Πότε ακριβώς σταμάτησε να μας ενθουσιάζει το «Black Mirror»;

TV 20 JUN  /  Θοδωρής Δημητρόπουλος

Ο 5ος κύκλος της σειράς ανθολογίας του Netflix κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες συναντώντας ένα γενικότερο αίσθημα σχετικής αδιαφορίας. Πώς φτάσαμε εδώ;

Το «Black Mirror» θα είναι για πάντα το «Black Mirror». Αρκεί μια σειρά ή μια ταινία να φτάσει σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο αναγνωρισιμότητας και, σημαντικότερα, σύνδεσης με μια συγκεκριμένη κατάσταση ή παθογένεια της κοινωνίας, ώστε να μπει για πάντα στο καθημερινό μας λεξιλόγιο. «Η φάση είναι τελείως μπλακμίρορ», άκουσα τις προάλλες από μια παρέα σε ένα καφέ περπατώντας στο δρόμο, και το ότι είναι κοινώς αποδεκτό το τι σημαίνει αυτή η φράση πλέον μέσα στην καθημερινή μας συνεννόηση, πάει να πει πως η σειρά του Τσάρλι Μπρούκερ έχει ήδη πετύχει ένα επίπεδο μαζικότητας και αναγνωρισιμότητας από το οποίο δεν πέφτεις ποτέ.

Ισως με ένα περίεργο τρόπο, αυτός να είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους η σειρά, επιστρέφοντας για μια 5η σεζόν 3 μόλις επεισοδίων (όπως παλιά), δεν ξεσήκωσε αντίστοιχα κύματα ενθουσιασμού ή ντιμπέιτ με τις προηγούμενες σεζόν.

Διαβάστε ακόμη: Το «Chernobyl» είναι μια δυσβάσταχτη -και αναγκαία- ιστορία απόλυτης καταστροφής

Black Mirror

Το νέο σετ επεισοδίων στην επιφάνειά του δεν διαφέρει και τόσο από ό,τι έχει προηγηθεί. Ενα επεισόδιο διαδραματίζεται 100% στον έξω κόσμο, στο αναγνωρίσιμο σήμερα, εντείνοντας με όρους ψυχολογικού θρίλερ μια γνώριμή μας κατάσταση (τα notifications, εν προκειμένω) φτάνοντας σε μια τρίτη πράξη παιχνιδιού ηθικής. Ενα άλλο επεισόδιο βουτά σε ψηφιακούς κόσμους που έχουμε δημιουργήσει αναζητώντας μέσα εκεί τους ίδιους μας τους εαυτούς. Ενα τρίτο επεισόδιο αποτυπώνει με μια κιτς χροιά τους τρόπους με τους οποίους η επικοινωνία μας στον πραγματικό κόσμο περνά μέσα κατασκευασμένες προσωπικότητες. Είναι όλα τους είδη επεισοδίων που έχουμε ξαναδεί από τη σειρά και, φυσικά, όπως πάντα, κάθε θεατής βρίσκει αριστουργήματα εκεί που άλλοι βρίσκουν σκουπίδια, και το αντίστροφο.

Απλά αυτή τη φορά κανείς δε μιλά για αριστουργήματα- για την ακρίβεια είναι σαν κανείς να μη μιλάει, γενικότερα. Το Netflix ως γνωστόν δεν κάνει διαθέσιμες τις φιγούρες τηλεθέασης των προϊόντων του (πέραν κάτι εξωφρενικών και δίχως context ισχυρισμών μία στο τόσο, τους οποίους φυσικά και δεν οφείλουμε να πάρουμε στα σοβαρά), οπότε ο μόνος τρόπος να αντιληφθούμε τη δημοφιλία ενός συγκεκριμένου προϊόντος είναι ο τρόπος με τον οποίο συζητιέται και η ένταση. Όταν κυκλοφόρησε η 3η σεζόν «Black Mirror» σχεδόν χρειάστηκε να κάνω live chat από την προσμονή και την ένταση της συζήτησης. Για την κυκλοφορία της 5ης το hype αφορούσε κατά κύριο λόγο πως «έχει ένα τραγικό επεισόδιο με τη Μάιλι Σάιρους».

Δεν ξέρω αν θα συμφωνούσα απαραίτητα με την τόσο ολοκληρωτική καταδίκη του εν λόγω επεισοδίου, το «Rachel, Jack and Ashley Too», για μια έφηβη (η Ανγκούρι Ράις των «Nice Guys») που βρίσκει συναισθηματικό αποκούμπι σε ένα μαζικής κυκλοφορίας ρομπότ που αναπαράγει την προσωπικότητα της αγαπημένης της ποπ σταρ (Μάιλι Σάιρους). Οπως και το διαβόητο «Waldo Moment» (για έναν τηλε-κωμικό διάσημο για αγενείς συνεντεύξεις που κατεβαίνει στις εκλογές ως τηλεοπτικό σταντ και καταλήγει να έχει μεγαλύτερη απήχηση από όση φανταζόταν κανείς), διαπραγματεύεται καταστάσεις και ιδέες που μοιάζουν επίκαιρες και καθόλου μακριά από την πραγματικότητα, αλλά τονικά μοιάζει παντελώς εκτός κλίματος σε σχέση με το κυρίως σώμα επεισοδίων της σειράς. Ηταν διασκεδαστικό, μέχρι τη στιγμή που έγινε κάπως πληκτικό, μετατρεπόμενο σχεδόν σε μια οικογενειακή κωμική περιπέτεια σαν αυτές που έβγαιναν στα ‘90s από την Amblin ή την Touchstone και παίζονται ακόμα ως σήμερα Κυριακές νωρίς το μεσημέρι.

Διαβάστε ακόμη: Ολα είναι (σχεδόν) χειρότερα κι όμως το ίδιο (σχεδόν) απολαυστικά στον δεύτερο κύκλο του «Killing Eve»

Black Mirror

Χειρότερο όλων είναι το «Smithereens», για έναν ταξιτζή (ο Καυτός Ιερέας του «Fleabag», Αντριου Σκοτ) που παίρνει όμηρο τον εργαζόμενο σε μια social media εταιρεία απαιτώντας να μιλήσει με τον διευθύνοντας σύμβουλο- σα να παίρνεις όμηρο έναν τύπο που δουλεύει στην τεχνική υποστήριξη του twitter απαιτώντας να βγει στο τηλέφωνο ο Τζακ Ντόρσεϊ. Είναι ένα αργόσυρτο θρίλερ τόσο παράλογα μεγάλης διάρκειας που μέχρι να καταλήξει στο -μέτριο- point του, έχεις ξεχάσει από πού ήρθες, πώς σε λένε, και γιατί είμαστε ακόμα μέσα σε αυτό το αυτοκίνητο.

Αντιθέτως, διασκέδασα με το «Striking Vipers», όπου δύο παλιοί φίλοι (ένας εκ των οποίων ερμηνεύεται από τον Αντονι Μάκι) ανακαλύπτουν πως όταν συναντώνται σε ένα ψηφιακό, τύπου «Street Fighter», περιβάλλον, οι χαρακτήρες τους έλκονται σεξουαλικά, και προσπαθούν να διαχειριστούν αυτό το νέο συναισθηματικό δεδομένο στον πραγματικό κόσμο και στις IRL σχέσεις τους- τη μεταξύ τους, αλλά και με τους ανθρώπους τους. Είναι μια ενδιαφέρουσα και σύγχρονη ιδέα παιγμένη και γραμμένη με αρκετή αφοσίωση. Ακόμα κι αν τελικά μοιάζει κάπως με μια λιγότερο αιχμηρή επαναδιατύπωση περασμένων θεματικών της σειράς, είναι πάντως μια ενδιαφέρουσα ματιά στην, ας πούμε, μετα-σωματική σεξουαλικότητα, στο πώς μια άλλη (βλέπε, ψηφιακή) έκφραση του εαυτού μας μπορεί να απολαμβάνει μια ολότελα διαφορετική αλληλεπίδραση με τον κόσμο, με τους ανθρώπους.

Το οποίο μας φέρνει πίσω στην αρχική μας θέση. Αν στην καλύτερη περίπτωση η νέα σοδειά επεισοδίων της σειράς μπορεί να προκαλέσει ένα «μου άρεσε πάντως το τάδε επεισόδιο» αλλά σίγουρα όχι αρκετά ώστε να προκληθεί καμιά αναστάτωση στα rankings, και σίγουρα όχι σε σημείο που οι σοβαρές online διατυπώσεις να υπερισχύσουν των συνηθισμένων αστείων τύπου «το “Black Mirror” στον 17ο αιώνα θα ήταν απλώς “αν τα άλογα… ήταν κακά;”», τότε μπορούμε έτω διαισθητικά να αντιληφθούμε μια κάποια κώπωση. Πού μπορεί να οφείλεται;

Black Mirror

Η ίδια η μεγεύθυνση και η μαζικότητα της σειράς. Το «Black Mirror» ξεκίνησε ως αγγλική σειρά ανθολογίας που έχτισε το μύθο της πάνω σε σχεδόν θρυλικά επεισόδια των οποίων το concept κυκλοφορούσε για χρόνια στόμα με στόμα ανάμεσα σε παρέες ή social κύκλους με την ιερότητα που πριν χρόνια να κυκλοφορούσες ένα σπάνιο VHS. Φυσικά στην εποχή της DSL τίποτα δεν είναι αληθινά σπάνιο, όμως το γεγονός πως υπήρχε μια περίεργη αγγλική σειρά με πρωθυπουργούς που κάνουν σεξ με γουρούνια σε λάιβ μετάδοση ή με reality ιστορίες εκδίκησης ανοιχτές στο αδηφάγο κοινό («ή ή ή το ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΟΛΩΝ φίλε είναι αυτό με τον τύπο που μπορεί να κάνει access σε αναμνήσεις του σα να ήταν αρχεία σε υπολογιστή»), πρόσθετε αυτόματα κάτι στο μύθο της.

Ειδικά από τη στιγμή που η αποστολή του «Black Mirror» πάντα ήταν να κοιτάζει με δόσεις σαρκασμού, κυνισμού και σοκ το σύγχρονο ψηφιακό μας κόσμο χτίζοντας μικρές, ανατρεπτικές, ανατριχιαστικές ιστορίες μοραλισμού πάνω σε αυτή ακριβώς τη νέα μας πραγματικότητα, η σχετική του σπανιότητα βοηθούσε. Ηταν ένα περιορισμένο underground φαινόμενο. Μεταφερόμενο στο Netflix, γιγαντώθηκε με κάθε πιθανό τρόπο. Σε αριθμο επεισοδίων, σε stars, σε καθαρή διάρκεια, σε στάτους, σε βραβεία Εμμυ. Εγινε, πώς να το πούμε, καθεστωτικό. Ακόμα κι αν όλα τα υπόλοιπα παρέμεναν ίδια, σταδιακά η σειρά έγινε υπερβολικά μεγάλη για αυτό που εκπροσωπούσε. Ο underground ενθουσιασμός έγινε mainstream συνήθεια, το χιπ έγινε πασέ, και πέρα από όλα τα άλλα (που θα πιάσουμε αμέσως), το «Black Mirror» είχε πλέον ένα βασικό αντιληπτικό εμπόδιο να υπερπηδήσει: Είναι δύσκολο να καυτηριάζεις μια εποχή όταν είσαι εσύ το ίδιο ένα τόσο σημαντικό κομμάτι της λίνγκο και του DNA της.

Οπως θα έλεγε κι ο φίλος στο καφέ, αυτή η ίδια η εξέλιξη του «Black Mirror» είναι εντελώς φάση μπλακμίρορ.

Διαβάστε ακόμη: Πώς είναι ο νέος, 2ος κύκλος «Big Little Lies»;

Black Mirror

Ο αριθμός κι η διάρκεια των επεισοδίων. To καθαρά ποσοτικό ζήτημα όσο πεζό ή προφανές κι αν μοιάζει, δε μπορεί να μείνει έξω από την εξίσωση. Η σειρά παρήγαγε 7 επεισόδια σε 3 χρόνια όσο ήταν στην Αγγλία. Μεταπηδώντας στο Netflix, έδωσε 16 επεισόδια στα επόμενα 3 χρόνια. Υπερδιπλάσια! Πόσες κοφτερές ιδέες να κατεβάσει ο Τσάρλι Μπρούκερ; Υποθέτω υπήρχε λόγος για την αρχική σχετική σπανιότητα των επεισοδίων. Η ποσότητα και ρίχνει αρκετά την μοναδικότητα των ιδεών, αλλά και κάνει επεισόδια να μοιάζουν λιγότερο ξεχωριστά όπως και νά’χει. Τα επεισόδια των 2 αγγλικών σεζόν τα θυμόμαστε όλα με μια περιγραφή του κόνσεπτ τους, είτε μας αρέσουν είτε όχι. Το επεισόδιο με τις μέλισσες πόσοι το θυμόμαστε;

Το θέμα της αγνής διάρκειας των επεισοδίων. Το οποίο είναι ευρύτερο πρόβλημα της πρεστίζ/streaming εποχής βέβαια. Το χρονικό όριο που επέβαλε η παραδοσιακή τηλεόραση στους σεναριογράφους δρούσε συχνά ευεργετικά. Τα περισσότερα επεισόδια με διάρκεια πλέον της μίας ώρας που βλέπουμε σήμερα, δεν έχουν τον παραμικρό λόγο να διαρκούν τόσο. Ή, για να το πούμε αλλιώς, απλώς και μόνο επειδή χάρη στο streaming ή τα μεγάλα καλωδιακά κανάλια χωρίς διαφημίσεις, μπορείς να αφήσεις το επεισόδιό σου να έχει όση διάρκεια θες, δε σημαίνει πως δεν πρέπει να εξασκήσεις τον παραμικρό αυτοέλεγχο. Κι εγώ μπορώ να συνεχίσω να αναλύω αυτό το point για άλλες 17 παραγράφους, στο ίντερνετ γράφω, όχι σε τυπωμένη σελίδα- αλλά απλώς και μόνο επειδή μπορώ, δε σημαίνει ότι θα το κάνω. Θα χρησιμοποιήσω ακόμα μόνο μία:

Οπως συνέβη και με το πρόσφατο revival του «Twilight Zone» που είχαμε αναλύσει σε ξεχωριστό κείμενο, η μεγαλύτερη διάρκεια των επεισοδίων δεν ευνοεί καθόλου την αποστολή εκείνης της σειράς. Ε, ούτε και ετούτης. Οπως γράφαμε παραπάνω για το επεισόδιο «Smithereens», κι όπως γράφαμε και για τη σειρά του Τζόρνταν Πιλ, ιστορίες που βασίζουν την αποτελεσματικότητά τους στην ορμή ενός απλού set-up που οδηγεί στην ανατροπή/αποκάλυψη πριν το ηθικολογικό επιμύθιο, έχουν μόνο να χάσουν από την παραφουσκωμένη διάρκεια. Ενα καλό ανέκδοτο λειτουργεί ιδανικά στη μία επανάληψη, ή στις 100. Ποτέ στις 7 ή τις 13.

Το stunt του «Bandersnatch». Ο Μπρούκερ ήθελε αρχικά το επεισόδιο αυτό να είναι μέρος μιας κανονικής σεζόν, αλλά πρακτικοί λόγοι σήμαιναν πως θα έφτανε τελικά μόνο του, ως επεισόδιο-event. Αυτό που θα ήταν ένα χαριτωμένο παιχνίδι παρουσιάστηκε ως παραφουσκωμένο stunt κάτι που καθόλου δεν βοήθησε το status της σειράς ως σχολιαστή του σήμερα. Και σίγουρα δε βοήθησε το γεγονός πως από μόνο του το interactive επεισόδιο δεν ήταν καλό. Λίγους μήνες μετά από αυτή τη φάρσα, η αντίδραση πολλών αντικρίζοντας νέα επεισόδια της σειράς ήταν «χμφ, δε ξέρω, έχει ψιλοχαλάσει τελευταία».

Δημιουργική εξάντληση. Το οποίο μας φέρνει στο τελικό point. Οτι ναι, ίσως και να έχει όντως «ψιλοχαλάσει» τελευταία. Δεν είναι τελικά και τόσο παράλογο. Η 4η σεζόν ήταν εξάλλου με σαφή διαφορά η λιγότερο καλή της σειράς και η 5η σίγουρα δε θα βρεθεί πουθενά κοντά στην κορυφή. Το ότι αναγνωρίζουμε με αρκετή πια ευκολία τα δημιουργικά τικ του Μπρούκερ κατηγοριοποιώντας τα επεισόδια σημαίνει πως μας εκπλήσσει πλέον λιγότερο. Κι ακόμα και μες στις ίδιες του τις ιστορίες μοιάζει να εντοπίζεται λιγότερη αγωνία. Είναι απλουστευτικό το να μετράς ποσοτικά τα happy ends των πρώτων σεζόν σε σχέση με τις τελευταίες (έχουν σαφέστατα αυξηθεί σε σημείο που το «Ashley Too» επεισόδιο μοιάζει ξεκάθαρα με οικογενειακή περιπέτεια για χαλαρό τηλεοπτικό απόγευμα του ΣΚ), όμως σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα, σχηματίζουν μια εικόνα σειράς που πράγματι έχει ελαφρώς μαλακώσει.

Διαβάστε ακόμη: Τα απαγορευμένα: 10 βέβηλα επεισόδια σειρών που κόπηκαν από τις επαναλήψεις

Black Mirror Bandersnatch 607

Πριν χρόνια, στις αρχές της δεκαετίας, είχε κυκλοφορήσει σαν είδηση πως ο Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ είχε αποκτήσει την οψιόν για μεταφορά στο σινεμά του σπουδαίου επεισοδίου της 1ης σεζόν, «The Entire History of You». Ηταν μια συναρπαστική προοπτική, βασισμένη στον ενθουσιασμό της ανακάλυψης μιας σπαρακτικά ευφυούς ιδέας, μιας αγγλικής σειράς που φλέρταρε ήδη με τα όρια του θρύλου.

Πολλά χρόνια μετά, η δεκαετία τελειώνει και σήμερα είναι περισσότερο πιθανό να δούμε τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ να πρωταγωνιστεί σε επεισόδιο του «Black Mirror», παρά να αναπτύξει ταινία βασισμένη σε κάποιο από αυτά. Για άλλη σειρά αυτό θα ήταν μεγαλειώδης προοπτική, αλλά για το «Black Mirror», οι κανόνες είναι διαφορετικοί. Ο νεαρός Στέφαν του «Bandersnatch» ξέρει (ή καταλαβαίνει σταδιακά) ότι βρίσκεται παγιδευμένος στο σύστημα της σειράς, αλλά η σειρά δεν πρόκειται να τον εξιλεώσει.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.