Στα μεσήλικά του χρόνια ο Ερικ Λόμαξ, ένας μοναχικός ταξιδιώτης τρένων (μελετά τις διαδρομές, τις στάσεις, τα τοπία τους), γνωρίζει τη χωρισμένη νοσοκόμα Πάτι και την ερωτεύεται κεραυνοβόλα. Μόνο που η νύφη γρήγορα ανακαλύπτει ότι ο νέος της σύζυγος πάσχει από σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα για τα οποία αρνείται να της μιλήσει. Καταφεύγοντας στον καλύτερό του φίλο και συμπολεμιστή του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μαθαίνει την ιστορία του Ερικ. Ηταν κι αυτός μέλος των αιχμαλώτων των Ιαπώνων που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που θα ένωνε την Ταϊλάνδη με τη Βιρμανία (γνωστή κι ως «Σιδηρόδρομο του Θανάτου», λόγω των απάνθρωπων συνθηκών για τους εργάτες-φαντάρους). Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του ο Ερικ βασανίστηκε ανελέητα και από τότε δεν ήταν ποτέ ο ίδιος. Μέχρι να τη γνωρίσει, το μόνο που αγαπούσε ήταν, ειρωνικά, τα τρένα. Εκείνη, ανακαλύπτοντας ότι ο βασανιστής του άντρα της ζει, αποφασίζει να τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο το μετατραυματικό του στρες (το οποίο στη δεκαετία του 80 δεν είχε ακόμα διαγνωσθεί ως επίσημη ασθένεια) και του το αποκαλύπτει. Κι έτσι ξεκινά ένα ταξίδι επιστροφής, εκδίκησης και κάθαρσης...

Η αληθινή ιστορία του Ερικ Λόμαξ, του Βρετανού στρατιώτη που έσπασε στα χέρια των βασανιστών της Κέμπετάι, της ιαπωνικής Γκεστάπο, διαβάζεται απνευστί στην αυτοβιογραφία του. Η κινηματογραφική της απόδοση όμως από τον Αυστραλό σκηνοθέτη Τζόναθαν Τεπλίτζκι είναι παραδόξως αμήχανη, διαλυμένη σαν τον ήρωά της και δυστυχώς καταλήγει παγερή. Ο Τεπλίτζκι εξ αρχής, στο πιο ωραίο κομμάτι της ταινίας που ξεδιπλώνει το ρομάντζο του Ερικ με την Πάτι και μας υποπτεύει για τη σοβαρή του διαταραχή, χρησιμοποιεί το χρόνο διακεκομμένα και την αφήγησή του ανάκατη. Μία σκοτεινιά σκεπάζει τόσο τη συννεφιασμένη διεύθυνση φωτογραφίας του Γκάρι Φίλιπς, όσο και τη σκηνοθεσία του. Καταλαβαίνεις ότι κάτι ελλοχεύει, αλλά τα κόλπα στο χρόνο και στο χώρο, περισσότερο σε αποπροσανατολίζουν, παρά σε βοηθούν ψυχολογικά να ζήσεις τα κενά αντίληψης μίας νεόνυμφης που προσπαθεί αλλά δεν καταλαβαίνει τους δαίμονες του συζύγου της.

Οσο διαρκούν τα φλάσμπακ στα στρατόπεδο του Βιρμανικού σιδηροδρόμου (να θυμίσουμε ότι και ο Ντέιβιντ Λιν είχε εξετάσει αυτή την ιστορία με τη «Γέφυρα του Ποταμού Κβάι» το 1957) η αγωνία και η βαρβαρότητα μοιάζουν να μεταπηδούν απότομα από άλλη ταινία. Και υπάρχει και μία τρίτη, αυτή της αναμέτρησης με το παρελθόν και τον μετανιωμένο εγκληματία πολέμου που καταλήγει σε λουσμένη στο φως φιλοσοφική και υπαρξιακή κάθαρση. Tην οποία όμως παρακολουθείς αμήχανα, παγωμένα, θεωρητικά - σχεδόν αδιάφορα. Τίποτα δεν κυλάει οργανικά και φυσικά σ' αυτή την συναισθηματική κορύφωση της ταινίας, για αυτό κι έχεις μείνει αμέτοχος.

Η μοναδική σου επαφή, σύνδεση, έννοια; Ο Κόλιν Φερθ, ο οποίος για ακόμα μία φορά δανείζει την προσωπική του στιβαρότητα, ευαισθησία και υποκριτική στόφα σ' έναν ρόλο που μοιάζει να παλεύει μόνος του να σταθεί σ' ένα μελόδραμα τόσο σεναριακά τραυματισμένο και σκηνοθετικά χαμένο, όσο κι ο ήρωάς του.