10+1 πράγματα που κρατήσαμε από το 54ο Διεθνές Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 07 JUL  /  Τάσος Χατζηευφραιμίδης

Ενα φεστιβάλ που ξεκινάει με Τζούλιαν Μουρ και τελειώνει με Πατρίσια Κλάρκσον, δεν είναι ένα απλό Φεστιβάλ. Το Flix μεταφέρει εντυπώσεις από το 54ο Διεθνές φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι.

Οι ταινίες, η Ιστορία, οι σταρ, οι Ελληνες, οι αφίσες, τα βραβεία και οι γκοφρέτες...

Αυτή είναι η ανασκόπηση του 54ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι. To Flix βρέθηκε στην τσέχικη λουτρόπολη και σας μετέφερε την ατμόσφαιρα του Φεστιβάλ μέσα κι έξω από τις αίθουσες με την υποστήριξη της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Πράγα.

Karlovy

1. Αρχή με λίγη ιστορία

Βαθιά στο επιβλητικό βοημικό δάσος, η λουτρόπολη του Κάρλοβι Βάρι αποτελούσε, για πολλά χρόνια πριν από την έναρξη του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, δημοφιλή τουριστικό προορισμό, εντός και εκτός των πολύπαθων (λόγω της εγγύτητας της περιοχής με τη Γερμανία και την Αυστρία) συνόρων. Η πόλη που αγάπησαν για τα θαυματουργά ιαματικά νερά της ο Γκέτε, ο Μότσαρτ και ο Σοπέν, φιλοξένησε το (αρχικά μη διαγωνιστικό και με τη συμμετοχή ταινιών από επτά χώρες) φεστιβάλ για πρώτη φορά το 1946, λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεγονός που το καθιστά ένα από τα παλαιότερα της Ευρώπης, γρήγορα, όμως, και παρά την ολοένα κι αυξανόμενη επιρροή του, έπεσε κι αυτό θύμα του Ψυχρού Πολέμου και της επίσημης σοβιετικής πολιτικής για «μόνο ένα σημαντικό κινηματογραφικό φεστιβάλ για τις ταινίες των σοσιαλιστικών χωρών», με αποτέλεσμα την ανά δύο έτη διοργάνωσή του, εναλλάξ με το αντίστοιχο φεστιβάλ της Μόσχας.

Χρειάστηκε να περάσουν 34 χρόνια και φυσικά να γίνει η «Βελούδινη Επανάσταση» το 1989 για να λάβει το φεστιβάλ την ανανεωμένη του μορφή το 1994 και να αποτελέσει έκτοτε κινηματογραφικό πόλο έλξης διεθνώς. Με την Κρυστάλλινη Σφαίρα, το μεγάλο βραβείο του διαγωνιστικού τμήματος του φεστιβάλ, έχουν τιμηθεί κατά καιρούς σπουδαίοι σκηνοθέτες, όπως ο Κεν Λόουτς για το «Kes» το 1970 και ο Ζαν-Πιερ Ζενέ για την «Αμελί» το 2001, το Κάρλοβι Βάρι, ωστόσο, συνηθίζει, ίσως και λόγω του ανταγωνισμού με τα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά φεστιβάλ των Καννών, του Βερολίνου και της Βενετίας, να εντάσσει στο διαγωνιστικό του τμήμα λιγότερο γνωστούς δημιουργούς και πιο τολμηρές επιλογές από όλο τον κόσμο, με αποτέλεσμα ένα φεστιβάλ ζωντανό και ανοιχτό σε προκλήσεις, ικανό ανά πάσα στιγμή για την αποκάλυψη ή την έκπληξη, όπως συνέβη πέρυσι με το αριστουργηματικό «"Αδιαφορώ Αν Καταγραφούμε στην Ιστορία ως Βάρβαροι"» του Ράντου Ζούντε.

Στη φετινή 54η διοργάνωσή του, το φεστιβάλ ακολούθησε την ίδια πολιτική, αφενός με ένα πολυσχιδές και αναμφίβολα ενδιαφέρον επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα και με το καθιερωμένο (κι επίσης διαγωνιστικό) τμήμα «East of the West» που επικεντρώνεται σε δημιουργίες της Ανατολικής Ευρώπης, αφετέρου με πολλά παράλληλα τμήματα που συγκέντρωσαν ταινίες ήδη γνωστές και βραβευμένες σε άλλα φεστιβάλ, όπως τα «Parasite», «Traitor» και «The Dead Don’t Die» από τις τελευταίες Κάννες, πρόσφατες ή παλαιότερες εγχώριες παραγωγές, αλλά και ένα πλήθος λιγότερο γνωστών δημιουργιών, συνθέτοντας έτσι ένα πολυσυλλεκτικό line-up, ιδανικό τόσο για τους επαγγελματίες του χώρου και τους δημοσιογράφους, όσο και για τους σινεφίλ θεατές. Καθόλου τυχαίο, λοιπόν, δεν ήταν το γεγονός ότι όλοι οι διάσπαρτοι στην πόλη κινηματογράφοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι σε όλες τις προβολές, αποδεικνύοντας την επιτυχία του εγχειρήματος.

Julian

2. Η Τζούλιαν Μουρ και το απογοητευτικό «Μετά το Γάμο»

Κάθε διεθνές φεστιβάλ που σέβεται τον εαυτό του οφείλει εκτός από ενδιαφέρουσες ή πρωτοποριακές ταινίες και υψηλού καλλιτεχνικού προφίλ παραγωγές, να έχει και εκείνη την απαραίτητη δόση γκλάμουρ που θα κάνει τα φλας των φωτογράφων να αστράψουν. Φέτος κλήθηκε η Τζούλιαν Μουρ να αναλάβει αυτό τον (προφανώς εύκολο γι’ αυτή) ρόλο στην έναρξη της διοργάνωσης κι έτσι λοιπόν η βραβευμένη με Οσκαρ ηθοποιός διεκπεραίωσε άψογα την αποστολή της, συνοδευόμενη από το σκηνοθέτη και σύζυγό της Μπαρτ Φρόιντλιχ και τον συμπρωταγωνιστή της Μπίλι Κρούνταπ στην επίσημη πρεμιέρα του φεστιβάλ με το «After The Wedding», αμερικανικό remake της ομότιτλης δανέζικης ταινίας της Σουζάνε Μπίερ. Φωτογραφήθηκε περιχαρής με τους θαυμαστές της που στήθηκαν από νωρίς στο κόκκινο χαλί της μεγάλης αίθουσας του Hotel Thermal, παρέλαβε την τιμητική Κρυστάλλινη Σφαίρα του Κάρλοβι Βάρι από τον Διευθυντή του Φεστιβάλ, Γίρι Μπαρτόσκα, για το σύνολο της καριέρας της, ήταν ιδιαίτερα φιλική κι εκδηλωτική στη συνέντευξη τύπου, η ταινία όμως που ήρθε να παρουσιάσει ήταν μια τεράστια απογοήτευση.

Γιατί ενώ η πρωτότυπη ταινία της Μπίερ ήταν σε κάθε περίπτωση ένα στιβαρό και καλογυρισμένο μεγαλοαστικό δράμα, επηρεασμένο από τη σχολή του Δόγματος '95 ως προς την πλανοθεσία και την κίνηση της κάμερας, η οποία έμοιαζε να αντικατοπτρίζει τα διλήμματα των τριών κεντρικών ηρώων, ο Φρόιντλιχ επισκέπτεται το ίδιο ουσιαστικά σενάριο με προθέσεις μιας μελοδραματικής και ζαχαρωμένης σαπουνόπερας, γεμάτης από ανατροπές και κορυφώσεις, που προκαλούν το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από τη συγκίνηση, ειδικά λόγω της σοβαροφανούς και βαρύγδουπης προσέγγισης, η οποία αποτρέπει ακόμα και την όποια απόπειρα μεταειρωνικής αποδόμησης μιας σε κάθε περίπτωση αναληθοφανούς ιστορίας. Η Μουρ βέβαια δίνει μια ακόμα εντυπωσιακή (αν και κάπως μανιερίστικη) ερμηνεία, το τελικό αποτέλεσμα, όμως, γκρεμίζεται από την εντελώς miscast επιλογή της Μισέλ Γουίλιαμς ως ερμηνευτική της αντίπαλο και την ανερμάτιστη σκηνοθεσία του συζύγου της.

Διαβάστε ακόμη: Το 54ο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι ξεκίνησε με Τζούλιαν Μουρ και... σοβιετική αυγοσαλάτα

καρλοβ

3. Από τη Βέρα Χιτίλοβα στον Μελ Γκίμπσον

Ευφάνταστα, πρωτότυπα, ενδιαφέροντα και κάποιες φορές άνισα, τα φιλμάκια που συνόδευαν την έναρξη κάθε προβολής, είχαν ως πρωταγωνιστές κάθε φορά ένα από τα τιμώμενα πρόσωπα του φεστιβάλ των τελευταίων χρόνων και φυσικά το μεγάλο βραβείο της διοργάνωσης, την Κρυστάλλινη Σφαίρα σε διάφορες σουρεαλιστικές, κωμικές ή συγκινητικές περιπέτειες. Ετσι παρέλασαν μπροστά από την οθόνη, εκτός από τη φετινή αποδέκτρια του τιμητικού βραβείου και ηθοποιό-θρύλο του τσέχικου σινεμά Γιρίνα Μποχνταλόβα, η Ελεν Μίρεν, η Βέρα Χιτίλοβα, o Τζουντ Λο, ακόμα και ο Μελ Γκίμπσον.

Αγγελική Αγγελική Παπούλια

ζιζοτεσ Η ομάδα του «Ζίζοτεκ», πριν την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας

ριωιερα Από την παρουσίαση του πρότζεκτ «Ριβιέρα» του Ορφέα Περετζή

Syllaw Σύλλας Τζουμέρκας

4. Ελλάς-Τσεχία-Συμμαχία

Το Κάρλοβι Βάρι αγαπάει το ελληνικό σινεμά και το έχει (απο)δείξει έμπρακτα μέσα στα χρόνια, αφού ήταν ένα από τα πρώτα που αναγνώρισαν τη δυναμική της νέας γενιάς των Ελλήνων κινηματογραφιστών με το αφιέρωμα στο «Young Greek Cinema» το 2011, όπου προβλήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο «Κυνόδοντας», η «Στρέλλα», το «Attenberg», το «Wasted Youth» και η «Χώρα Προέλευσης». Φέτος η Ελλάδα έκανε ποικιλοτρόπως αισθητή την παρουσία της και πάλι, όχι μόνο λόγω της Αγγελικής Παπούλια στην κριτική επιτροπή του επίσημου διαγωνιστικού προγράμματος και τη συμμετοχή του «Ζίζοτεκ» του Βαρδή Μαρινάκη στο διαγωνιστικό τμήμα «East of The West», αλλά και με την παρουσίαση του πρότζεκτ «Ριβιέρα», του ντεμπούτου μυθοπλασίας του σκηνοθέτη-σεναριογράφου Ορφέα Περετζή στο Eastern Promises Industry Days και με την ειδική προβολή στο τμήμα Another View της νέας ταινίας του Σύλλα Τζουμέρκα, «Το Θαύμα της Θάλασσας των Σαργασσών», ενώ ο τελευταίος ήταν εκείνος, ο οποίος μετά τους Φέλιξ Φαν Χρόνινγκεν, Ντενί Κοτέ και Τζασμίλα Σμπάνιτς, ανέλαβε με επιτυχία να είναι ο μέντορας και να δώσει το masterclass της 5ης έκδοσης του προγράμματος «Future Frames - Generation Next of European Cinema».

Διαβάστε ακόμη: [Ο Βαρδής Μαρινάκης μιλάει στο Flix από το Κάρλοβι Βάρι για τα παραμύθια που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή] (http://flix.gr/articles/vardis-marinakis-karlovy-vary-2019-interview.html)

αφφλεκ

5. Ο ταλαντούχος Αφλεκ

Επιβεβαιώνοντας απόλυτα το hype που έχει χτίσει ήδη από την πρώτη προβολή του στο φεστιβάλ του Βερολίνου, το «Light of My Life» του Κέισι Αφλεκ ήταν μία από τις καλύτερες ταινίες του φεστιβάλ. Τοποθετημένη σε ένα δυστοπικό μέλλον, η ταινία που αναδεικνύει το ταλέντο του Αφλεκ όχι μόνο πια ως ηθοποιού αλλά και ως ενός ολοκληρωμένου δημιουργού, αφηγείται την ιστορία ενός πατέρα που προσπαθεί να επιβιώσει μαζί με την δεκάχρονη κόρη του, κρύβοντας με οποιονδήποτε τρόπο την ταυτότητά της αφού είναι το μοναδικό κορίτσι που έχει επιβιώσει μετά από μια επιδημία που έχει εξαφανίσει όλο το γυναικείο πληθυσμό του πλανήτη.

Ο σκηνοθέτης και βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός ήρθε για δεύτερη φορά στο Κάρλοβι Βάρι μετά τη βράβευσή του με τιμητική Κρυστάλλινη Σφαίρα το 2017 για να παρουσιάσει, μαζί με την 11χρονη πρωταγωνίστριά του Ανα Πνιόφκι, την ταινία του, αλλά και για να συνομιλήσει με το κοινό σε ένα ωριαίο masterclass, στο οποίο φάνηκε σαφώς πιο άνετος από την αμυντική στάση του κατά τη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου στο Βερολίνο, απέναντι στις ερωτήσεις για το θέμα των μηνύσεων για σεξουαλική παρενόχληση που δέχθηκε από δύο γυναίκες για περιστατικά που σχετίζονταν με τα γυρίσματα της πρώτης του σκηνοθετικής δουλειάς, του «I'm Still Here», και το κατά πόσο το «Light of My Life» είναι μια απόπειρα καλλιτεχνικής εξιλέωσης. Ο Αφλεκ μίλησε κυρίως για το μέλλον του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου και τη μαζική ανατροπή που θα επιφέρει η νέα γενιά με τις απεριόριστες δυνατότητες των νέων τεχνολογιών που επιτρέπουν στον καθένα να σκηνοθετεί ακόμα και από το κινητό του τηλέφωνο, αν και παραδέχτηκε ότι ο φυσικός χώρος της δικής του ταινίας είναι η κινηματογραφική αίθουσα και όχι οι ψηφιακές πλατφόρμες.

lux

6. Βραβείο LUX 2019: Στάση Πρώτη

Η ανακοίνωση των δέκα υποψήφιων ταινιών για το Βραβείο Lux του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρώτη φάση μέχρι την ανάδειξη του τελικού νικητή τον Νοέμβριο στο Στρασβούργο, πραγματοποιείται παραδοσιακά πλέον κατά τη διάρκεια του Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι και δίνει την αφορμή για ακόμα ένα πάρτι στο πολυτελές και εμβληματικό για την πόλη ξενοδοχείο Pupp. Φέτος η εκδήλωση έκρυβε την ευχάριστη έκπληξη της υποψηφιότητας της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας του Νίκου Labôt, «Η Δουλειά της», και τη δεύτερη (μετά την περσινή αντίστοιχη επίσημη διάκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο) βράβευση του «Γυναίκα Σε Πόλεμο» του Ισλανδού Μπένεντικτ Ερλινγκσον με το βραβείο Lux του ευρωπαϊκού κοινού, το οποίο παρέλαβε ο ιδιαίτερα χαρούμενος (ίσως λόγω του άφθονου κρασιού) σκηνοθέτης χαρίζοντας στους παρευρισκομένους ένα γεμάτο σκανδιναβικό χιούμορ λογύδριο. Δείτε εδώ αναλυτικά τη λίστα με τις 10 ταινίες που διεκδικούν το φετινό βραβειό Lux του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

oplatky

7. Στα πόσα οplatky σταματάω;

H μεγαλύτερη έκπληξη για όποιον επισκέπτεται για πρώτη φορά το Κάρλοβι Βαρι δεν είναι φυσικά οι ταινίες, ούτε η ομορφιά της πόλης που μοιάζει να είναι βγαλμένη από μια άλλη εποχή, αλλά το τοπικό γλυκό της πόλης, για το οποίο σχηματίζονται ουρές στα διάσπαρτα σημεία πώλησής του, ακόμα και από πλανόδιους στο δρόμο. Τα oplatky είναι λεπτές, στρογγυλές σε σχήμα κι επίπεδες γκοφρέτες, σε διάφορες διαμέτρους και ακόμη περισσότερες πλέον γεύσεις, οι οποίες κρύβουν το μυστικό της επιτυχίας τους και της νοστιμιάς τους στο νερό των πλούσιων σε μεταλλικά στοιχεία των τοπικών ιαματικών πηγών, από το οποίο φτιάχνονται. Ξεκίνησαν ως τοπικό επιδόρπιο στα έλη του 17ου αιώνα για τους επισκέπτες της περιοχής, αλλά γρήγορα το επιχειρηματικό δαιμόνιο των κατοίκων αντιλήφθηκε τις εμπορικές δυνατότητες της εξαγωγής τους και σύντομα αυτό το έδεσμα άρχισε να παρασκευάζεται και να πωλείται μαζικά στα καταστήματα και να φτάσει η φήμη του στη Ρωσία, στην Ισπανία και σε όλες τις αυτοκρατορικές αυλές της εποχής, με αποτέλεσμα σήμερα να παρασκευάζονται περισσότεροι από τριάντα τόνοι oplatky ετησίως και οι φεστιβαλικοί και μη επισκέπτες να φεύγουν με τουλάχιστον ένα κουτί στις αποσκευές τους. Αν και τίποτα φυσικά δε συγκρίνεται με την εμπειρία του να ανακαλύπτεις αυτό το γλυκό στις όχθες του ποταμού Τέπλα που διασχίζει την πόλη.

The August Virgin 607 The August Virgin

8. Το Επίσημο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα

Από τη Χιλή μέχρι την Κίνα και από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι την Τουρκία, οι δώδεκα ταινίες του Επίσημου Διαγωνιστικού προγράμματος είχαν ως κοινό παρονομαστή τον αγώνα του ατόμου να βρει την ταυτότητά του και να προσδιορίσει αυτόνομα τη θέση του και τις σχέσεις του μέσα σε ένα διαρκώς ευμετάβλητο κοινωνικό, οικονομικό ή πολιτικό περιβάλλον.

Το «Monsoon», του γνωστού από το «Lilting» σκηνοθέτη από την Καμπότζη (που ζει και εργάζεται στην Αγγλία) Χονγκ Κάου, ξεκίνησε δυναμικά αλλά, παρά την πρωταγωνιστική παρουσία του «Χένρι Γκόλνγινγκ από το Crazy Rich Asian», αναλώθηκε γρήγορα σε έναν προβλέψιμο προβληματισμό για την έννοια και τη σημασία της καταγωγής ενός επιτυχημένου στην Αγγλία Βιετναμέζου gay καλλιτέχνη, ο οποίος αναζητά στη χώρα προέλευσής του τις ρίζες της πρόσφατα εκλιπούσας μητέρας του και τους λόγους που οδήγησαν την οικογένειά του να μεταναστεύσει με τη βία, ενώ ταυτόχρονα ερωτεύεται έναν Αμερικανό, που έχει τις δικές του ενοχές για τον πόλεμο που ξεκίνησε η χώρα του εκεί.

Αντίστοιχη επιδερμική αντιμετώπιση στη ρατσιστική μεταχείριση των Αλβανών μεταναστών στη χώρα και τετριμμένες συγκρούσεις χαρακτήρων επιφύλασσε και το «Half-Sister» του Σλοβένου Νταμιάν Κοζόλε, μέσα από τη σχέση δύο ετεροθαλών αδερφών, οι οποίες αναγκάζονται να συγκατοικήσουν, ενώ το «Let There Be Light» του Σλοβάκου Μάρκο Σκοπ, με θέμα την προσπάθεια ενός άρτι αφιχθέντος στο χωριό του, εργάτη στη Γερμανία να ανακαλύψει αν ο γιος του είναι ένοχος για το bullying και την αυτοκτονία ενός συμμαθητή του, διαθέτει την απαραίτητη ένταση και μια αντίστοιχα ηλεκτρισμένη ερμηνεία από τον πρωταγωνιστή της, καταλήγει όμως σε κάπως απλοϊκά και δραματουργικά άτεχνα ηθικά διδάγματα για την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων, την τοξικότητα των πατριαρχικών μικρών κοινωνιών και τη σχολική βία ως αντικατοπτρισμό της παθογένειας των ενηλίκων.

Το τούρκικο «La Belle Indifference» του Κιβάντς Σεζέρ έχει αναμφίβολα ενδιαφέρον στην αποτύπωση της υπαρξιακής κρίσης ενός τριαντάχρονου στελέχους επιχειρήσεων στην Κωνσταντινούπολη που χάνει τη δουλειά του και αναζητά το νόημα της ζωής και της εργασίας, πέρα όμως από μερικές χαριτωμένα σουρεαλιστικές σκηνές δεν κατορθώνει να ξεπεράσει την περιορισμένη του φεστιβαλική εμβέλεια. Από την άλλη, το «To The Stars» της Μάρθα Στίβενς είναι ένα indie χρονικό σεξουαλικής κι όχι μόνο ενηλικίωσης στη βαθιά συντηρητική επαρχιακή Αμερική του '50, πάσχει, όμως, από όλες τις ασθένειες του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου, κυρίως από μια εξαντλητικά αργή αφήγηση και μια φορμαλιστικά επιτηδευμένη ασπρόμαυρη φωτογραφία, που δεν έχει να προσθέσει κάποιο σημειολογικό βάθος.

Στην κατηγορία του φεστιβαλικού αξιοπερίεργου ανήκει ανερυθρίαστα και το «Ode to Nothing» της Φιλιππινέζας Ντουέιν Μπαλταζάρ με θέμα την τρυφερή φιλία ανάμεσα σε μια μοναχική ιδιοκτήτρια γραφείου τελετών και στο… πτώμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας που έχει βρεθεί στα αζήτητα, καθώς κανείς δεν γνωρίζει την ταυτότητά της. Αν ο Λαβ Ντίαζ γύριζε ένα επεισόδιο του «Six Feet Under» το αποτέλεσμα δεν θα απείχε πολύ από αυτή την ταινία, η οποία καταφέρνει παρά το μακάβριο θέμα της να μετατρέψει αυτή τη φιλία (ή μήπως νεκροφιλία;) σε ένα γλυκύτατο μάθημα ζωής για το χρόνο που περνά και την ανάγκη για δεύτερες ευκαιρίες, σ’ αυτή τη ζωή ή ακόμα και στο επέκεινα. Το κινέζικο «Mosaic Portrait» του Ζάι Γιξιάνγκ είναι άλλη μια κινηματογραφική απεικόνιση της εκμηδένισης του ατόμου σε μια χαοτική και χαώδη χώρα, μέσα από την υπνωτιστικά ελεγειακή αφήγηση της ιστορίας μιας 14χρονης μαθήτριας που κατονομάζει έναν καθηγητή της ως υπεύθυνο για την εγκυμοσύνη της, ενώ το «The Man of the Future» του Χιλιανού Φελίπε Ρίος είναι ένα μινιμαλιστικό road movie που αξιοποιεί στο έπακρο το φυσικό τοπίο της χώρας για να μιλήσει για την αποξένωση ενός ηλικιωμένου οδηγού φορτηγού με την κόρη του και τη σύντομη επανένωσή τους λίγο πριν ακολουθήσει ο καθένας τη δική του πορεία.

Μια ιστορία όψιμης ενηλικίωσης αφηγείται και το βέλγικο «Patrick» του Τιμ Μιελάντς, στο οποίο ο ομώνυμος ήρωας θα αναγκαστεί να ωριμάσει απότομα μετά την απώλεια του αγαπημένου του… σφυριού και το θάνατο του πατέρα του, ιδιοκτήτη κάμπινγκ γυμνιστών. Περιμέναμε μια πιο τολμηρή δραματουργική προσέγγιση με δεδομένο το «au naturel» περιβάλλον όπου κινείται ο κεντρικός ήρωας, αυτή η αμηχανία της προσέγγισης του σκηνοθέτη, ωστόσο, ταιριάζει τελικά με το σουρεαλισμό των κωμικοτραγικών καταστάσεων και το offbeat χιούμορ της ταινίας. Αντίστοιχα, περισσότερα περιμέναμε από το «The Father», την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία των Βούλγαρων Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλτσάνοφ μετά τα πολυβραβευμένα «Το Μάθημα» και «Glory», η ιστορία όμως της διαχείρισης του πένθους ενός πατέρα κι ενός γιου μετά το θάνατο της συζύγου και μητέρας τους αντίστοιχα, πέρα από ορισμένες εκλάμψεις βαλκανικού (μαγικού και μη) ρεαλισμού κινήθηκε σε πιο συμβατικά μονοπάτια.

Δύο ταινίες κατάφεραν να ξεχωρίσουν (κατά τη γνώμη μας) μακράν από τις υπόλοιπες. Το «Lara» του Γερμανού Γιαν-Ολε Γκέρστερ, δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του μετά το χιπστερικό (με την καλή έννοια) «Oh Boy», περιγράφει με ωριμότητα, τόλμη, ακρίβεια και εμβρίθεια την ψυχολογική και συναισθηματική οδύσσεια της ομώνυμης ηρωίδας, μιας 60χρονης γυναίκας (συγκλονιστική η Κορίνα Χαρφούχ στο ρόλο), η οποία την ημέρα των γενεθλίων της πρέπει να συμφιλιωθεί με τις επιλογές και τα λάθη της ζωής της ενόψει της συνάντησης με τον αποξενωμένο γιο της. Η ταινία, όμως, που έκλεψε τις εντυπώσεις και κυρίως την καρδιά μας ήταν κάπως αναπάντεχα το «The August Virgin» του Γιονάς Τρουέμπα. Στην άδεια Μαδρίτη του Αυγούστου, μια τριαντάχρονη ηθοποιός, η Εύα, προφανώς σε κομβικό σημείο και με έντονη ανάγκη προσανατολισμού στη ζωή της, θα μετακομίσει σε ένα καινούργιο διαμέρισμα και θα περάσει ένα μήνα με τυχαίες συναντήσεις, νυχτερινές περιπέτειες, συνομιλίες με γνωστούς και αγνώστους, φλερτ της μίας βραδιάς και επαφές που ίσως προμηνύουν κάτι περισσότερο, κι όλα αυτά με μια αβάσταχτη ελαφρότητα μέσα στη θερινή ραστώνη και με υπέροχους διαλόγους, που θα έκαναν τον Ερίκ Ρομέρ να αισθάνεται υπερήφανος. Μια σπουδαία ταινία για όλα εκείνα τα ασήμαντα τίποτα που τελικά καθορίζουν τη ζωή μας.

Patricia

9. Πατρίσια Κλάρκσον

Σε ένα μάλλον φειδωλό από άποψη χολιγουντιανής λάμψης φεστιβάλ (όχι πως κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο, υπάρχουν οι Κάννες, η Βενετία και το Βερολίνο για να καλύψουν αυτό το κενό), το φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι κάλεσε για τη φετινή λήξη του την αγαπημένη Πατρίσια Κλάρκσον για να της απονείμει μια τιμητική Κρυστάλλινη Σφαίρα για την ομολογουμένως «Εξαιρετική Προσφορά της στο Παγκόσμιο Σινεμά» και επί τη ευκαιρία προέβαλε κάπως ειρωνικά μία από τις πιο αδιάφορες ταινίες στις οποίες έχει πρωταγωνιστήσει η Αμερικανίδα ηθοποιός, το «Μαθήματα Οδήγησης» της Ιζαμπέλ Κοσέτ από το 2014. Η Κλάρκσον πάντως, απολαυστική και πνευματώδης, παρέδωσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη Τύπου κι ένα ακόμα καλύτερο masterclass, όπου η συζήτηση αναμενόμενα επικεντρώθηκε στο ρόλο των γυναικών στη βιομηχανία του θεάματος, αλλά και στην ήδη θρυλική Αντόρα του «Sharp Objects» στο HBO, ερμηνεία για την οποίο κέρδισε άλλωστε μία Χρυσή Σφάιρα Β’ Γυναικείου Ρόλου κι αναμένεται να κατακτήσει και το επερχόμενο αντίστοιχο Emmy. «Πρέπει να αγαπήσεις τους χαρακτήρες που καλείσαι να ερμηνεύσεις, γιατί από τη στιγμή που αρχίζεις να τους κρίνεις, χάνεται όλη η δυναμική τους», δήλωσε η ηθοποιός. «Αν και νομίζω ότι εκείνη την περίοδο με είχαν φοβηθεί όλοι, ακόμα και ο σκύλος μου».

Wars

10. Τα Βραβεία

Oλα τα όμορφα φεστιβάλ φτάνουν κάποια στιγμή στο τέλος τους κι έτσι λοιπόν μετά από πάνω από 500 προβολές, 12.000 διαπιστευμένους και 140.000 εισιτήρια, το 54ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι έριξε την αυλαία του με μια σύντομη και λιτή τελετή λήξης, κατά τη διάρκεια της οποίας παρέλαβαν τις τιμητικές Κρυστάλλινες Σφαίρες τους η Πατρίσια Κλάρκσον και ο κορυφαίος Τσέχος διευθυντής φωτογραφίας Βλάντιμιρ Σμούτνι και απονεμήθηκαν τα βραβεία των διαγωνιστικών του τμημάτων.

Η κριτική επιτροπή του Κύριου Διαγωνιστικού Προγράμματος, με μέλη μεταξύ άλλων την Αγγελική Παπούλια και τον Σεργκέι Λοζνίτσα, αποφάσισε να δώσει την ύψιστη διάκριση, δηλαδή την Κρυστάλλινη Σφαίρα, στο βουλγάρικο (και σε ελληνική συμπαραγωγή από την Graal Films) «The Father» κι έτσι το σκηνοθετικό δίδυμο των Κριστίνα Γκρόζεβα και Πέταρ Βαλτσάνοφ πρόσθεσε ακόμα μία φεστιβαλική περγαμηνή στην ήδη πλούσια συλλογή του, μετά τα πολυβραβευμένα «Το Μάθημα» και «Glory». Η βράβευση του «The Father» ήταν αναμφίβολα δίκαια, αφού η ταινία κέρδισε από την πρώτη στιγμή τις εντυπώσεις ως μια από τις πιο άρτιες και ολοκληρωμένες συμμετοχές του επίσημου διαγωνιστικού, αν και είναι η πιο αδύναμη δραματουργικά από τις τρεις μέχρι τώρα μεγάλου μήκους δουλειές του σκηνοθετικού διδύμου. Με εξαίρεση την απονομή μόνο μιας Ειδικής Μνείας στο ισπανικό «The August Virgin» του Γιονάς Τρουέμπα, που ήταν μακράν η καλύτερη (κατά τη γνώμη μας) ταινία του Διαγωνιστικού, τα υπόλοιπα βραβεία επιβεβαίωσαν την ευθυκρισία της επιτροπής, με το Ειδικό Βραβείο να πηγαίνει στο «Lara» του Γιαν-όλε Γκέρσερ και το Βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στην πρωταγωνίστριά του και μεγάλη (θεατρική κυρίως) Γερμανίδα ηθοποιό, Κορίνα Χαρφούχ, η οποία μάλιστα είχε βραβευτεί στο ίδιο φεστιβάλ και το 1988. Το αντίστοιχο βραβείο ανδρικής ερμηνείας απονεμήθηκε στον Σλοβάκο ηθοποιό Μιλάν Οντρίκ για το «Let There Be Light», ενώ ο Βέλγος σκηνοθέτης του γλυκύτατου μέσα στην αμηχανία του «Patrick», Τιμ Μιέλαντς, κέρδισε το βραβείο της Καλύτερης Σκηνοθεσίας. Τέλος, ειδική μνεία απονεμήθηκε και στην πρωταγωνίστρια του μινιμαλιστικού «The Man Of The Future» από τη Χιλή, Αντονία Γκισέν.

Στο δεύτερο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ «East of the West», στο οποίο συμμετέχουν παραδοσιακά παραγωγές από την Ανατολική Ευρώπη (και σε μια μάλλον ευρεία ανάγνωση του κανονισμού φέτος, μια ταινία από τη Σαουδική Αραβία!), το Μεγάλο Βραβείο δόθηκε στο γεμάτο ένταση και παλμό σκηνοθετικό ντεμπούτο του πρώην χορευτή, Μπόρις Ακόποφ, «The Bull» από τη Ρωσία, ενώ το Ειδικό Βραβείο της επιτροπής απονεμήθηκε στο ευφάνταστο, ηχητικά και οπτικά, ουκρανικό road movie «Μy Thoughts Are Silent». Στο τρίτο και τελευταίο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ για τις ταινίες τεκμηρίωσης, το Μεγάλο Βραβείο του καλύτερου ντοκιμαντέρ κέρδισε η Ρωσίδα Ξένια Οχάπκινα για το «Immortal», χρονικό της ζωής και της καταπίεσης σε μια μικρή βιομηχανική πόλη της χώρας της, ενώ το κινέζικο «Confucian Dream» της Μίτζιε Λι με θέμα την απόπειρα μιας μητέρας να δώσει μια εναλλακτική διαπαιδαγώγηση στο παιδί της με βάση τα διδάγματα του Κομφούκιου σε ένα ραγδαία τεχνοκρατικό εκπαιδευτικό σύστημα κατέκτησε το Ειδικό Βραβείο. Και του χρόνου.

ποστερ

ποστερ

+1. Μια σύντομη διαδρομή στην ιστορία της τσέχικης αφίσας

Οι τσέχικες αφίσες συναγωνίστηκαν πολλές φορές το γραφιστικό σουρεαλισμό και το υψηλό αισθητικό επίπεδο των αντίστοιχων πολωνικών αφισών κατά τις δεκαετίες του '50, του '60 και του '70, στο τοπικό μουσείο του Κάρλοβι Βάρι, ωστόσο, είχαμε την ευκαιρία να δούμε τα κάπως πιο παρεξηγημένα κι αξιαγάπητα κιτς δείγματα από αφίσες που κοσμούσαν τους τσέχικους κινηματογράφους από το 1931 έως το 1948, ένα αναπάντεχα ποπ και πολύχρωμα νοσταλγικό ταξίδι σε μια άλλη εποχή.

Το Flix βρίσκεται στο Κάρλοβι Βάρι για να σας μεταφέρει την ατμόσφαιρα του Φεστιβάλ μέσα και έξω από τις αίθουσες, με την υποστήριξη της Πρεσβείας της Ελλάδας στην Πράγα.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.