Μια ιστορικός τέχνης ετοιμάζει ένα αφιέρωμα στο έργο μιας ζωγράφου. Προκειμένου να μάθει περισσότερα πράγματα για την ζωή της και τα τελευταία έργα της, θα στραφεί στον σύντροφο της ο οποίος θα μοιραστεί μαζί της ανομολόγητα μυστικά γύρω από τον μυστηριώδη θάνατο της ζωγράφου.

Η αξιοπρόσεκτη προϋπηρεσία του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου στο ντοκιμαντέρ («Γεώργιος Σεφέρης: Ημερολόγια Καταστρώματος», «Τη Νύχτα που Ο Φερνάντο Πεσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καφάβη») αρκεί για να πειστεί κανείς για τις ειλικρινείς προθέσεις ενός σεναρίου που φιλοδοξεί να παντρέψει – κυριολεκτικά – την Τέχνη με τη ζωή. Άλλοτε υπερβολικά «λογοτεχνικό» και άλλοτε συνειδητά «σινεφίλ», το περίβλημα μυστηρίου με το οποίο ο Χαραλαμπόπουλος ντύνει ένα μεγάλο love story, λειτουργεί αρχικά προς όφελος μια ιστορίας που αποκαλύπτεται σιγά σιγά μέσα από μια σειρά αποκαλύψεων. Το ενδιαφέρον για το ποια τελικά ήταν η σχέση των δύο εραστών, το ρόλο του δεύτερου άντρα στη ζωή της ζωγράφου και την «υπογραφή» των έργων της παραμένει αδιάκοπο τουλάχιστον για το πρώτο μέρος, όσο ο Χαραλαμπόπουλος μοιράζει σε δύο χρόνους την ιστορία του αποκαλύπτοντας φειδωλά «στοιχεία» που συνηγορούν πως ό,τι θα ακολουθήσει δεν θα είναι μια τυπική ερωτική ιστορία ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Ανισομερή και όχι πάντοτε ανεμεμειγμένα με ευρηματικό τρόπο, τα δύο μέρη της ιστορίας του (το τώρα και το παρελθόν) προδίδονται ωστόσο περισσότερο από την προσπάθεια του Χαραλαμπόπουλου να ντύσει την λύση του μυστηρίου του με ένα πέπλο ποιητικής αλληγορίας. Και ενώ η αστυνομική ίντριγκα θα αρκούσε για ένα δυνατό δράμα χαρακτήρων με φόντο μια ιδιόμορφη ανταλλαγή ταυτότηας, ο Χαραλαμπόπουλος επιλέγει να ακυρώσει το μυστήριο προκειμένου να ανάγει την ιστορία του σε μια παραβολή πάνω στην Τέχνη, τη ζωή και την βασανισμένη ψυχή του καλλιτέχνη. Μειώνοντας έτσι κατακόρυφα το ενδιαφέρον και υποβαθμίζοντας τις περισσότερες από τις αρχικές αρετές της ταινίας του στο δεύτερο και αδικαιολογητά μεγάλο σε διάρκεια δεύτερο μέρος. Στο τέλος, το μόνο που μένει από αυτόν τον μακρινό απόγονο του «Scarlet Street» του Φριτζ Λανγκ είναι η μελαγχολική φωτογραφία του Ηλία Κωνσταντακόπουλου, η καλύτερη ερμηνεία σε ολόκληρη την άχρωμη καριέρα του Γιώργου Χωραφά και μερικά διάσπαρτα αξιοπρόσεκτα σκηνοθετικά «ιχνη» που υπό άλλες συνθήκες θα οδηγούσαν σε μια παθιασμένη κινηματογραφική διαδρομή ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν ενός μεγάλου έρωτα.