Θεσσαλονίκη 2016: Τo Flix βλέπει και γράφει για όλες τις ταινίες του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 05 NOV 2016  /  Flix Team

Το νεοσύστατο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου δείχνει το πρόσωπό του για πρώτη φορά φέτος στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Το Flix βλέπει όλες τις ταινίες που το αποτελούν και γράφει γι' αυτές.

Οι ελληνικές ταινίες που αποτελούν το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου χωρίζονται σε τρεις ευδιάκριτες κατηγορίες. Ταινίες που κάνουν την ελληνική πρεμιέρα τους στη Θεσσαλονίκη, ταινίες που έχουν κάνει ήδη ελληνική πρεμιέρα στις αίθουσες ή σε κάποιο άλλο Φεστιβάλ και ταινίες από Ελληνες της διασποράς που κάνουν είτε ελληνική είτε διεθνή πρεμιέρα.

Διαβάστε ακόμη: Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου: Οχι τόσο σέξι, αλλά ευτυχώς ούτε «τα νέα κρατικά βραβεία»!

Παρακάτω θα βρείτε τη λίστα ταινιών του Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου. Οι κριτικές των ταινιών θα προστίθενται σταδιακά, μετά την προβολή τους στη Θεσσαλονίκη.


ΟΙ ΠΡΕΜΙΕΡΕΣ

Αφτερλωβ 607

Αφτερλωβ του Στέργιου Πάσχου

Εκείνο που κρατάς βλέποντας το «Αφτερλωβ» του Στέργιου Πάσχου (που συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), είναι πως, ναι, ένας νέος Ελληνας σκηνοθέτης, πρωτοεμφανιζόμενος στο διεθνές ντεμπούτο του που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, μπορεί να κάνει μια τρομερά διασκεδαστική και μαζί τρυφερή, πειραγμένη ρομαντική κομεντί. Βγαλμένο μέσα από κουβέντες και δοκιμές του Στέργιου Πάσχου με τους πρωταγωνιστές του, Χάρη Φραγκούλη και Ηρώ Μπέζου, το σενάριο έχει, απλώς, πάρα πολλή πλάκα. Με εκπληκτικές ατάκες, του τύπου «θέλω να κάνουμε παιδιά ως επανάσταση, όχι ως καβάντζα» και μ’ ένα ρυθμό πολυβόλου, το περίπου ζευγάρι σκέφτεται, μιλά ακατάπαυστα, συγκρούεται κι ερωτεύεται απ’ την αρχή, με ενθουσιαστικό χιούμορ και τις αλήθειες που έχουν συζητήσει μεταξύ τους ζευγάρια απ’ όταν εφευρέθηκε ο όρος. Λήδα Γαλανού Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη γνώμη του Flix για το «Αφτερλωβ»

Ετερος Εγώ 607

Έτερος εγώ του Σωτήρη Τσαφούλια

Το «εγώ» της δεύτερης μεγάλου μήκους ταινίας του Σωτήρη Τσαφούλια μετά το μέτριο «Κοινός Παρανομαστής» πληγώνεται από τη φιλοδοξία του δημιουργού του αυτό να είναι ένα αξιοπρεπές δείγμα εμπορικού σινεμά και μαζί ένα crime story που να βάλει τον θεατή στην πάντα ιντριγκαδόρικη θέση να αναζητήσει το δολοφόνο. Η ευθεία αναφορά σε όλες τις ταινίες που έχετε δει με serial killers που διαπράττουν εντυπωσιακά εγκλήματα και αφήνουν σημειώματα με γρίφους γραμμένους με αίμα (και όχι μόνο το «Seven» προφανώς) δεν είναι ακριβώς ότι βοηθάει τη γενικά ανώδυνη γραφή και σκηνοθεσία του «Ετερος Εγώ», ακόμη κι αν για πολύ λίγο πιάνεις τον εαυτό σου να σκέφτεσαι «ποιος το έκανε;». Μετά από λίγο δεν είναι ότι το φαντάζεσαι, αλλά δεν ξέρεις αν είναι και κάτι που σε ενδιαφέρει, καθώς ο Τσαφούλιας προσπαθεί να μετατρέψει το όλο μυστήριο σε μια υπαρξιακή διαδρομή ενηλικίωσης του κεντρικού ήρωά του, ο οποίος σε παράλληλη δράση προσπαθεί να βρει τη δικές του λύσεις ζωής και συναισθηματικής επιβίωσης. Ο σε στιγμές ατμοσφαιρικός Πυγμαλίωνας Δαδακαρίδης χάνει γρήγορα τη στόφα του πρωταγωνιστή, ο Δημήτρης Καταλειφός προσδίδει ένα κύρος στο ρόλο του μέντορα και ο guest Φρανσουά Κλουζέ – παρά τις προβλέψεις – βρίσκεται αναξιοποίητος σε μια μικρή σκηνή που έχεις ξεχάσει ήδη ελάχιστα λεπτά με την εμφανισή του. Γύρω τους, μια στέρεη παραγωγή, προδίδεται από την έλλειψη χαρακτήρα τόσο στους φωτισμούς όσο και στην ατμόσφαιρα μιας αστυνομικής ίντριγκας που παραμένει από την αρχή μέχρι και το τέλος ανεξήγητα επίπεδη. Μανώλης Κρανάκης

η ιστορία της πράσινης γραμμής 607

Η Ιστορία της Πράσινης Γραμμής του Πανίκκου Χρυσάνθου

Βλέποντας τη νέα ταινία του Πανίκκου Χρυσάνθου, μια δεκαετία μετά το «Ακάμας», γίνεται προφανές ότι αυτό το φιλμ περίμενε πολύ για να γίνει. Η ιδέα του είναι ανθρωπιστική, οι συνεργάτες του εκτίνονται από τον Νίκο Καβουκίδη στη φωτογραφία, ως τον Κύρο Παπαβασιλείου στο μοντάζ: είναι η ταινία που θέλει να μεταφέρει το κυπριακό βίωμα, ανθρώπων που μεγάλωσαν δίπλα-δίπλα και ξεριζώθηκαν από τις ζωές τους βίαια. Το φιλμ παρακολουθεί τον Κύπρο, Ελληνοκύπριο στρατιώτη στην πράσινη γραμμή της Λευκωσίας το 1977. Καθώς περνά την ώρα της σκοπιάς του, ο Κύπρος γνωρίζεται με τον απέναντι φαντάρο, τον Τουρκοκύπριο Μουράτ, που αποδεικνύεται ότι τώρα πια μένει στο σπίτι του Κύπρου. Εχοντας κι οι δυο αφήσει τις ζωές τους «πίσω» ημιτελείς, κάνουν συμφωνία να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον, να περάσουν κι οι δυο από μια φορά στα απαγορευμένα χωριά τους: ο Κύπρος από τον Νότο στον Βορρά κι ο Μουράτ το αντίστροφο. Μπορεί η απόφασή τους να προκαλεί καταστροφικές συνέπειες, ταυτόχρονα όμως τους προσφέρει και τη γαλήνη που κι οι δυο χρειάζονται. Γυρισμένη μόνο σε εξωτερικούς χώρους, η ταινία τονίζει, βέβαια, την απανθρωπιά όλων των διαχωριστικών γραμμών (σε παραλληλισμό και με το Τείχος του Βερολίνου), αλλά και την ομοιότητα, στην ψυχή, τις παραστάσεις και την κοσμοθεωρία, των Ελληνοκυπρίων και των Τουρκοκυπρίων, πριν την εισβολή. Ωστόσο, το κάνει με τρόπο τόσο στρογγυλεμένο, τόσο παλιομοδίτικο σεναριακά και σκηνοθετικά, που δεν μπορείς να μη σκεφτείς ότι τέτοιες ιστορίες αξίζουν μια πιο σύγχρονη και δυνατή απόδοση στο σινεμά, ώστε να προκαλούν κάτι παραπάνω από ένα νοσταλγικό, γεμάτο κατανόηση και συμπάθεια, κούνημα του κεφαλιού. Λήδα Γαλανού

νήμα 607

Νήμα του The Boy

Το «Νήμα» είναι μια ταινία κόκκινη. Ακολουθεί τη διαρκή ροή του αίματος από μια μάνα στο παιδί της. Πασαλείβεται με το αίμα της επίμονης, σαδιστικής κακοποίησης. Βάζει στο κέντρο της μια ηρωίδα της αντίστασης, την Κόκκινη. Κυρίως, ανεβάζει την αντίληψη των αισθήσεων στο κόκκινο, χαράζεται από πάθος κατακόκκινο, τραβιέται στη συστολή και κοκκινίζει. Είναι μια ταινία για ένα γιο και μια μητέρα κι ένα γιο χωρίς μητέρα, χωρισμένη στα δυο. Με την υπογραφή όχι του Αλέξανδρου Βούλγαρη, αλλά του The Boy, μια και το δικό του σύμπαν έρχεται να συμπληρώσει. Λήδα Γαλανού Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη γνώμη του Flix για το «Νήμα»

kissing 607

Όντως Φιλιούνται; του Γιάννη Κορρέ

Διασχίζοντας με διακριτικότητα από το mumblecore μέχρι το αμερικάνικο ανεξάρτητο σινεμά, τον Χαλ Χάρτλεϊ και την παράδοση των slackers μέχρι αυτή μιας Μιράντας Τζουλάι και άντε μια ιδέα πιο πίσω στα ασπρόμαυρα screwball του Χόλιγουντ, ο Γιάννης Κορρές κατασκευάζει ένα σύμπαν φτιαγμένο από αγορίστικες ιδιοτροπίες και κοριτσίστικους τσαμπουκάδες, «χαλασμένα» αγόρια και ψευδά κορίτσια, σινεφίλ αναφορές και όμως ταυτόχρονα μια τόσο οικεία καθημερινότητα, μια τρυφερή αλλά και κυνική ματιά πάνω στις σχέσεις, σε όσα θα μπαίνουν πάντα ανάμεσα σε μια σχέση και σε όσα δεν χρειάζεται ποτέ να καταλάβεις προκειμένου να κάνεις μια σχέση. Και ξαφνικά (σχεδόν) από το πουθενά, ένα ντεμπούτο τολμάει να γίνει η πειραγμένη ρομαντική κομεντί μιας γενιάς. Με αυτοπεποίθηση, χιούμορ και εκείνη την απελευθερωτική αίσθηση πως ό,τι είναι προβληματικό είναι από τη σωστή οπτική γωνία χαριτωμένο. Οντως. Μανώλης Κρανάκης Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη γνώμη του Flix για το «Οντως Φιλιούνται;»

Πλατεία Αμερικής 607

Πλατεία Αμερικής του Γιάννη Σακαρίδη

Οι ήρωες της «Πλατείας Αμερικής» είναι τρεις και ζουν και οι τρεις στην ίδια πολυκατοικία. Και για όσο διαρκεί μια ταινία θα ζήσουν ο καθένας τη δική του ταινία, με αρχή μέση τέλος και κεντρικό άξονα τη φυγή. Φυγή εκτός των ελληνικών συνόρων, εκτός της κρίσης, εκτός από αυτή τη μεγάλη σύμβαση του να μένεις ίδιος ενώ όλα γύρω σου αλλάζουν με ρυθμούς πολυβόλου. Ο Μπίλλη είναι ένας σαραντάρης tattoo artist που έχασε εδώ και καιρό την ευκαιρία να «την κάνει», η γνωριμία του όμως με την Τερέζα από την Αφρική θα είναι καθοριστική για αυτά που θα «χτυπήσει» από δω και πέρα στο κορμί του και το κορμί των άλλων. Ο Νάκος, ένας άνεργος 30something που ζει ακόμη με τους γονείς του θα βρει νόημα στην ευκολία του ρατσισμού και εμπνευσμένος από «κινηματογραφικές» ιστορίες εξόντωσης των αλλοδαπών θα σχεδιάσει το δικό του. Ο Ταρέκ, πρόσφυγας από τη Συρία, προσπαθεί να βρει τον πιο σίγουρο τρόπο για να φύγει από τη χώρα μαζί με τη δεκάχρονη κόρη του. Στη δεύτερη μεγάλου μήκους του ταινία, ο σκηνοθέτης του «Wild Duck» αποτυπώνει με γνώριμο τρόπο αλλά έξυπνη κινηματογράφηση το εδώ και τώρα μιας πόλης που αλλάζει. Μανώλης Κρανάκης Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη γνώμη του Flix για την «Πλατεία Αμερικής».

Park 607

Park της Σοφίας Εξάρχου

Σε ένα από τα πιο δυνατά ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων του ελληνικού σινεμά, η Σοφία Εξάρχου αφηγείται την ιστορία της γενιάς του 2000 σαν μια σωματική πάλη ανάμεσα στην αθωότητα και τη βία που κρύβει μέσα της αναπόφευκτα η ενηλικίωση. Το σκηνικό του «Park» είναι ακραίο, όσο ακραία είναι η πραγματικότητα ενός ολυμπιακού χωριού που εκτός από απτό σημάδι της ανόδου και της πτώσης μιας ολόκληρης χώρας έγινε σύμβολο τόσων πολλών πραγμάτων, περισσότερων απ' όσο θα μπορούσαν να αντέξουν τα - θα το διαπιστώσετε και μέσα στην ταινία - όχι και τόσο ανθεκτικά υλικά του. Ακραίοι είναι και οι ήρωες του «Park», όσο ακραία είναι τα παιδιά που μεγαλώνουν εγκλωβισμένα μέσα στον ανοιχτό χώρο στην άκρη της πόλης, εκεί που αν για κάποιο λόγο σταματήσει το βουητό από την εθνική οδό και οι μηχανές από τα εργοτάξια μπορεί και να ακούσεις τις φωνές τους. Μανώλης Κρανάκης Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη γνώμη του Flix για το «Park».

ξα μου 607

Ξα μου της Κλειώς Φανουράκη

Κρήτη, επιστροφή στις ρίζες, μεγάλη ομορφιά στη φύση και στους άντρες επίσης, η ελπίδα που γεννά η γη σε αντιδιαστολή με τις απογοητεύσεις που φέρνει η Ελλάδα της οικονομικής κρίσης και της ανεργίας. Ο ήρωας του «Ξα μου» (η κρητική έκφραση για το «δικαίωμά μου»), ο Τζόνι, είναι ένας 55χρονος πετυχημένος, ως τώρα, επαγγελματίας, σύζυγος και πατέρας τριών παιδιών, διεθυντής ξενοδοχείου στην Κρήτη, που ξαφνικά βρίσκεται χωρίς δουλειά και χωρίς ορατή προοπτική για το μέλλον. Ενώ ο ίδιος κρύβεται στο σκοτεινό playroom της ευήλιας μονοκατοικίας του και τζογάρει ηλεκτρονικά, με προτροπή της γυναίκας του περνά μια μέρα με τους ντόπιους παραγωγούς, έναν ψαρά, τους αμπελουργούς, έναν νεαρό και φιλόδοξο τυροκόμο κι αρχίζει να διακρίνει ένα μέλλον στην εκμετάλλευση των προϊόντων της κρητικής γης και την προώθησή τους στο εξωτερικό. Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Κλειούς Φανουράκη κάνει, από το πρώτο πλάνο της, προφανές το πού θα καταλήξει. Βασισμένη στις ομορφιές του τοπίου και τα θετικά στερεότυπα για τους Κρητικούς, στήνει μια κοινωνική κομεντί - πρόσκληση στον τόπο της. Το φιλμ αφθονεί σε κρητικά, βουτά στο φολκλόρ αλλά χωρίς υπερβολές, έχει και μαντινάδες και λαγούτα, και την Αννα Φόνσου σε ρόλο-αστραπή. Ωστόσο, η σκηνοθεσία έχει έναν ευχάριστο ρυθμό, ο Γιώργος Χωραφάς κρατά με άνεση και γοητεία τον κεντρικό ρόλο, ο Λευτέρης Ελευθερίου (των AbOvo και του «Η Γενιά των 592 ευρώ») είναι λαμπερός κι ελκυστικός στην οθόνη, ενώ η κρητική φύση είναι όντως χαρά για τα μάτια κι ηρεμία για το μυαλό. Στο πλαίσιο, άρα, τουριστικών ταινιών για άλλες όμορφες εξοχές, όπως της Τοσκάνης ή της Νότιας Γαλλίας, σαν το «Ενα Ταξίδι 30.5 Μέτρα Μακριά», δεν έχει κάτι να ζηλέψει, αντίθετα λειτουργεί πολύ πιο αποτελεσματικά απ' όποιο σποτάκι του ΕΟΤ. Λήδα Γαλανού

το αγόρι στη γέφυρα 607

Το Αγόρι στη Γέφυρα του Πέτρου Χαραλάμπους

Με ένα στάνταρ παραγωγής που το ανεβάζει επίπεδο, το ντεμπούτο του Κύπριου Πέτρου Χαραλάμπους βασίζεται σε ένα διήγημα της ελληνοκυπριακής καταγωγής κατοίκου Αγγλίας Ιβ Μάκις και αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης σε ένα χωριό της Κύπρου, ξεκινώντας το νήμα της ιστορίας από ένα παιδί που μεγαλώνει περήφανο για τον ηρωισμό του παππού του πριν ανακαλύψει με τον πιο δυσάρεστο τρόπο τα σκοτεινά (πολιτικά και διαπροσωπικά) μυστικά που κρύβει η οικογένειά του. Ταινία εποχής που με τον τρόπο της λέει πολλά για το μόνιμως εμφυλιακό σκηνικό στη σύγχρονη εποχή (στην Ελλάδα, στην Κύπρο, δεν έχει σημασία...), το «Αγόρι στη Γέφυρα» προσπαθεί πολύ να είναι όσο σκληρό χρειάζεται και ταυτόχρονα όσο στρογυλεμένο δεν θα το έβγαζε έξω από τη σφαίρα ασφαλείας ενός οικογενειακού δράματος που θέλει να ερεθίσει το θυμικό του θεατή αλλά και να μην προδώσει την συνολικά ανώδυνη οπτική του πάνω στο τέλος των παραμυθιών (όπως τα ξέραμε). Ερμηνευτικά πολύ άνισο (με εξαίρεση την πάντα κινηματογραφική Κίκα Γεωργίου και τον Αντρέα Τσέλεπο), αδικαιολόγητα πομπώδες για το μέγεθός του και προβλέψιμο παρά την παροδική αγωνία που σου προκαλεί, το ντεμπούτο του Πέτρου Χαραλάμπους σώζεται και προδίδεται ταυτόχρονα από την αίσθηση του καλογυρισμένου που κρατάει ευχαριστημένο το βλέμμα αλλά αδιαφορεί για την ουσία και κόντρα στην κεντρική του θεματική αγιάζει τα μέσα εις βάρος του όποιου σκοπού. Μανώλης Κρανάκης

Αγάπη Αγάπη Αγάπη 607

Αγάπη, Αγάπη, Αγάπη του Κώστα Ζάπα

Ο Κώστας Ζάπας που ξέρουμε κι εμπιστευόμαστε είναι και πάλι εδώ, με τη νέα του φιλμική εξτραβαγκάντζα και ίσως την πιο φιλική (γίνεται και αυτό) προς το χρήστη ταινία του, ένα (φυσικά) πειραγμένο μελόδραμα που χωρίς να είναι καθόλου φειδωλό σε πρόκληση, τιμά τον (φυσικά) ειρωνικό τίτλο του, αναδύοντας μέχρι και έναν απροσδόκητο ρομαντισμό. Προσοχή, μην ξεχνάτε ότι βρίσκόμαστε σε μια ταινία του Κώστα Ζάπα που ακόμη και υπό συνθήκες (ηθελημένης ή όχι αλλά σίγουρα ποτέ «λεπτής») ειρωνίας τίποτα δεν είναι όμορφο, υγιές, πολύ πιστευτό ή πολύ ρομαντικό, τουλάχιστον με έναν τρόπο που θα μπορούσε να γίνει εύκολα αντιληπτό ή αρεστό. Στα όρια της παρωδίας μιας πραγματικότητας που θα μπορούσε να είναι τέτοια και στο τέρμα μιας απόστασης που διασχίζει όλα τα volume του μηδενισμού στα πάντα (ηθική, αισθητική και άλλα σε... η) , η ιστορία αυτή μιας μητέρας που δουλεύει σε sex club «επειδή θέλει να να νιώσει κάτι» και της κόρης της που ως χαμένο κορμί εκπορνεύεται επίσης για να κρατήσει τη δουλειά της, το «Αγάπη Αγάπη Αγάπη» είναι ακόμη ένα σχόλιο του Κώστα Ζάπα πάνω στην ασχήμια της ζωής και την άδικη κοινωνία που δεν αργεί να επεκταθεί και σε πιο δυσοίωνες προβληματικές γύρω από τις ανθρώπινες, οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις. Οσοι δηλώνουν πιστοί στο σινεμά του Κώστα Ζάπα θα ενθουσιαστούν από το camp, αυθόρμητο (μπορείς να το περιγράψεις από τελείως ωμό έως και τελείως άτεχνο) των διαλόγων και των όποιων δραματικών εξάρσεων, συν μερικά (περισσότερο από όσο αντέχει και η ίδια η ταινία) πολλαπλών αναγνώσεων μιούζικαλ επεισόδια βιασμού, στριπτίζ και πατροκτονίας. Οσοι έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια για το σινεμά του εδώ και χρόνια, είναι σίγουρο πως δεν θα αλλάξουν γνώμη με αυτήν εδώ την ταινία. Οσο και αν - όχι απαραίτητα x3 - μπορεί να πιάσουν τον εαυτό τους να νιώθει λίγη από την... αγάπη. Μανώλης Κρανάκης

αλκιβιάδης 607

Αλκιβιάδης ο Ατίθασος Μαθητής του Σωκράτη του Δημήτρη Μακρή

Ο Δημήτρης Μακρής, του πάντα αξιομνημόνευτου «Εδώ Πολυτεχνείο», της «Καγκελόπορτας» και των «Κεκαρμένων», παρουσιάζει τη «2η Ταινία της Τριλογίας του Σωκράτη» κι είναι και κρίμα που δεν έχουμε δει την πρώτη. Καθώς ο Μακρής πέρασε τα περισσότερα χρόνια της καριέρας του στην Ιταλία, εκεί ασκήθηκε και σε τηλεταινίες αγωνίας, ή πικάντικου αισθησιασμού κι αυτός εδώ ο «Αλκιβιάδης» κάνει σαφείς τις αναφορές του στην ιταλική φαρσκοκωμωδία με γυμνό για αλατοπίπερο. Αρκεί, όσο διασκεδάζουμε με τα χαΐρια των ηρώων και του σκηνοθέτη τους, να ήμαστε σίγουροι ότι η κωμωδία ήταν η πρόθεσή του. Το φιλμ παρακολουθεί ολόκληρη την πορεία του Αλκιβιάδη, μαθητή του Σωκράτη (αλλά όχι εραστή του γιατί ο Δάσκαλος τον αρνήθηκε), από τις δοξασμένες μέρες της Αθήνας στον προσεταιρισμό της Σπάρτης και στην εκδίκηση των Περσών. Γυρισμένη σε φυσικούς χώρους, χάρη στην προφανέστατη έλλειψη πόρων, η ταινία θυμίζει σχολική παράσταση, τουλάχιστον στο επίπεδο των κοστουμιών, των ερμηνειών και της τραγελαφικής αισθητικής της. Είναι βέβαιο πως αυτή, τουλάχιστον, η προσπάθεια, δε δικαιολογεί την ύπαρξη ενός showcase όπως είναι το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, μια και δεν προορίζεται ούτε για κριτική επιβράβευση, ούτε για το εισιτήριο του θεατή, ούτε για τους ξένους επαγγελματίες που επισκέπτονται το Φεστιβάλ και θα μείνουν μ’ ένα τεράστιο ερωτηματικό στο βλέμμα. Το φιλμ τα έχει όλα: μονολόγους με το βλέμμα σταθερό στην κάμερα, ιππείς, χιτώνια, έναν όμορφο, γεμάτο ηδυπάθεια πρωταγωνιστή, άφθονους μακρυμάλληδες γέροντες, τραγικό χορό αλλά και ποπ μιούζικαλ, κλανιές, χορό της κοιλιάς, σεξ, φιλοσοφικά τσιτάτα, μια Τιμάνδρα που συμπληρώνει την αφήγηση σα να μιλά σε ροζ τηλέφωνο, αξεσουάρ αγορασμένα από κάτι σαν το Τζάμπο, μουσική από κάτι σαν παιδικό συνθεσάιζερ. Σκηνικά φτιαγμένα ψηφιακά, μπροστά από τα οποία παίζουν οι ηθοποιοί ξακρισμένοι, με το περίγραμμά τους να ξεχωρίζει, όπως παλιά στη «Φρουτοπία». Ερασιτεχνικό ντουμπλάρισμα που ξεχνά τους ήχους του χώρου αλλά, επιπλέον, είναι και ασύγχρονο. Σκηνές από λύκους που αλυχτούν ή άλογα που τρέχουν, «δανεισμένα» από κάποιο υλικό public domain. Μέχρι και παραλληλισμό του αρχαιοελληνικού μύθου με τους σημερινούς δανειστές και τα μνημόνια, τη φιλοδοξία των πολιτικών και την ασυδοσία της εξουσίας. Κι όλα αυτά, σ’ ένα συνδυασμό τόσο κακότεχνο και φτηνό, αλλά και με τόσο αυθεντική πρόθεση κοροϊδίας και κεφάτης αυταρέσκειας, που η αφέλειά του φτάνει ακόμα και να σε κερδίζει στα σημεία. Μπορεί ο ατίθασος, αυτός, Αλκιβιάδης να κινείται στο όριο του καταστροφικού, αλλά κάπου, βαθειά-βαθειά, το παράλογo της ίδιας του της ύπαρξης θα το ζήλευαν κι οι Monty Python. Λήδα Γαλανού

κοινός τόπος 607

Κοινός Τόπος της Πέννυς Μπούσκα

Σε ένα απομονωμένο μέρος, οι αντλίες δουλεύουν εντατικά για να αποτρέψουν την καταστροφή από την πλημμύρα. Οταν φτάνει στο χωριό μια ομάδα προσφύγων, οι κάτοικοι αναστατώνονται και οι ισορροπίες μοιραία αλλάζουν. Μέρος μιας διδακτορικής εργασίας στη σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο «Κοινός Τόπος» είναι σαφές ότι τοποθετεί αυτόματα την ύπαρξή του στη μεγάλη παράδοση του ποιητικού σινεμά, επενδύοντας πρωταρχικά στη φόρμα του ασπρόμαυρου, των μεγάλων σε διάρκεια πλάνων και της ελλειπτικής αφήγησης. Η πρωτοεμφανιζόμενη Πέννυ Μπούσκα τo κάνει με μέτρο και σύνεση - θέλοντας να θυμίσει π.χ. κάτι από τον πιο πρόσφατο Μπέλα Ταρ του «Αλόγου του Τορίνο» (μια προφανής αναφορά λόγω ασπρόμαυρου, voice over και δυστοπικού μέλλοντος ή παρόντος) και μαζί με μια οικονομία που απλώνεται σοφά μόνο σε μια ώρα φιλμικού χρόνου. Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να ανατρέψει τη διαρκή αίσθηση πως μπροστά στα μάτια σου απλώνεται περισσότερο μια κόπια εργασίας και όχι μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική αφήγηση και πως η ένταση που λείπει από τον «Κοινό Τόπο» δεν μπορεί να καλυφθεί από τις πολύ (σε ορισμένες περιπτώσεις) δυνατές εικόνες και από την πραγματικά σε στιγμές διαπεραστική «μεταφορά» μιας Γης που μοιάζει πλέον με ανοιχτή θάλασσα... ανθρώπων. Μανώλης Κρανάκης

Istanbul Story 607

Istanbul Story (Μια ιστορία της Πόλης) της Φωτεινής Σισκοπούλου

To «τι ήμασταν και τι γενήκαμε» των Ελλήνων της Πόλης, σε μια όμορφη αλλά ανοικονόμητη και στερεοτυπική σύγχρονη εκδοχή ρομάντζου. Η Φωτεινή Σισκοπούλου, έντεκα χρόνια μετά τη «Rakushka», επανέρχεται με μια ταινία ελληνοτουρκική, τόσο ως παραγωγή, όσο κι ως περιεχόμενο. Αυτή είναι η ιστορία της Κάτιας που, έχοντας μόλις χάσει τη μητέρα της, πηγαίνει στην Ιστανμπούλ για ν' αναζητήσει την εκεί περιουσία της οικογένειάς της. Γνωρίζει έναν όμορφο και μαχητικό δικηγόρο, γνωρίζει την Πόλη, γνωρίζει μυστικά από το παρελθόν της μαμάς της και αλήθειες για το διωγμό του 1965. Λήδα Γαλανού Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη γνώμη του Flix για το «Istanbul Story» της Φωτεινής Σισκοπούλου.


ΤΑΙΝΙΕΣ ΑΠΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

42 δευτερόλεπτα ευτυχίας 607

42 Δευτερόλεπτα Ευτυχίας της Χριστίνας Κάλλας

Θα μπορούσε να είναι μια από τις έξυπνες και με κινηματογραφικό μπρίο αμερικανικές ανεξάρτητες ταινίες της σεζόν. Ομως η Χριστίνα Κάλλας, ως τώρα σεναριογράφος και παραγωγός στις Η.Π.Α., εδώ στην πρώτη της σκηνοθετική δουλειά, παρουσιάζει μια σεναριακή εξτραβαγκάντσα με εμφανές το περιορισμένο της budget, παρά το έξυπνο σατιρικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης. Μια παρέα 35χρονων συγκεντρώνεται σ' ένα σπίτι στα προάστια της Νέας Υόρκης, θεωρητικά για τον γάμο των δυο φιλενάδων τους. Παράλληλα με τις προετοιμασίες για την τελετή, αποφασίζουν να κάνουν μια δραστική παρέμβαση στο άρτι χωρισμένο ζευγάρι φίλων τους. Ταυτόχρονα πλησιάζει ένα καταστροφικός τυφώνας. Την ίδια στιγμή, μια οπλισμένη ανεπιθύμητη επισκέπτης τούς χτυπάει την πόρτα. Καθώς οι ήρωες διαλύονται κι ανασυντίθενται από σεκάνς σε σεκάνς, η Κάλλας τους κινηματογραφεί με κακό φωτισμό και πρόχειρη εικόνα, εφαρμόζοντας, ωστόσο, το εύρημα του να δείχνει παράλληλες δράσεις ή κομμάτια από τις αδιάκοπες συζητήσεις σε split screen, εναλλάσσοντας σκηνές εσωστρέφειας με ξεσπάσματα υστερίας. Η ιδέα δεν είναι, μάλλον, το παν και αυτό εδώ το ντεμπούτο δεν καταφέρνει να υπερβεί τους τεχνικούς περιορισμούς του ή να τιθασεύσει τη σεναριακή υπερβολή του. Παρότι κάτι από την αίσθηση που μεταφέρει στο θεατή, μιας παρέας που ενηλικιώθηκε αλλά παλεύει να κρατήσει το παρελθόν ζωντανό, μοιάζει φιλικό και οικείο. Λήδα Γαλανού

Tracktown 607

Δρομέας Μεγάλων Αποστάσεων (Tracktown) του Τζέρεμι Τάισερ και της Αλέξι Πάπας

Κάπου ανάμεσα σε μια προεφηβική ταινία και ένα αμερικάνικο indie που όλο νιώθεις που κάπου έχεις ξαναδεί, το «Tracktown» των Τζέρεμι Τάισερ και της Αλέξι Πάπας διαφέρει μόνο στα σημεία από το ημερολόγιο μιας κοπέλας που προσπαθεί να βρει το δρόμο της σε αυτή τη ζωή, αφού πρώτα έχει αποφασίσει πως αν είναι να τον διανύσει δεν θα τον περπατήσει αλλά θα τον τρέξει με... ολυμπιακές επιδόσεις. Διάσημη δρομέας η ίδια - και σύμφωνα με τα στατιστικά η πρώτη «Ελληνίδα» που έτρεξε στα 10 χιλιόμετρα στους Ολυμπιακούς του Ρίο - η ελληνικής καταγωγής (από Ελληνοαμερικάνο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα) Αλέξι Πάπας, μεταφέρει με αυθεντικότητα τη σωματική αγωνία ενός κοριτσιού που βρίσκει λύσεις στη ζωή του μέσα από διάσημες φράσεις διάσημων ανθρώπων (από τον Γουίλιαμ Σέξπιρ μέχρι τη Σταχτοπούτα), ενώ εξαιτίας ενός αποκλεισμού από τους αγώνες θα αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπη με πολλές ώρες ελεύθερου χρόνου χωρίς προπόνηση. Μια λίγο προβληματική οικογενειακή κατάσταση στο Tracktown (παράδεισο των απανταχού δρομεών) του Ορεγκον, μια λίγο επεισοδιακή πρώτη σχέση, μια λίγο συμπλεγματική προσωπικότητα που δεν γνωρίζει ακριβώς το know how της ζωής, μια λίγο γενικά ενδιαφέρουσα περίπτωση αργοπορημένης ενηλικίωσης, κάνουν το «Tracktown» μια λίγο χαριτωμένη αλλά και λίγο πρωτότυπη ταινία που είναι προφανές πως ίσως λειτουργήσει καλύτερα σε μικρότερες ηλικίες κοριτσιών που συνδυάζουν τα ταλέντα της Πάπας και θα παρασυρθούν από τον ανάλαφρο ρυθμό και τις ρετρό γλύκες των Au Revoir Simone στο soundtrack Χαρισματική ως πρόσωπο που φέρνει κάτι μακρινό από τον κωμικό ρομαντισμό της Οντρεϊ Χέπμπορν, η Πάπας θα μπορούσε να είναι μια blogger με πλήθος φανατικών followers και μαζί ένα it girl για τη γενιά της Λίνα Ντάναμ. To σινεμά που φτιάχνει (μαζί με το σύντροφό της, κινηματογραφιστή Τζέρεμι Τάισερ) είναι χειροποίητο, ειλικρινές και σε στιγμές αφοπλιστικό. Χρειάζεται ακόμη πολύ δρόμο για να φτάσει με επιτυχία στο σημείο όπου δεν χρειάζεσαι πια να χρησιμοποιείς τις «φράσεις των άλλων», αλλά τουλάχιστον εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση μιας ιδιότυπης καλλιτέχνιδος/αθλήτριας/ποιήτριας σου δίνει τη σιγουριά πως μπορεί να τον τρέξει... Μανώλης Κρανάκης

Joe Cinque's Consolation 607

Η Παρηγοριά του Τζο Τσίνκουε (Joe Cinque’s Consolation) του Σωτήρη Δουνούκου

Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο - ντοκουμένο της Ελεν Γκάρνερ που κυκλοφόρησε το 2004 και κατέγραφε την πολύκροτη δίκη της δολοφονίας του Τζο Τσίνκουε από την ασταθή ψυχολογικά διαταραγμένη κοπέλα του, Ανού Σινγκ, το ντεμπούτο μεγάλου μήκους του Σωτήρη Δουνούκου (βραβευμένου το 2014 στο Φεστιβάλ του Τορόντο με το βραβείο καλύτερης ταινίας μικρού μήκους) αφηγείται την ιστορία πριν ξεκινήσει η δίκη, ξετυλίγοντας το κουβάρι των γεγονότων που οδήγησαν στην τραγωδία. Στην πραγματικότητα ο μόνιμος κάτοικος Αυστραλίας Δοuνούκος αφηγείται μια πειραγμένη ερωτική ιστορία και μαζί ένα δοκίμιο πάνω στην εμμονή και πως αυτή μπορεί να σε οδηγήσει εκτός ελέγχου. Ο τρόπος με τον οποίο το κάνει, χωρίς να εξηγεί κίνητρα, συμπεριφορές και τους πραγματικούς λόγους για τους οποίους τελικά η ηρωίδα του οδηγείται στο έγκλημα, λειτουργεί ως αντίβαρο σε μια οικεία φωτισμένη και σκηνοθετημένη εικόνα που φλερτάρει με το μελόδραμα, ενώ γύρω από τους ήρωες η ολοζώντανη Καμπέρα μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε μια αφιλοξενη απόκοσμη πόλη που κρύβει το δικό της σκοτάδι. Ο Δουνούκος επιδεικνύει ωριμότητα στη δημιουργία μιας ολοένα και πιο αποπνικτικής και άβολης για το θεατή ατμόσφαιρας, καθώς η ώρα περνάει και η προετοιμασία για το αποτρόπαιο έγκλημα ολοκληρώνεται οδηγώντας τα πράγματα στην αλήθεια ενός φινάλε που γνωρίζεις από την αρχή. Η φιλόδοξη όμως ταινία του μοιάζει να μην έχει κέντρο βάρους, καθώς αναρωτιέσαι συνεχώς αν παρακολουθείς τελικά μια ταινία μυστηρίου ή το πορτρέτο ενός διαταραγμένου ανθρώπου - αν και η έπιβλητική παρουσία (περισσότερο ίσως και από την ερμηνεία) της Μάγκι Ναουρί στο ρόλο της Ανού Σινγκ θα συνηγορούσε μάλλον για το δεύτερο. Μανώλης Κρανακης


ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΗΔΗ ΠΡΕΜΙΕΡΑ

pedro nula 607

Πέντρο Νούλα του Κάρολου Ζωναρά

«Ουρανία, λες να είμαι επικίνδυνος;» Αυτή η εκπληκτική ατάκα βρίσκεται στο επίκεντρο της νέας ταινίας του Κάρολου Ζωναρά, που ακολουθεί το «Μπιγκ Χιτ» του 2012, και καθορίζει την πλοκή και το ύφος του. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρο φιλμ νουάρ, πράγμα που γίνεται σαφές και συμβολικά από τα πρώτα πλάνα της ταινίας, όταν ο ήρωας που ταξιδεύει με ΚΤΕΛ, διαβάζει το «Out of the Past», ενώ ο άγνωστος κι ενοχλητικός συνταξιδιώτης του μιλά οργισμένος για την Ελλάδα της κρίσης. Φιλμ νουάρ, με ελαφρύ πολιτικό σχολιασμό και μια διάθεση σατιρικού χιούμορ. Ο «Πέντρο Νούλα» του τίτλου, που ενσαρκώνει ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, χτυπά όταν το λεωφορείο τρακάρει και συνέρχεται στο νοσοκομείο χωρίς μνήμη. Στις αποσκευές του βρίσκει στοιχεία που θα τον οδηγήσουν σε μια αγωνιώδη αναζήτηση ταυτότητας: της δικής του. Στη διαδρομή του θα συναντήσει έναν κλοιό υποκόσμου, μυστικά του παρελθόντος, τη σκοτεινή πλευρά της Αθήνας και μια τραγουδίστρια που θα ερωτευτεί. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης στον κεντρικό ρόλο είναι πετυχημένα «αταίριαστος» μέσα στο υπόλοιπο καστ, η σκηνοθεσία έχει γίνει με κέφι και με σεβασμό στο είδος, η μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη βοηθά στην υπονομευτική ατμόσφαιρα. Ωστόσο το προφανώς περιορισμένο budget, η φωτογραφία που μοιάζει πολύ πιο επίπεδη από του «Μπιγκ Χιτ», η ίδια η προφανής πλοκή του σεναρίου και κορύφωση του δράματος, συνθέτουν μια ταινία πιο συμβατική και περιορισμένη, σε έμπνευση και σε τόλμη, από την προηγούμενη: όχι αρκετά διαβρωτική, όχι αρκετά mainstream. Λήδα Γαλανού

Nocturne 607

Nocturne του Κωνσταντή Φραγκόπουλου

Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο ο Κωσταντής Φραγκόπουλος αφηγείται μια ιστορία με... διαστάσεις, μέσα στον περιορισμένο χώρο ενός υπόγειου πάρκινγκ. Οπως φυσικά και η πρόθεσή του να είναι αυτή μια αγγλόφωνη ταινία, με πραγματικά διεθνές καστ (του οποίου ηγείται ο Οόυεν Τιλ του «Game of Thrones») και ταυτόχρονα μια ιστορία που θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε στον κόσμο σήμερα. Αυτή η ιστορία - μικρή σε διαστάσεις και εκτόπισμα - ίσως είναι και το σημείο που κρατάει το «Nocturne» από το να γίνει μια ολοκληρωμένη ταινία για το που μπορεί να κρύβεται το φως όταν ζεις σε ένα κόσμο χωρίς πρόσβαση σε αυτό και σε μορφή αλληγορίας στο που μπορεί να κρύβεται η ελπίδα όταν όλα δείχνουν πως αυτή έχει πεθάνει για πάντα. Μια ιδιόμορφη μείξη ανθρώπινου δυναμικού ενισχύει τις υποκριτικές ικανότητες του ξένου καστ, αναδεικνύοντας κατά πολύ την αμηχανία των καλών Ελλήνων ηθοποιών (κυρίως της Λένας Παπαληγούρα και του Δημήτρη Λάλου) να παίξουν φυσικά στα αγγλικά, καθώς ο Φραγκόπουλος παίζει με τις συμβάσεις του gangster movies φέρνοντας κάτι από την αγγλική παράδοση από την οποία προέρχεται ως σπουδαστής, εδώ και σε συμπαραγωγή με τη Μ. Βρετανία. Η τρυφερότητα που μένει μετά το τέλος του «Nocturne» μπορεί να μην μοιάζει ικανή να συμπληρώσει τα κενά μιας φιλόδοξης αλλά φιλότιμης προσπάθειας, ωστόσο συστήνει ένα σκηνοθέτη στη διαμόρφωση ενός δικού του κόσμου - ταυτόχρονα σινεφίλ και στο κέντρο μιας επείγουσας πραγματικότητας. Μανώλης Κρανάκης

H Πόλη της Σιωπής 607

Η Πόλη της Σιωπής της Αντζελας Ισμαήλου

Είναι φανερή η προσπάθεια της Αντζελας Ισμαήλου (που γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί στο μυθοπλαστικό ντεμπούτο της) να γοητεύσει το θεατή με ένα βασανισμένο ρομάντζο που εκτυλίσσεται με φόντο το φωτογενές νησί της Πάτμου και ταυτόχρονα να τον παρασύρει σε ένα υπαρξιακό ταξίδι με προορισμό την αναζήτηση της πραγματικής σημασίας εννοιών όπως η πίστη, η λύτρωση, η αγάπη. Το κάνει με όλους τους λάθος τρόπους και με μια πληθωρικότητα που πνίγει μέσα της κάθε καλή πρόθεση και «υλικά» που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να στηρίξουν μια υποβλητική ατμόσφαιρα - αυτή που τώρα μοιάζει επιτηδευμένη, ψεύτικη και δυσβάσταχτα πομπώδης. Η «Πόλη της Σιωπής» είναι υπερβολικά γραμμένη σαν να διαβάζεις ένα πολυσέλιδο μυθιστορήμα (κάτι ανάμεσα σε Νταν Μπράουν και «Ονομα του Ρόδου») που έχει συνεχώς υποσημειώσεις σε κείμενα, συγγραφείς και αποφθέγματα. Είναι όμως και υπερβολικά σκηνοθετημένη με πλάνα (και πολλά τράβελινγκ) που εξυπηρετούν μόνο τον εντυπωσιασμό, υπερβολικά φωτισμένη, υπερβολικά ερμηνευμένη - σε ένα ανοικονόμητο σύνολο που συνθλίβεται κάτω από τον στόμφο με τον οποίο απαγγέλονται οι εντελώς ψεύτικοι διάλογοι, το τέλειο grooming μοναχών και μη και την παρουσία της ίδιας της Ισμαήλου σε μια τόσο δραματική ερμηνεία που χάνει κάθε ίχνος από την αλήθεια της. Με την υποβλητική μουσική να δίνει τον τόνο μιας ισοπεδωτικής επιτήδευσης και την επί τούτου αποστασιοποίηση να μετατρέπει μαθηματικά κάθε σκηνή σε αθέλητη πόζα για κάποια illustration φωτογράφηση, είναι σαφές ότι το μήνυμα «η Απόκαλυψη είναι οι άλλοι» πρέπει να ειπωθεί δυνατά, αλλά μετά από λίγη μόνο ώρα μέσα στον κόσμο της «Πόλη της Σιωπής» θα ευχόσουν να επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Μανώλης Κρανάκης

ευτυχία 607

Ευτυχία του Χρήστου Πυθαρά

Κάπου ανάμεσα στον «Ενοικο» του Πολάνσκι και στο «Girls» της Λίνα Ντάναμ κινείται η πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Χρήστου Πυθαρά, βγαλμένη με πείσμα μέσα από την εναλλακτική χρηματοδότηση. Η ιστορία παρακολουθεί την Αννα (Ξανθή Σπανού), μια όμορφη κοπέλα που ζει μόνη στο διαμέρισμά της στην Αθήνα: προκειμένου να παραμείνει μόνη, χρησιμοποιεί κάθε είδους δικαιολογίες και ψέμματα προς όλους. Δουλεύει σε φωτογραφείο, επισκέπτεται ενίοτε την ψυχαναγκαστική μαμά της (Θέμις Μπαζάκα), συχνότερα τον ψιλικατζή της γειτονιάς (Χρήστος Στέργιογλου). Το κλειστό της σύμπαν της προκαλεί αναφυλαξία: μεταφορικά, ψυχοσωματικά και κυριολεκτικά. Χωρίς λόγο, χωρίς συγκεκριμένα στοιχεία παρά μια σειρά από ποστ-ιτ κολλημένα στην εξώπορτα και μικρά οράματα που αστράφτουν κατευθείαν στο υποσυνείδητο, η Αννα αρχίζει ν' ανησυχεί ότι κάτι απειλητικό την παρακολουθεί και την περικυκλώνει. Στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του, ο Πυθαράς δηλώνει τη φιλοδοξία του - αλλά και προδίδεται από αυτήν. Σεναριακά το φιλμ μεταλλάσσεται από χαριτωμένη κωμωδία της αμηχανίας, λεπτή και σύγχρονη, σ' ένα υποβλητικό θρίλερ που έρχεται, όμως, χωρίς να έχει χτίσει τους άξονες όπου θα στηριχτεί και θα λειτουργήσει. Αισθητικά, ο Πυθαράς στήνει επιτηδευμένα αλλά πάντα ενδιαφέροντα κάδρα, που θα έφτιαχναν μια στιλιζαρισμένη, όμορφη ταινία αν δεν περιορίζονταν από τη low budget παραγωγή τους. Ωστόσο, ως πρώτο δείγμα δουλειάς, η «Ευτυχία» φανερώνει έναν σκηνοθέτη που, πριν κι από τις δικές του ταινίες, αγαπά την παράδοση του σινεμά, μ' ένα φιλμ που είναι σίγουρα παιδί της πόλης του. Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη του Χρήστου Πυθαρά για την «Ευτυχία» στο Flix. Λήδα Γαλανού

Ενας Αλλος Κόσμος 607

Ενας Aλλος Kόσμος του Χριστόφορου Παπακαλιάτη

Η σκηνοθεσία του Χριστόφορου Παπακαλιάτη έχει ρυθμό και μια αίσθηση γενναιοδωρίας, πολυτέλειας, ανοιχτού αμερικανικού σινεμά. Οι στιλιστικές, αισθητικές επιλογές του είναι στο ύφος που τον χαρακτηρίζει: όμορφοι άνθρωποι, ωραία σπίτια, πλάνα που εναλλάσσουν την ένταση, φραστική ή σωματική, με ατμοσφαιρικά τοπία μιας Ελλάδας που αγαπάμε. Οι διάλογοι, από την άλλη πλευρά, είναι επίσης γνώριμα μοιραίοι, με την πληθωρικότητα και τα κλισέ τους. Μόνο που στο «Ενας Άλλος Κόσμος», η ίδια φόρμα χρησιμοποιείται για να εκφράσει πολιτικό λόγο και η ταινία δεν ανέρχεται στα απαιτούμενα. Και οι απλές διατυπώσεις, τα στερεότυπα, η υπερδραματοποίηση, μια λαϊκίστικη αντιμετώπιση των προβλημάτων της εποχής, της φτώχειας, των απολύσεων, του ρατσισμού, της Χρυσής Αυγής, του μεταναστευτικού, φτιάχνει ένα σενάριο που θέλει να δείχνει στιβαρό, είναι όμως εγκλωβισμένο στην ελαφρότητά του. Λήδα Γαλανού Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για το «Ενας Αλλος Κόσμος».

καύση 607

Καύση του Στράτου Τζίτζη

Αυτή η βαρύγδουπη αλληγορία για την ελληνική κοινωνία του τώρα, χρησιμοποιεί πέντε ήρωες που συζητούν για τον τρόπο ταφής ή καύσης ενός συγγενή ή φίλου τους που βρίσκεται νεκρός -κι έχει αρχίσει να μυρίζει- στο δίπλα δωμάτιο, ενώ έξω η πόλη «καίγεται» από τις ταραχές. Ηρωες που μοιάζουν περισσότερο με σχήματα, με εκπροσώπους ιδεολογιών και προσωποποιημένων αγκυλώσεων της ελληνικής κοινωνίας, φορείς πολιτικών, νοοτροπιών, απόψεων και εμμονών. Γιώργος Κρασσακόπουλος Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για την «Καύση».

Νοτιάς 607

Νοτιάς του Τάσου Μπουλμέτη

Φαινομενικά, ο «Νοτιάς» μοιάζει με απόλυτη και φυσική συνέχεια της «Πολίτικης Κουζίνας», ένα ακόμη κομμάτι στη φιλμογραφία ενός σκηνοθέτη που αισθάνεται σίγουρος πως οι προσωπικές του ιστορίες αφορούν τους πάντες και την ίδια στιγμή νιώθει ότι γνωρίζει τον τρόπο για να το αποδείξει. Ο «Νοτιάς» είναι κι αυτή μια ταινία φτιαγμένη από μνήμες, νοσταλγία, ερωτικά σκιρτήματα, ενήλικες που στέκονται αμήχανοι απέναντι στα παιδιά τους, μεγάλα όνειρα και ακόμη μεγαλύτερες αγάπες, ιστορίες και Ιστορίες που διανύουν παράλληλους βίους πάνω στις σελίδες της ελληνικής πατριδογνωσίας πριν σκάσουν στο πρόσωπο του θεατή σαν ρετρό πυροτεχνήματα και τον κάνουν να θυμηθεί, να νοσταλγήσει, να συγκινηθεί. Μανώλης Κρανάκης Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για το «Νοτιά».

ουζερί τσιτσάνης 607

Ουζερί Τσιτσάνης του Μανούσου Μανουσάκη

Τοποθετημένο σε μια τραγική στιγμή της παγκόσμιας ιστορίας και μιλώντας για κάτι που στην Ελλάδα παρέμενε αποσιωπημένο για πολλά χρόνια, την εξόντωση των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης (κι όχι μόνο) από τους Γερμανούς, το φιλμ του Μανούσου Μανουσάκη έμοιαζε ικανό να προσφέρει λαϊκό σινεμά και συναισθηματική και πολιτική αιχμή. Τα υλικά ήταν εκεί. Το πετυχημένο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, η μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη που αν και περιφερειακός χαρακτήρας στην ιστορία δανείζει το όνομά του στο φιλμ, μια καταδικασμένη ερωτική ιστορία. Και κινηματογραφικά ένας σκηνοθέτης με πείρα (κυρίως στην τηλεόραση) και μερικοί ικανοί ηθοποιοί της νέας γενιάς στους βασικούς ρόλους. Μόνο που το αποτέλεσμα, εκτός από ελάχιστες σκηνές συγκίνησης που χρωστάς σχεδόν αποκλειστικά σε κάποιους από τους ηθοποιούς, μοιάζει άνευρο και αδύναμο, πρόχειρο και ανίκανο να χτίσει πειστικά τους χαρακτήρες, την εποχή τους, την τραγική τους μοίρα, το μέγεθος του σκοταδιού γύρω τους. Γιώργος Κρασσακόπουλος Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για το «Ουζερί Τσιτσάνης».

ρισάλτο 607

Ρισάλτο του Βασίλη Βαφέα

Σε ασπρόμαυρο που προδίδει ταυτόχρονα και την υφή της φόρμας του φιλμ νουάρ, αλλά και το άχρονο μιας κατάστασης που πραγματικά θα μπορούσε να συμβαίνει οποτεδήποτε, αν και περισσότερο από αυτό στο τρομερό τώρα μιας χώρας σε απόλυτη κρίση, το «Ρισάλτο» περιγράφεται μάλλον σαν ένα δυστοπικό όνειρο (φλερτάρει αλλά δεν γίνεται ποτέ πραγματικός εφιάλτης), που δεν αργεί να εξαπολύσει τον παραλογισμό του στα πάντα, αφού από πολύ νωρίς ο Βασίλης Βαφέας ξεκαθαρίζει πως αυτό που βλέπουμε δεν μπορεί να εξηγηθεί ακριβώς με λογικούς όρους - σχεδόν όπως έκανε πάντα στη φιλμογραφία του. Μανώλης Κρανάκης Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για το «Ρισάλτο».

Short Fuse 607

Short Fuse των Κώστα Σκύφτα και Ανδρέα Λαμπρόπουλου

Το είδος της ελληνικής ταινίας δράσης είναι σίγουρο ότι έχει πολύ δρόμο ακόμη να διανύσει μέχρι να μπορέσει να ξεφύγει από την περιοχή του αξιοπερίεργου και να βρει ίσως τους δικούς της «auteurs» που μπορούν να κάνουν κάτι περισσότερο από χαβαλέ. Μέχρι τότε θα έχουμε ταινίες σαν το «Short Fuse» που κάνουν ότι καλύτερο μπορούν, αλλά δεν παίρνουν είναι η αλήθεια ούτε και οι ίδιες τον εαυτό τους απολύτως στα σοβαρά. Αν το έκαναν θα φρόντιζαν να προσέξουν λίγο περισσότερο το γεμάτο τρύπες και δάνεια σενάριο και να καθοδηγήσουν τους ηθοποιούς τους σε ερμηνείες που δεν δείχνουν ερασιτεχνικές. Γιώργος Κρασσακόπουλος Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για το «Short Fuse».

Suntan 607

Suntan του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου

Ισως ποτέ δεν έχουμε δει έτσι στο σινεμά, την παροδική τρέλα, την λαγνεία, τον παροξυσμό που είναι το ελληνικό καλοκαίρι. Οχι μια ακόμη εποχή, αλλά μια κατάσταση που σε κάνει να πετάς τον χειμωνιάτικο εαυτό σου σαν τα ρούχα και, να χάνεσαι με μια βουτιά, σε μια άλλη διάσταση του είναι σου. Το «Suntan» μοιάζει να βάζει αυτή την αίσθηση σε μπουκάλι και την απλώνει πάνω σου σαν κρέμα. Μόνο που δεν σε προστατεύει, αλλά μάλλον σε καίει. Γιώργος Κρασσακόπουλος Διαβάστε εδώ ολόκληρη την κριτική του Flix για το «Suntan».


Το Flix θα σας μεταφέρει καθημερινά όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για το 57ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης - μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες - ως τη λήξη του, την Κυριακή, 13 Νοεμβρίου. Κάντε κλικ εδώ για να δείτε συγκεντρωμένα όλα τα θέματα του Flix για το Φεστιβάλ

fischer tiff 57 607

Η Fischer γιορτάζει 10 χρόνια παρουσίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, απονέμοντας και φέτος τα πιο σημαντικά βραβεία, τα Βραβεία Κοινού Fischer. Διαβάστε και δείτε περισσότερα εδώ.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας.