Ο Δήμος Θέος ήταν η αρχή του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου

BUZZ 29 OCT  /  Μανώλης Κρανάκης

Δοκιμιογράφος του σινεμά και της λογοτεχνίας, ο Δήμος Θέος υπήρξε πατέρας του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και μια εξέχουσα μορφή του πολιτικού σινεμά της δεκαετίας του '60 και του '70.

«Οταν οι καλλιτέχνες άρχισαμε να αρθρώνουμε πολιτικό λόγο το 1966, δεν ήμασταν καθόλου σίγουροι ότι ήμασταν ελεύθεροι να μιλάμε ανοιχτά, οπότε έκανα μια πολιτική ταινία μεταμφιεσμένη σε επιστημονική φαντασία. Δεν βλέπουμε που συμβαίνουν τα γεγονότα. Δεν ξέρουμε τη χώρα, ούτε την εποχή [...] Ηθελα απλά να δείξω την αλήθεια, όπως κάνουν και οι άλλοι σκηνοθέτες. Για παράδειγμα η ταινία δείχνει έναν αστυνομικό να δέρνει κάποιον στη φυλακή. Πριν από εκείνη την περίοδο δεν επιτρεπόταν να δείξεις κάτι τέτοιο.»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από συνέντευξη του Δήμου Θέου στον Μελ Σούστερ που περιλαμβάνεται στο βιβλίο «The Contemporary Greek Cinema» (Metuchen, N.J. & London: The Scarecrow Press, 1979) και φυσικά ο σκηνοθέτης μιλάει για το «Κιέριον», την πιο διάσημη ταινία, αυτή που για πολλούς θεωρείται η αφετηρία του Νέου Ελληνικού Σινεμά και μαζί μια πολιτική πράξη τόσο δυνατή που φυσικά δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη ούτε από τη λογοκρισία, ούτε από τους μελλοντικούς χρονογράφους του ελληνικού σινεμά.

Κιέριον 607 Κιέριον

Γεννημένος στα Αγραφα της Καρδίτσας, ο Δήμος Θέος που σπούδασε στη Σχολή Σταυράκου, έκανε την πρώτη του ταινία μαζί με τον Φώτο Λαμπρινό («Εκατό Ωρες του Μάη») και τελειοποίησε το δοκιμιακό του στιλ - ανάμεσα στην τεκμηρίωση και τη μυθοπλασία - και στις τέσσερις συνολικά ταινίες που έκανε μέχρι και το 1996, υπήρξε εμβληματική φιγούρα των δεκαετιών του '60, του '70 και του '80 και πρωτεργάτης της ποιητικής που θα άλλαζε συλλήβδην το ελληνικό σινεμά όπως το γνωρίζαμε μέχρι τότε.

Με μόλις πέντε ταινίες στο ενεργητικό του, υπήρξε παραγωγικότατος συγγραφέας και αρθογράφος, μια ιδιότυπη περίπτωση στην ελληνική τέχνη και μαζί μια περίπτωση δημιουργού που αξίζει να επιστρέφεις προκειμένου να ερευνήσεις σε βάθος μια πλευρά του ελληνικού σινεμά που δεν είχε συνέχεια, αλλά ούτε και την αναγνώριση που της άξιζε. Αν και το «Κιέριον» ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που βραβεύθηκε ποτέ (με ειδικη μνεία) στο Φεστιβάλ Βενετίας, το 1968, έξι χρόνια πριν προβληθεί ολοκληρωμένη στην Ελλάδα.

Δήμος Θέος Από αριστερά προς τα δεξιά: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Πανουσόπουλος, Δήμος Θέος

Ο Δήμος Θέος πέθανε στις 28 Οκτωβρίου του 2018 σε ηλικία 83 ετών. Το πιο προσωπικό βιογραφικό του αναφέρει πως παλιότερα είχε ενταχθεί πολιτικά στην ΕΔΑ, ήταν γραμματέας της Ενωσης Τεχνικών Ελληνικού Κινηματογράφου, δίδαξε κινηματογράφο στη σχολή της Ευγενίας Χατζίκου και πως από το 1978 και για μια δεκαετία βιοποριζόταν και ως παλαιοβιβλιοπώλης στο Μοναστηράκι, στο βιβλιοπωλείο «Ο δικός σας Τιπούκειτος»


Οι ταινίες του Δήμου Θέου

Εκατό Ωρες του Μάη 607

Εκατό Ωρες του Μάη (1963)

Η ταινία – δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ των Φώτου Λαμπρινού και Δήμου Θέου αναφέρεται στη δολοφονία του βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη, τον Μάη του 1963. Αποκαλύπτει τη σύνθεση των μηχανισμών του παρακράτους της εποχής, φωτίζει την ιεραρχία των παρακρατικών οργανώσεων, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται επίσημα όργανα του κράτους και κυβερνητικά στελέχη. Ο Δήμος Θέος γράφει για την ταινία: «Μέσα στην αλαμπουρνέζικη κοινωνία, όπως εκείνη στις δεκαετίες 1950-1970, περίοδος κατά την οποία ο χαζοχαρούμενος κινηματογράφος της Φίνος Φιλμ βρισκόταν στο ζενίθ του, το φιλμ "Εκατό Ωρες του Μάη" συνιστά μια εξέγερση. Ερχόταν να θέσει τα δάχτυλα επί των τύπων των ήλων. Φυσικά η ταινία απαγορεύτηκε. Χρειάστηκε να περάσουν κάπου δεκαπέντε χρόνια για να μπορέσει, μετά την Μεταπολίτευση να προβληθεί στην Ελλάδα».

Κιέριον 607

Κιέριον (1967/1974)

Η ταινία αναφέρεται στη γνωστή «υπόθεση Πολκ», τη σχετική με τη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζωρτζ Πολκ ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα για να πάρει συνέντευξη από τον Μάρκο Βαφειάδη και κατά μυστηριώδη τρόπο βρέθηκε δολοφονημένος. Στην ταινία, ένας αριστερός δημοσιογράφος, ο Αίμος Βαγενάς, συλλαμβάνεται με την κατηγορία της συμμετοχής στη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου. Η ενοχή του δεν αποδεικνύεται και αφήνεται προσωρινά ελεύθερος. Με τη δημοσιογραφική του ιδιότητα αρχίζει να ερευνά την υπόθεση για την οποία κατηγορήθηκε, ενώ η αστυνομία κατασκευάζει έναν άλλο δολοφόνο, τον εβραίο φοιτητή Ζαδίκ ο οποίος ακολούθως αυτοκτονεί στο κρατητήριο. Ο Βαγενάς προσπαθεί να πείσει κάποιους από τους μάρτυρες να καταθέσουν στον ανακριτή, αλλά η βασική μάρτυρας βρίσκεται επίσης δολοφονημένη, ενώ τα ερωτήματα γύρω από το έγκλημα μένουν αναπάντητα.

Διαδικασία 607

Διαδικασία (1976)

1400 π.Χ. και σ’ ένα νησί του Αιγαίου, ο γάμος της Αντιγόνης, κόρης της αποθανούσης βασίλισσας με τον αδελφό της Πολυνείκη αναβάλλεται, ενώ ο Κρέοντας διορίζεται αρχηγός του στρατού. Ο Πολυνείκης επιχειρεί να αρπάξει την εξουσία, αλλά το εγχείρημά του αποτυγχάνει κι έτσι αναγκάζεται να καταφύγει στην Καρία της Μικράς Ασίας, απ’ όπου μετ’ ολίγον επιστρέφει επικεφαλής στρατού και πολιορκεί το νησί. Ιερείς και άρχοντες πιέζουν την Αντιγόνη να παντρευτεί, αλλά εκείνη ανακηρύσσει βασιλιά τον ετεροθαλή αδελφό της Ετεοκλή. Ο αρχιερέας Κινύρας πείθει τα δύο αντιμαχόμενα μέρη να λύσουν τις διαφορές τους με μια μονομαχία μεταξύ Πολυνείκη και Ετεοκλή. Όταν οι μονομάχοι αλληλοσκοτώνονται, ο Κρέοντας απαγορεύει την ταφή του Πολυνείκη, όμως η Αντιγόνη παρακούει την εντολή του και συλλαμβάνεται. Ο Κινύρας δεν κατορθώνει να τη σώσει κι η Αντιγόνη πυρπολείται δημοσίως από τον ίδιο τον Κρέοντα. Η άφιξη της κρητικής αντιπροσωπείας και η είδηση ότι πραγματοποιήθηκε ειρήνη με τις Μυκήνες αφήνει τον Κρέοντα έκθετο και μετέωρο. Το Ιερατείο έχει νικήσει κι ο Κινύρας θέτει πλέον σε εφαρμογή ένα σχέδιο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων.

Καπετάν Μειντάνος

Καπετάν Μεϊντάνος: Η Εικόνα ενος Μύθικού Οπλαρχηγού (1987)

Ενας πρώην διπλωμάτης αναζητεί υλικό για το βιβλίο του με θέμα τη ζωή ενός θρυλικού προσώπου, του καπετάν Μεϊτάνου, που έζησε τον 17ο αιώνα. Αρχικά ήταν κλέφτης, στη συνέχεια αρματωλός και μετά πάλι κλέφτης, ώσπου κατέληξε στην κρεμάλα των Οθωμανών. Η προσωπικότητα του καπετάν Μεϊτάνου, οι δραστηριότητές του και η ζωή του δίνονται μέσα από αφηγήσεις μοναχών που έζησαν πολλά χρόνια μετά το θάνατό του, μεταφέροντας την ιστορία του. Αναμοχλεύσεις της μνήμης, ψήγματα ιστορίας αλλά και μυστήρια, όπως αυτό μιας ιερής εικόνας, ζωγραφισμένης το 1715 από έναν αγιογράφο γνωστό με το όνομα Βάιος, η οποία και αποτελεί βασικό συστατικό στοιχείο του θέματος και της ιστορίας, αλλά που επίσης είναι αδύνατο να φωτισθεί επαρκώς.

Ελεάτης Ξένος

Ελεάτης Ξένος (1996)

H ιστορία έχει πλοκή αστυνομικής ταινίας. Όμως στο εσωτερικό της αναπτύσσεται το θέμα της αγάπης, έτσι όπως αυτή εκφράζεται στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Η Hanna Bluemart, φιλόλογος, 24 χρονών, φτάνει στην Αθήνα με σκοπό να γνωρίσει τον πατέρα της, και πληροφορείται ότι αυτός που θα μπορούσε (σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις) να ήταν ο πατέρας της, έχει πεθάνει πριν τέσσερις μέρες – και μάλιστα, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες. Η Hanna αρχίζει να ερευνά τις αιτίες αυτού του θανάτου, και μέσα από αντιφατικές πληροφορίες σχηματίζει σιγά σιγά το πορτρέτο του πατέρα της. Η «περιέργεια» της να μάθει την αλήθεια ως προς τις συνθήκες του θανάτου του ανθρώπου που θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της, είναι τόσο ισχυρή, ώστε παρασέρνει και την ίδια ως το θάνατο! Όμως, ο θάνατός της θα εμπνεύσει στο νεαρό μουσικό Θωμά, που την αγάπησε, τη μουσική σύνθεση ενός ύμνου.


Δήμος Θέος

Το πλήρες βιογραφικό του Δήμου Θέου που ακολουθεί υπογράφει ο Στράτος Κερσανίδης, όπως δημοσιεύτηκε σε έκδοση για τον σκηνοθέτη από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και τις εκδόσεις Αιγόκερως το 2006:

Ο Δήμος Θέος γεννήθηκε στα Άγραφα Καρδίτσας, το 1935. Σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου και ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός σκηνοθέτη και διευθυντής παραγωγής, ενώ ασχολήθηκε και με το θέατρο.

Το 1963 σκηνοθέτησε – από κοινού με τον Φώτο Λαμπρινό – τη μικρού μήκους ταινία Εκατό ώρες του Μάη. Στην ταινία παρουσιάζονται τα γεγονότα της δολοφονίας του ανεξάρτητου βουλευτή της Αριστεράς, Γρηγόρη Λαμπράκη, αλλά κυρίως, μέσω αυτών, αποκαλύπτεται όλη η λειτουργία του παρακράτους η οποία οδήγησε σε αυτή τη δολοφονία.

Το 1967, πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, ο Δήμος Θέος σκηνοθετεί μια από τις σημαντικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, το Κιέριον. Πρόκειται για μια εντελώς πρωτοποριακή ματιά επάνω στην ιστορία αλλά και επάνω στο θέμα που απασχολεί τον σκηνοθέτη σε ολόκληρο το μετέπειτα έργο του: την ενότητα του χρόνου, η οποία επιτυγχάνεται με την προσφυγή στο παρελθόν, σε μια προσπάθεια ένταξής του σε ένα ευρύτερο κοινωνικό όλον. Η ταινία αρχίζει με ένα απόσπασμα από τα Γεωγραφικά του Στράβωνα, ενώ στη συνέχεια μας εισάγει στην ιστορία της, που αποτελεί μια σαφή αναφορά στη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ, το 1948. Τοποθετώντας τη δράση σε σύγχρονο χρόνο, επιχειρεί μια σύνδεση του χρόνου, θέλοντας να δείξει αυτό που προαναφέρθηκε, δηλαδή τη διαχρονικότητα, την ενότητα του κοινωνικού χωροχρόνου.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η ταινία είναι ένας συγκερασμός δημοσιογραφικής έρευνας και αστυνομικής ταινίας, το πρώτο ελληνικό φιλμ νουάρ, όπως έχει επανειλημμένα ειπωθεί. Επιπλέον, αποτελεί την πρώτη ανοιχτά πολιτική ταινία στην Ελλάδα, αλλά και την πρώτη συλλογική δουλειά αυτού που μετέπειτα ονομάστηκε Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος, σε αντιπαράθεση με τον μέχρι εκείνη τη στιγμή δεσπόζοντα εμπορικό κινηματογράφο. Έτσι, πέρα από τη συμμετοχή του Κώστα Σφήκα στο σενάριο (μαζί με τον Θέο), του Γιώργου Πανουσόπουλου στη διεύθυνση φωτογραφίας και του Βαγγέλη Σερντάρη στο μοντάζ, εμφανίζονται σε μικρούς ρόλους πολλοί, γνωστοί στη συνέχεια σκηνοθέτες, όπως ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ο Σταύρος Τορνές, ο Κυριάκος Κατζουράκης, ο Κώστας Σφήκας, ο Κώστας Φέρρης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Γιώργος Κατακουζηνός. Το Κιέριον δεν προβλήθηκε στην Ελλάδα παρά μόνο μετά την πτώση της δικτατορίας, καθώς ήταν απαγορευμένο από τη λογοκρισία. Αφού το είδαν σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, ήρθε η ώρα να το δουν και οι έλληνες θεατές, το 1974, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύτηκε.

Οι δύο αυτές πρώτες ταινίες, δηλαδή οι Εκατό ώρες του Μάη και το Κιέριον, μπορούν να ειδωθούν ως μία ενότητα αφού, πέρα από τη θεματική συγγένειά τους (λειτουργία του παρακράτους, κατευθυνόμενη δικαιοσύνη), ενοποιούνται και «από την ποιητική και τη φόρμα της ‘γραφής’ τους» (περ. Μονόκερως, ό.π.)· και, ακόμη, «οριοθετούν κυριολεκτικά τη στιγμή και τις συνθήκες μέσα στις οποίες γεννιέται ο αποκαλούμενος Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος» (ό.π.).

Με τη Διαδικασία, το 1974, ο Θέος επιχειρεί μια νέα προσέγγιση του μύθου της Αντιγόνης. Η αρχαιοελληνική τραγωδία χρησιμοποιείται με τρόπο που να αναδεικνύεται η διαχρονικότητα των κοινωνικών δομών, μέσω της ανασύνθεσης των δομών του παρελθόντος και της αντιστοίχισής τους με τις σύγχρονες δομές. Έτσι, βλέπουμε την Αντιγόνη να αντιπροσωπεύει τις παραδοσιακές αξίες, σε αντίθεση με τον Κρέοντα, ο οποίος είναι φορέας της νέας δύναμης, της ανερχόμενης εξουσίας. Ως εκ τούτου, η διάσταση του μύθου αποκτά μια διαχρονικότητα και μπορεί να ειδωθεί και μέσα από τη σύγχρονη εποχή. Όλα αυτά, βέβαια, όσο απείχαν από τη συνηθισμένη αναπαράσταση της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, άλλο τόσο απείχαν και από το συμβατικό σινεμά, με αποτέλεσμα η κριτική της εποχής να υποδεχτεί τουλάχιστον με αμηχανία την άκρως ενδιαφέρουσα και πρωτοποριακή ανάγνωση του μύθου, όπως την πρότεινε ο Δήμος Θέος.

Έπρεπε να περάσουν περίπου δεκατέσσερα χρόνια μέχρι να γυρίσει ο Δήμος Θέος την επόμενη ταινία του. Η χρονιά ήταν το 1988 και η ταινία ο Καπετάν Μεϊντάνος (Η εικόνα ενός μυθικού οπλαρχηγού). Εδώ, μέσα από μια διαυγή/καθαρή ελληνικότητα, μακριά από κάθε είδους πατριδοκαπηλίες και σοβινισμούς, ο σκηνοθέτης κάνει μια σύνθεση του παρόντος, της ιστορίας και του μύθου. Η αναζήτηση της απάντησης στην ερώτηση «τι είναι πραγματικό» κυριαρχεί σε ολόκληρη την ταινία. Όλα ξεκινούν όταν ένας διπλωμάτης (παρόν) μελετά μια αγιογραφία, η οποία σχετίζεται με τη δράση του Καπετάν Μεϊντάνου, ενός οπλαρχηγού που έδρασε τον 17ο αιώνα. Παράλληλα, παρακολουθούμε την ιστορία της κατασκευής της εικόνας (μύθος), αλλά και τις αφηγήσεις κάποιων μοναχών (ιστορία) για την εικόνα και τον εικονογράφο της. Η έννοια του Τόπου – εν προκειμένω του ελληνικού – που συναντάμε τόσο στο Κιέριον όσο και στη Διαδικασία, είναι κυρίαρχη και εδώ.

Ο Ελεάτης Ξένος, που γυρίστηκε το 1995, είναι η τέταρτη και τελευταία ταινία του Θέου. Αν θέλουμε να αναφερθούμε σε ένα κοινό στοιχείο με τις προηγούμενες, αυτό είναι εκείνο της αναζήτησης, κάτι που υπάρχει τόσο στο Κιέριον όσο και στον Καπετάν-Μεϊντάνο. Η δράση εκτυλίσσεται στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η νεαρή Γερμανίδα Χάνα έρχεται στην Ελλάδα ακολουθώντας μια αρχαιολογική αποστολή που έχει προορισμό την Κρήτη. Με την ευκαιρία αυτή, η Χάνα αποφασίζει να αναζητήσει το παρελθόν της, αφού η ίδια υπήρξε καρπός της σχέσης της – νεκρής πια – μητέρας της με έναν Έλληνα, όταν εκείνη είχε επισκεφτεί σε νεαρή ηλικία την Ελλάδα. Διαβάζοντας το ημερολόγιο της μητέρας της, η Χάνα ανακαλύπτει ότι σχετιζόταν με έναν έλληνα ποιητή, τον Αρέθα Πωγωνάτο (ο οποίος χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Ελεάτης Ξένος). Αναζητώντας, λοιπόν, τον πιθανό πατέρα της, ταξιδεύει στον ελληνικό Τόπο, για να μάθει τελικά ότι εκείνος δολοφονήθηκε από τους συγγενείς του λόγω της μεγάλης του περιουσίας. Στο τέλος, και η ίδια η Χάνα θα πέσει θύμα δολοφονίας, από τον ίδιο κύκλο ανθρώπων, οι οποίοι φοβούνται πως ήρθε για να διεκδικήσει την περιουσία της. Η ματιά του Θέου επάνω στη σύγχρονη Ελλάδα, με εφόδιο την αρχαιότητα, επανατοποθετεί το ζήτημα της ενότητας του κοινωνικού χωροχρόνου.

Εκτός από τις ταινίες μεγάλου μήκους, το 1983 ο Δήμος Θέος γύρισε και μια μεσαίου μήκους ταινία, το Υπερρεαλιστικό χάπενινγκ, ένα ντοκιμαντέρ για τους έλληνες υπερρεαλιστές. Έχει, επίσης, σκηνοθετήσει για την τηλεόραση τη σειρά Ελληνισμός και Δύση (11 επεισόδια), διάφορα επεισόδια για την εκπομπή «Παρασκήνιο», κ.ά..

Αρκετά πλούσιο είναι και το συγγραφικό του έργο, το οποίο αλληλοσυμπληρώνεται με το κινηματογραφικό. Αξίζει εν συντομία να αναφέρουμε ορισμένους τίτλους βιβλίων όπως Φορμαλισμός: γλώσσα, λογοτεχνία, κινηματογράφος (Αιγόκερως, 1981), Εικόνες - Ο δογματικός ιστός και η ευχαριστηριακή φυσιογνωμία της αγιογραφίας (Αιγόκερως, 1985), Το αισθητικό και το ιερό: από τον Αλμπέρτι στον Λέσσινγκ (Αιγόκερως, 1988), Μανιάκ Μπέης (Οδυσσέας, 1994). Εξίσου σημαντική, όμως, είναι και η αρθρογραφία του σε διάφορα περιοδικά. Τα κείμενά του χαρακτηρίζονται από μια βαθιά γνώση του αντικειμένου, που αφενός βοηθά τον αναγνώστη να προσεγγίσει το θέμα, αφετέρου λειτουργεί ως ερέθισμα ώστε να αναζητήσει, μόνος του πλέον, να μάθει ακόμη περισσότερα.

Χαρακτηριστικά μπορούμε να αναφέρουμε το κείμενο που δημοσίευσε ο Θέος στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος (τεύχος 24-25, 1980), με τίτλο «Ο μετακινηματογράφος του Werner Nekes», με αφορμή ένα αφιέρωμα που είχε γίνει στο Ινστιτούτο Goethe για αυτόν τον, άγνωστο στην Ελλάδα, πρωτοπόρο κινηματογραφιστή. Όταν ο συγγραφέας γράφει ότι «ο όρος μετακινηματογράφος χαρακτηρίζει τον κινηματογράφο εκείνο που έχει σαν θέμα – κατά κύριο λόγο – τον ίδιο τον εαυτό του, δηλαδή τα φιλμικά υλικά και τις δομές του», δεν είναι δυνατόν να μη σου προκαλέσει την επιθυμία, όχι μόνον να διαβάσεις παρακάτω, αλλά και (τελειώνοντας το κείμενο και έχοντας πολλές απορίες) να αναζητήσεις τρόπους για να μάθεις περισσότερα για τον Nekes και να δεις τις ταινίες του. Αντίστοιχα, στο περιοδικό Μονόκερως (τεύχος 14, 2003), ο Δήμος Θέος «θυμάται» τον φίλο του Σταύρο Τορνέ. Σε τούτες τις «Ενθυμήσεις», ο Θέος μιλάει έξω από τα δόντια, με την τόλμη και την καθαρότητα που πάντα τον χαρακτήριζαν, για τον ιδεολόγο αγωνιστή, τον συναισθηματικό φίλο, τον «σταλινικό» που κατέληξε ελευθεριακός, τον ασυμβίβαστο καλλιτέχνη που η εξουσία τον εκδικήθηκε, αλλά που «το έργο του θα είναι πάντα εδώ· θα υπάρχει για να θυμίζει στους επιγόνους το πέρασμα του Σταύρου Τορνέ από τη χώρα των Λαιστρυγόνων». Αδύνατον, μετά την ανάγνωση, να μην αναζητήσεις να μάθεις περισσότερα για τον Τορνέ και τις ταινίες του. Το εν λόγω κείμενο του Θέου, μεταφρασμένο στα ιταλικά, δημοσιεύτηκε στον κατάλογο που κυκλοφόρησε το Φεστιβάλ του Τορίνου με αφορμή ένα αφιέρωμα στον Τορνέ. Στο τεύχος 200 (Αύγουστος 1973) του γερμανικού περιοδικού Filmkritik, ο Δήμος Θέος δημοσίευσε, επίσης, το εκτενές κείμενο «Film in Griechenland», όπου αναφέρεται στους σταθμούς – κατά την άποψή του – του ελληνικού κινηματογράφου. Ένα πάρα πολύ σπουδαίο κείμενο είναι, ακόμη, «Ο Γερμανικός κινηματογράφος της περιόδου 1913-1933», το οποίο αποτελεί μέρος διαλέξεων που είχε δώσει στο πολιτιστικό κέντρο «Η Διαθήκη του Ορφέα», την περίοδο 1990-1991. Τέλος, εάν ανατρέξει κανείς στα πρακτικά του Β΄ Συμποσίου Ποίησης που πραγματοποιήθηκε το 1982 στην Πάτρα, αξίζει να σταθεί στην εισήγηση του Θέου με τίτλο «Ποιητική επιστήμη και ποίηση», στην οποία ο Δήμος Θέος καταλήγει: «Γι’ αυτό η φυσιογνωμία της ποίησης θα μας θυμίζει πάντα εκείνον τον αραβικό Φοίνικα του Ηροδότου, που όλοι γνώριζαν την ύπαρξή του αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να τον δείξει».

Δήμος Θέος

Δείτε εδώ ένα απόσπασμα από το «Κιέριον»

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.