Είναι τρελοί αυτοί οι διανομείς;

INDUSTRY 19 APR 2016  /  Flix Team

Ποιος μπορεί να πιστεύει στα σοβαρά ότι η ελληνική αγορά αντέχει την έξοδο 7+ ταινιών κάθε βδομάδα στις αίθουσες; Το Flix ερευνά.

Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο, εξελίσσεται όμως όλο και χειρότερα και με γοργό ρυθμό: ήδη τα τελευταία χρόνια έβγαιναν στις αίθουσες ολοένα και περισσότερες κινηματογραφικές ταινίες, πέρσι και στη φετινή, ως τώρα σεζόν, ο αριθμός παγιώθηκε πάνω από τις 7 κάθε εβδομάδα φτάνοντας μέχρι και τις 10 και βάλε, συμπεριλαμβανομένων πλέον και των εναλλακτικών τρόπων διανομής (έξοδος ταινίας σε μια αίθουσα, για συγκεκριμένο αριθμό προβολών, σε συγκεκριμένη ζώνη προβολής) με αποκορύφωμα την ερχόμενη Πέμπτη, 21 Απριλίου, που στα σινεμά θα βγουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δεκαπέντε (15) ταινίες, διεκδικώντας όλες την προσοχή του κοινού. Κοινώς, μια σκέτη τρέλα.

Η πρακτική αυτή της ελληνικής διανομής έρχεται σε μια χρονική περίοδο που ο Ελληνας ούτως ή άλλως δεν πηγαίνει συχνά στο σινεμά. Ποτέ δεν πήγαινε, για να είμαστε ειλικρινείς, αλλά φέτος τα εισιτήρια έχουν αρχίσει να δείχνουν την πτώση τους τουλάχιστον όσον αφορά τον αριθμό εισιτηρίων που αντιστοιχεί στον αριθμό των ταινιών που βγαίνουν στις αίθουσες- το προηγούμενο τετραήμερο ανοίγματος των νέων ταινιών τα πράγματα πήγαν από το χειρότερο στον πάτο - κι οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί καθώς, για παράδειγμα, οι θεατές δεν έχουν ελαττώσει καθόλου το (πιο ακριβό) θέατρο. Αποκλεισμένο ως εβδομαδιαία «έξοδος» και «διασκέδαση» το σινεμά κατέληξε τα τελευταία χρόνια να ενδιαφέρει μόνο όσους βλέπουν ταινίες σε φεστιβαλικές ή event συνθήκες (εκεί οι αίθουσες είναι πάντα γεμάτες) και όσους φυσικά περιμένουν να δουν τις ίδιες ταινίες για τις οποίες θα πήγαιναν στις αιθουσες στην άνεση του σπιτιού τους μέσω downloading. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Τη στιγμή που το κοινό αποσύρεται όχι και τόσο διακριτικά από τις αίθουσες (και φέρει κι αυτό τη δική του ευθύνη, αλλά αυτο είναι το θέμα ενός άλλου ρεπορτάζ), η ελληνική διανομή θα έπρεπε να είναι πιο οργανωμένη, πιο δραστήρια, πιο επιμελής και ευρηματική παρά ποτέ, για να καταφέρει να προσελκύσει τον θεατή ή να δημιουργήσει από την αρχή ένα πυρήνα θεατών που θα τολμήσει την οργανωμένη επιστροφή στην αίθουσα. Αντ' αυτού, στις αίθουσες κάθε βδομάδα ρίχνονται ξαφνικά κι απροετοίμαστα ταινίες με το τσουβάλι, ταινίες που δεν έχουν κάνει τη σταδιακή γνωριμία τους με το κοινό, δεκάδες ταινίες που δε βλέπει κανείς και δεν ενδιαφέρουν κανέναν, κυρίως επειδή ο κανένας δεν έχει προλάβει να ενημερωθεί γι' αυτές, να επιλέξει τι αξίζει γι' αυτόν και τι όχι. Ούτε κι ο πιο φιλότιμος σινεφίλ δεν προλαβαίνει να δει τις ταινίες που θέλει, τρέχοντας από τη μια αίθουσα στην άλλη: οι περισσότερες εξαφανίζονται μετά από την πρώτη τους εβδομάδα προβολής, πριν καλά-καλά τις αντιληφθεί κανείς, λες κι ο στόχος τους ήταν να προκαλέσουν όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο.

Η πρακτική αυτή της ελληνικής διανομής έρχεται σε μια χρονική περίοδο που ο Ελληνας ούτως ή άλλως δεν πηγαίνει συχνά στο σινεμά. Ποτέ δεν πήγαινε, για να είμαστε ειλικρινείς, αλλά φέτος τα εισιτήρια έχουν αρχίσει να δείχνουν την πτώση τους.»

Το φαινόμενο της υπερπροσφοράς ταινιών σε εκ διαμέτρου αντίθεση με τη ζήτηση δεν είναι κάτι ξαφνικό, επισημαίνει ο Ζήνος Παναγιωτίδης, διανομέας στην τρίτη, ήδη, επαγγελματική του δεκαετία και ιδιοκτήτης της Rosebud 21. «Είναι η πολλοστή χρονιά που γίνεται αυτό, απλώς συνεχώς μεγεθύνεται. Το μεγάλο αριθμό ταινιών τον έχω επισημάνει, εδώ και χρόνια, το έχω θέσει και στην Ενωση Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας. Θεωρώ αυτό που συμβαίνει εντελώς απαράδεκτο, είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει κανείς κινηματογραφόφιλος το ρυθμό εξόδου των ταινιών. Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην Ευρώπη, με συγκεκριμένα στοιχεία από το δίκτυο της Europa Distribution, όπου προαγοράζεται όλο το διαγωνιστικό πρόγραμμα των Καννών – και δε μιλάω για τις ταινίες που αγοράζονται λόγω μεγάλων ονομάτων, φυσικά κάποιος θα πάρει τον Γούντι Αλεν, τους Νταρντέν, τον Αλμοδόβαρ, χωρίς να έχει δει τις ταινίες. Αλλά αγοράζονται κι όλες οι ταινίες άγνωστων σκηνοθετών ή σκηνοθετών που δεν έχουν κάνει ποτέ επιτυχία, μόνο με τη λογική ότι συμμετέχουν στο Διαγωνιστικό. Φυσικά, θα πάρεις ένα ρίσκο, θα ρίξεις ένα ζάρι, αλλά να προαγοράζονται όλα; Κι αυτό ενώ η δουλειά μας βρίσκεται σε κρίση κι ολόκληρη η χώρα βρίσκεται σε κρίση. Αποτέλεσμα αυτών των αγορών είναι η έξοδος 10 ταινιών κάθε βδομάδα. Δυστυχώς δε βλέπω καμία εξέλιξη, μόνο πίκρα. Το μόνο που έχω να πω είναι ότι λυπάμαι, πραγματικά λυπάμαι πολύ γι’αυτή τη λογική που υπάρχει στην αγορά μας.»

Η Ειρήνη Σουγανίδου της Feelgood Entertainment μιλάει για αδυναμία συνομιλίας ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση αλλά και ανάμεσα στους ίδιους τους διανομείς: «Είναι πράγματι εμπορικά και λογικά ανεξήγητο το φαινόμενο στην Ελλάδα της κρίσης και των 9.500.000 εισιτηρίων, να υπάρχουν 19 εταιρείες διανομής, ενώ και οι κινηματογράφοι να είναι πλέον ενεργοί στο χώρο της αγοράς ταινιών και της διανομής. Δυστυχώς στην ελληνική κινηματογραφική αγορά υπάρχει αδυναμία συνομιλίας της προσφοράς με τη ζήτηση. Είναι αυτοκαταστροφική η υπάρχουσα κατάσταση, αλλά, οι παίκτες της αγοράς δεν φαίνεται να πτοούνται επαρκώς. Ακόμα και οι κατά καιρούς "συνασπισμοί" μεταξύ εταιρειών διανομής, δεν αποτελούν λύση, γιατί ο αριθμός ταινιών που αγοράζονται δεν μειώνεται. Εφόσον συνεννόηση δεν είναι ούτε επιτρεπτή, ούτε εφικτή, η λύση θα έρθει από την σκληρή πραγματικότητα, μιας και σε μια αγορά δικαιωμάτων που βρίσκεται σε σημαντική πτώση σε σχέση με το παρελθόν, δεν θα μπορέσουν όλοι να παραμείνουν ενεργοί και δραστήριοι…».

Αποκλεισμένο ως εβδομαδιαία «έξοδος» και «διασκέδαση» το σινεμά κατέληξε τα τελευταία χρόνια να ενδιαφέρει μόνο όσους βλέπουν ταινίες σε φεστιβαλικές ή event συνθήκες (εκεί οι αίθουσες είναι πάντα γεμάτες) και όσους φυσικά περιμένουν να δουν τις ίδιες ταινίες για τις οποίες θα πήγαιναν στις αιθουσες στην άνεση του σπιτιού τους μέσω downloading. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.»

Ο Χρήστος Μπεχτσής της Seven Films επισημαίνει την «παγίδα» της «καιροσκοπικής» εξόδου ταινιών, ειδικά τώρα με την ευκολία που παρέχει η ψηφιακή προβολή τους: «Η ανησυχία είναι ότι οι ταινίες δεν προλαβαίνουν να αναπνεύσουν και να αναδείξουν τις αρετές τους, μιας και η ευκολία αντικατάστασης τους στο πρόγραμμα, έχει οδηγήσει ακόμα και τις αίθουσες β’ προβολής των πετυχημένων ταινιών, να εξελίσσονται ως α’ προβολής κι ό,τι τύχει.. Επίσης όσο κι αν φαίνεται παράξενο, λόγω του επιπρόσθετου κόστους και της χρονοκαθυστέρησης που υπήρχε με τις κόπιες των 35mm, η απόφαση του αν μια ταινία θα κυκλοφορήσει στις αίθουσες λόγω αυξημένου ρίσκου, έκανε την επιλογή τους πιο αυστηρή και λιγότερο καιροσκοπική, όπως συμβαίνει τώρα. Ως μόνο όφελος, θα ήταν η ανάδειξη ενός πολύ μικρού αριθμού μη αναμενόμενων και γνωστών ταινιών, πολύ μικρού ωστόσο μπροστά στον «εξαερισμό» πολλών καλών ταινιών που δεν προλαβαίνουν καν να βγουν, επειδή δε βρίσκουν χώρο να προβληθούν. Η προσαρμογή της αγοράς στις νέες αυτές συνθήκες, θα ολοκληρωθεί στα επόμενα ένα με δύο χρόνια, και η αγορά θα αυτορυθμιστεί στα νέα δεδομένα: την ανάδειξη των χώρων/ αιθουσών ως βασικούς καταλύτες στην ύπαρξη και την πορεία των ταινιών και τη συμπίεση του συνολικού κύκλου ζωής των ταινιών στον κινηματογράφο και τις υπόλοιπες μορφές εκμετάλλευσης.»

Για επιλεκτικές αγορές και καλύτερη συνεννόηση μας μίλησαν η Σοφία Αγγελίδου και ο Λευτέρης Αδαμίδης της One from the Heart: «Η κατάσταση είναι φυσικά εξαιρετικά ανησυχητική και δυσχερής ειδικά για τις μικρές εταιρείες διανομής που σε γενικές γραμμές δεν έχουν την πολυτέλεια να επιλέγουν τις ημερομηνίες εξόδου των ταινιών τους. Είναι πάντως εντελώς λάθος να προκρίνεται η συρρίκνωση του αριθμού των εταιριών που δραστηριοποιούνται (αυτό θα σήμαινε έλλειψη πολυφωνίας μακροπρόθεσμα) αλλά κατά τη γνώμη μας θα έπρεπε να υπάρχει αυτοσυγκράτηση στον αριθμό ταινιών που αγοράζονται συνολικά από τις εταιρείες και όχι απλά μια λογική «ας την πάρω για να μην την πάρει κάποιος άλλος». Με άλλα λόγια περισσότερο επιλεκτικές αγορές και φυσικά καλύτερη συνεννόηση.»

Τη στιγμή που το κοινό αποσύρεται όχι και τόσο διακριτικά από τις αίθουσες (και φέρει κι αυτό τη δική του ευθύνη, αλλά αυτο είναι το θέμα ενός άλλου ρεπορτάζ), η ελληνική διανομή θα έπρεπε να είναι πιο οργανωμένη, πιο δραστήρια, πιο επιμελής και ευρηματική παρά ποτέ, για να καταφέρει να προσελκύσει τον θεατή ή να δημιουργήσει από την αρχή ένα πυρήνα θεατών που θα τολμήσει την οργανωμένη επιστροφή στην αίθουσα.»

Για ένα νέο φαινόμενο διανομής αλλά και για την αδυναμία συνεννοήσης μεταξύ των διανομέων μας μίλησε ο Τάκης Βερέμης της StraDa Films. «Η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που αγοράζει τόσες πολλές ταινίες κατ’ αναλογία με το κινηματογραφικό κοινό της. Δεν ξέρω για ποιους λόγους εμπορικούς, έχει προκύψει αυτό το είδος των «demi-pension» διανομέων, που αγοράζουν ταινίες, ενώ δεν έχουν ούτε κύκλωμα αιθουσών, ούτε γραφεία, είναι περισσότερο ένα είδος ατζέντη που συνεργάζεται μια με τον ένα, με τον άλλο. Ως διανομέας, ζεις δυο-τρεις οικογένειες, έχεις μια αποθήκη, πωλήσεις, publicity, έχεις μια οργανωμένη, λειτουργική επιχείρηση. Αν σε κάποιον αρέσει να αγοράζει 5 ταινίες το χρόνο, για να κάνει κολεξιόν ταινιών, έχει ένα αποτέλεσμα που φαίνεται και στα εισιτήρια, αλλά καις τον τρόπο που βγαίνουν οι ταινίες. Γιατί να βγάλεις μια ταινία που θα κάνει 300 εισιτήρια, τώρα που δεν υπάρχει ούτε βίντεο, ούτε καν τηλεόραση; Ολοι προσπαθούν, σαν τον Ιντιάνα Τζόουνς, να βρουν το διαμάντι του art house σινεμά. Αυτό εμφανίζεται καμιά φορά από μόνο του, συνήθως βγαίνει απλώς πολύ trash. Συλλογικά ανάμεσα στους διανομείς δεν υπάρχει συζήτηση, όπως ας πούμε ανάμεσα στους παραγωγούς. Ολοι γκρινιάζουμε και μετά φτάνουμε στα Φεστιβάλ κι εξαπολύονται όλοι κι αγοράζουν 10 και 15 ταινίες. Φέτος στο Φεστιβάλ Καννών που θ’ αρχίσει 11 Μαΐου, είναι ήδη προαγορασμένο ολόκληρο το Διαγωνιστικό Τμήμα, ολόκληρο! Ταινίες που κανείς δεν ξέρει ακόμα και, λόγω του ελληνικού ανταγωνισμού, πωλούνται πέντε φορές πάνω απ’ την τιμή τους, μόνο για να πει κάποιος ότι έχει πάρει ταινία του Διαγωνιστικού. Εν τω μεταξύ, το κύκλωμα των αιθουσαρχών τρίβει τα χέρια του γιατί μόλις μια ταινία δεν πάει πολύ καλά, δηλαδή συνήθως, αμέσως την κατεβάζουν και παίζουν άλλη, έχουν επιλογές. Τις ταινίες θα έπρεπε ν’ αναγκάζονται οι αίθουσες να τις κρατούν περισσότερο, ν’ αποκτούν περισσότερο βάθος, να προλαβαίνουν να κάνουν εισιτήρια. Κι έρχεται ο «demi-pension» και σου λέει, δε χάθηκε κι ο κόσμος, θα βγάλω κι εγώ 4 ταινίες. Ρε φίλε, εγώ χρειάζομαι 15 ταινίες το χρόνο για να καλύψω μια αίθουσα και οι δικές σου εμβόλιμες ταινίες μου χαλάνε εντελώς το πρόγραμμα. Μου κάνει μεγάλη εντύπωση, η κινηματογραφική διανομή δεν είναι και προσοδοφόρα δουλειά στην Ελλάδα, το κάνουν μόνο για λόγους εγωισμού. Ξαναγυρίσαμε στο ποιος την έχει μεγαλύτερη.»

Διαβάστε ακόμη: Best of 2015: Αυτά ήταν τα αποτελέσματα των ταμείων για ολόκληρο το 2015

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.