδρομής μοιάζει σα να είναι ο συναισθηματικός σκελετός της σεζόν, αλλά στο τελευταίο μπλοκ επεισοδίων πρακτικά δεν υπάρχουν.
  • Αγαπημένο αστείο που κρατάει για πάντα: Το δείπνο των Μάικλ, Ρέμπελ, Λίντσεϊ και Χέρμπερτ. To οποίο ήταν αστείο με το καλημέρα κιόλας- ειδικά η επαναλαμβανόμενη αγκαλιά του Μάικλ με την αδερφή του, μου χάρισε το μεγαλύτερο παρατεταμένο γέλιο ως εκείνο το σημείο της σεζόν.
  • Μιας που ανέφερα την Ρέμπελ: Η Ίσλα Φίσερ παραδίδει ένα πολύ αποτελεσματικό και πλήρως σχηματισμένο χαρακτήρα, μια από τις αγνές χαρές της σεζόν. Ούτως ή άλλως η Φίσερ είναι από τις πιο υποτιμημένες κωμικούς, εδώ ταιριάζει τέλεια.
  • Η σεζόν γενικά είναι φίσκα στους γκεστ, από ουσιαστικές επισκέψεις σαν της Φίσερ μέχρι πέρασμα δευτερολέπτων από τον Νταν Χάρμον χωρίς ουσιαστικό λόγο. Τα περισσότερα από αυτά τα γκεστ είναι σωστά, αλλά ήταν δύο συγκεκριμένα που με πετούσαν εκτός: Η Κρίστεν Γουίγκ και ο Σεθ Ρόγκεν ως νεαροί Λουσίλ και Τζορτζ Μπλουθ. Όχι ότι η Γουίγκ δεν ήταν απίστευτα εμπνευσμένο κάστινγκ ως Λουσίλ, όμως ένιωθες πως οι δυο τους υπήρχαν εκεί απλώς για να υπάρξουν. Εξάλλου στα παλιά επεισόδια (σε σκηνές που μάλιστα πάρθηκαν κατευθείαν από παλιά επεισόδια) τους ρόλους έπαιζαν οι ίδιοι οι Τζέφρι Τάμπορ και Τζέσικα Γουόλτερ.
  • Ο Σεθ Ρόγκεν πάντως ήταν μακράν το χειρότερο πράγμα της σεζόν.
  • Μιλώντας για παλιά επεισόδια: Το Showstealer watermark που εμφανιζόταν έδινε ένα πολύ χαριτωμένο στοιχείο meta χιούμορ.
  • Η ενασχόληση του Χέρβιτς με την τηλεοπτική πραγματικότητα συνεχίζεται αμείωτη. Σχεδόν τα πάντα τα βλέπουμε μέσα από το πρίσμα ενός μάτσου κακών εκπομπών ή ριάλιτι τηλεόρασης. (Τα μισά εκ των οποίων παρουσιάζει ο Τζον Μπίαρντ. Τέλειο.)
  • Θα παρατηρήσατε πως δεν έχουμε αναφερθεί καθόλου σε όλη την υπο-πλοκή με τον Ρον Χάουαρντ και την Imagine Entertainment.
  • Από άλλους χαρακτήρες που επιστρέφουν, πολύ καλή η χρήση του Μπεν Στίλερ και της Μέι Γουίτμαν, όμως υπερβολικά πολλή Λάιζα Μινέλι.
  • Τυχαία φανταστικά αστεία: Το αμάξι του Google Maps. Το διαφημιστική φυλλάδιο του ‘βγαίνω από τη ντουλάπα’ Τόνι Γουόντερ. Το «oh no he didn’t» του Αφηγητή. Ο νεαρός Μπάρι Ζάκερκορν. Ο ΣΤΙΒ ΧΟΛΤ. Αλλά κυρίως. Πραγματικά. Το κλαμπ ‘and’ του Τζέρεμι Πίβεν.

showstealer

Μια τελευταία σκέψη: Το τυπικό reunion θα μας προσέφερε κάτι σαν placebo. Θα χαιρόμασταν άμεσα, για λίγο, και μετά θα διαπιστώναμε πως ΟΚ, όλα οφείλονται στην αγάπη μας για τα παλιά. Πάντα έτσι δε γίνεται; Αυτό το reunion προκάλεσε φανς και κριτικούς, μας οδήγησε κάπου αλλού, ρίσκαρε, τσάντισε, τέσταρε υπομονή και διάθεση ανακάλυψης του καθενός- και τελικά, μας αφήνει να θέλουμε κι άλλο. Όχι κι άλλο από το ίδιο. Απλώς... κι άλλο. Δεν ήταν τέλειο, όμως ήταν σημαντικό. Το μεγαλύτερο κέρδος ήταν η διαπίστωση πως ο Χέρβιτς δεν έχει κλείσει τους λογαριασμούς του με τους Μπλουθ.

Τέλεια.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας.