Buzz

Ο θρυλικός αιώνας του Σινόμπου Χασιμότο

στα 10

Ο πιο εμβληματικός σεναριογράφος του Ακίρα Κουροσάουα, μια θρυλική μορφή για το ιαπωνικό σινεμά και την επιρροή του στη Δύση, ο Σινόμπου Χασιμότο έφυγε έχοντας ζήσει το δικό του αιώνα, σε ηλικία 100 ετών.

Ο θρυλικός αιώνας του Σινόμπου Χασιμότο
Ο Σινόμπου Χασιμότο μαζί με τον Ακίρα Κουροσάουα

Θα αρκούσε μόνο το «Ρασομόν» για να κερδίσει ο Σινόμπου Χασιμότο την κινηματογραφική αθανασία. Οταν με το πρώτο σου κιόλας σενάριο, αλλάζεις τους κανόνες της αφήγησης στον κινηματογράφο, δεν μπορεί παρά να είσαι ένας από τους μεγάλους δασκάλους του.

Ο Χασιμότο έφυγε πλήρης ημερών στις 19 Ιουλίου σε ηλικία 100 χρονών και σημάδεψε όσο ελάχιστοι το ιαπωνικό και κατ’ επέκταση το παγκόσμιο σινεμά, χαρίζοντας τους διαλόγους και τις λέξεις για μερικά από τα πλέον εμβληματικά κι αδιαφιλονίκητα αριστουργήματά του.

Ikiru Ikiru

Throne of Blood Ο Θρόνος του Αίματος

Αρκεί η απλή παράθεση των τίτλων των σεναρίων που υπέγραψε για να καταλάβει κανείς τη σημασία που είχε ο Ιάπωνας σεναριογράφος στην ανάδειξη του κινηματογράφου της χώρας του στο διεθνές προσκήνιο: «Ρασομόν», «Ο Θρόνος του Αίματος», «Ikiru», «Οι Επτά Σαμουράι», «Το Μυστικό Φρούριο», «Η Γειτονιά των Καταφρονεμένων», όλα δημιουργίες του Ακίρα Κουροσάουα, με τον οποίο ο Χασιμότο είχε μια μακρόχρονη και παραγωγικότατη συνεργασία ως ένα από τα βασικά μέλη της σεναριακής του ομάδας.

Η συμβολή του άοκνου και πολυγραφότατου Χασιμότο, ωστόσο, στο ιαπωνικό σινεμά δεν περιορίστηκε στον Κουροσάουα, καθώς ανάμεσα στα πάνω από 70 σενάρια που έγραψε συγκαταλέγονται το αξεπέραστο «Χαρακίρι» του Μασάκο Κομπαγιάσι, αλλά και συνεργασίες με τους Μίκιο Ναρούσε, Κιχάτσι Οκαμότο, Ισίρο Χόντα και Ταντάσι Ιμάι.

Harakiri Harakiri

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έπαιξε καθοριστικό ρόλο τόσο στην ίδια τη ζωή του, όσο και στη θεματική του έργου του Σινόμπου Χασιμότο. Αν και ξεκίνησε την καριέρα του ως σιδηροδρομικός υπάλληλος και κατετάγη στο στρατό το 1938, αναγκάστηκε να περάσει τα επόμενα τέσσερα χρόνια κλινήρης λόγω φυματίωσης. Κατά την παραμονή του στο στρατιωτικό νοσοκομείο, έπεσε στα χέρια του ένα κινηματογραφικό περιοδικό, το οποίο περιείχε αποσπάσματα σεναρίων από ταινίες της εποχής. Το γεγονός αυτό ήταν μοιραίο για τον Χασιμότο, αφού από εκείνη κιόλας τη στιγμή κατάλαβε πού ήθελε να αφιερώσει τη ζωή του.

Με την τόλμη και τον ενθουσιασμό της νεαρής ηλικίας, έστειλε αμέσως δείγματα της δουλειάς του στον πιο σεβαστό εν ενεργεία σεναριογράφο της εποχής εκείνης στην Ιαπωνία, Μανσάκο Ιτάμι κι εκείνος, διαβλέποντας το ταλέντο του νεαρού και φερέλπιδα στρατιώτη, έγινε γρήγορα μέντοράς του. Μετά τον θάνατο του Ιτάμι το 1946, ο Χασιμότο ακολούθησε τη συμβουλή του δασκάλου του να ξεκινήσει τη συγγραφή ενός σεναρίου βασισμένου σε λογοτεχνική πηγή και στράφηκε στα διηγήματα του Ριουνοσούκε Ακουταγκάουα.

Rashomon Ρασομόν

Rashomon Στα γυρίσματα του «Ρασομόν»

Την ίδια εποχή, ένας νεαρός κινηματογραφιστής με το όνομα Ακίρα Κουροσάουα, διάσημος ήδη στη χώρα του με διάφορες ήσσονος σημασίας εμπορικές επιτυχίες στο ενεργητικό του, αναζητούσε εκείνη την ταινία που θα σηματοδοτούσε την αλλαγή πλεύσης στην καριέρα του. Η συνάντηση των δύο αντρών ήταν νομοτελειακή, ίσως και μοιραία, μία από αυτές τις ευτυχείς συγκυρίες που αφήνουν εποχή. Η αρχή για τη δημιουργία του «Ρασομόν», βασισμένου σε δύο διηγήματα του Ακουγκατάουα, είχε συντελεστεί. Τα υπόλοιπα ήταν, είναι και θα παραμείνουν κινηματογραφική ιστορία.

Το «Ρασομόν» κέδρισε το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία το 1951, επαναπροσδιόρισε την έννοια της κινηματογραφικής αφηγηματικότητας εισάγοντας στη δραματουργία όχι μόνο έναν, αλλά πολλαπλούς αναξιόπιστους αφηγητές κι έστρεψε το βλέμμα της διεθνούς κινηματογραφικής κοινότητας στο ιαπωνικό σινεμά με έναν πρωτόγνωρο ζήλο. Ο Κουροσάουα έγινε θρύλος και ο Χασιμότο συνέχισε την ιδιαίτερα εποικοδομητική συνεργασία μαζί του, με αποτέλεσμα τη συντριπτική πλειοψηφία των αριστουργημάτων του σκηνοθέτη, χωρίς όμως να περιοριστεί σ΄αυτή, αφού δούλεψε με όλους σχεδόν τους σπουδαίους συμπατριώτες του σκηνοθέτες. Σκηνοθέτησε μάλιστα ο ίδιος τρεις μεγάλου μήκους ταινίες, με κορυφαία ανάμεσα τους το «I Want To Be A Shellfish» το 1958, βασισμένη φυσικά σε δικό του σενάριο και θέμα έναν Ιάπωνα στρατιώτη που κατηγορείται άδικά από τις Συμμαχικές Δυνάμεις ως εγκληματίας πολέμου.

H παταγώδης αποτυχία της τρίτης του ταινίας με τίτλο «The Lake of Illusion» το 1982 οδήγησε τον Χασιμότο στην απόσυρση και τη σιωπή για πάνω από δύο δεκαετίες, θα μείνει όμως στην κινηματογραφική ιστορία ως ένας από τους κορυφαίους Ιάπωνες καλλιτέχνες που σε όλο τους το έργο προσπάθησαν να μετουσιώσουν το συλλογικό μεταπολεμικό τραύμα της ενοχής για τη συμμετοχή της χώρας στις δυνάμεις του Άξονα σε έναν διαχρονικό προβληματισμό για την αλήθεια και το ψέμα σε κάθε μορφής ατομικό ή συλλογικό αφήγημα.

Η (επαν)επίσκεψη στο «Ρασομόν» θα δίνει για πάντα την απάντηση.

Hashimoto Ο Σινόμπου Χασιμότο το 2018

Δείτε ακόμη: Το χρώμα στο σινεμά του Ακίρα Κουροσάβα

Δείτε εδώ τον Σινόμπου Χασιμότο να μιλάει για το σενάριο του «Harakiri» του Μασάκι Κομπαγιάσι:


Δείτε εδώ το τρέιλερ του «The Lake of Illusion» του Σινόμπου Χασιμότο από το 1982: