Να Κάθεσαι και να Κοιτάς

Γιώργος Σερβετάς

ΚΡΙΤΙΚΗ 08 MAR 2014

5 στα 10

Η ταινία που άνοιξε το πρόγραμμα «City to City: Athens» στο Φεστιβάλ του Τορόντο και προβλήθηκε στο Πανόραμα του Βερολίνου, είναι ένα καθαρόαιμο γουέστερν που κατακεραυνώνει την ελληνική επαρχία.

Η Αντιγόνη συναντά τους «Ασυγχώρητους» στο φιλμ του Γιώργου Σερβετά, μια βαθειά ελληνική ταινία που λειτουργεί με τους κανόνες του κλασικού γουέστερν στην οθόνη και στην ψυχή της. Η νεαρή κοπέλα που φεύγει από την Αθήνα κι εγκαθίσταται στην κωμόπολη της καταγωγής της διαπιστώνει με το σκληρό τρόπο τη σαθρότητα της κοινότητάς της και καλείται ν’ αποφασίσει: θα πυροδοτήσει την έκρηξη που θα καθαρίσει το τοπίο, ή θα αρκεστεί, ξανά, στο να κάθεται και να κοιτά;

Η μεγάλη, σιδερένια, μελαγχολική ομορφιά του ελληνικού βιομηχανικού επαρχιακού τοπίου, φωτογραφημένη με κατεβασμένη ένταση, ατμοσφαιρικά κι «ερμηνευτικά», σα χαρακτήρας, από τον Κλαούντιο Μπολιβάρ, με τα κοντέινερ από αλουμίνιο και τις ανεμογεννήτριες να δημιουργούν μια τεχνητή κορυφογραμμή, μετατρέπεται εύκολα στον ξηρό τόπο της Αγριας Δύσης: εκεί, όπως κι εδώ, το άτομο είναι ο νόμος και ο ισχυρότερος είναι βασιλιάς, ή σερίφης, ή εν πάσει περιπτώσει εκείνος που καθαρίζει.

Η ταινία του Γιώργου Σερβετά δε μιλά για την Ελλάδα της κρίσης. Μιλά για την Ελλάδα που ακόμα νωρίτερα μπήκε σε τροχιά καταστροφής, χάρη στην «οικογενειακή» της ιστορία, την υποκρισία ενός λαού που ξαφνικά ανακάλυψε ότι μπορεί να αποδέχεται το πρόβλημα όταν βολεύει, χωρίς να προσπαθεί να το αλλάξει. Το ότι η ταινία εκτυλίσσεται στην επαρχία δεν απενοχοποιεί, φυσικά, την Αθήνα: από εκεί έχουν ήδη φύγει οι ήρωες, αναζητώντας… καλύτερη ποιότητα ζωής.

Οι ήρωες του «Να Κάθεσαι και να Κοιτάς» είναι τα μέλη μιας παιδιάστικης, ανώριμης κοινωνίας που αφήνει τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης να επικρατήσουν, απαξιώνοντας τη συμμετοχή στην πορεία μιας χώρας που τους πνίγει. Γι’ αυτό και λειτουργούν ως μονάδες, παίρνοντας επάνω τους, με όποιον τρόπο μπορούν, την απόδοση της δικαιοσύνης, συμβάλλοντας στο κατρακύλισμα στην κατηφόρα, σαν το μικρό θύσανο που στροβιλίζεται απ’ τον αέρα, που θα μπορούσε να βρίσκεται στην έρημο του Τέξας, αλλά θα μπορούσε να είναι και θυμάρι. Γι’ αυτό και τα μικρά σταθερά «διαλείμματα» της κάμερας στην ελληνική φύση είναι αχρείαστα: οι ήρωες αναπνέουν μέσα σ’ αυτή, ποτίζονται από τη μυρωδιά της.

Η Αντιγόνη της ταινίας βρίσκει στην πρωταγωνίστρια Μαρίνα Συμεού το δωρικό της πρόσωπο, μια μορφή με τη δύναμη της Μήδειας και ταυτόχρονα ένα ατίθασο αγρίμι, μια θαυμάσια κινηματογραφική ηθοποιό, παρότι κατά στιγμές παίζει περισσότερο σε ελληνική τραγωδία παρά σε λαϊκό shoot out. Ταυτόχρονα, ο Νίκος Γεωργάκης σε δεύτερο αλλά καθοριστικό ρόλο (Βραβείο Β' Ανδρικού από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου), εξαπολύει προς κάθε κατεύθυνση την οργισμένη του δύναμη, σχεδόν σα να φοράει σπιρούνια και όπλο στη ζώνη. Κι ο Σερβετάς, παράλληλα, δεν αποτινάζει εντελώς μια ενδόμυχη εστέτ πρόθεση που προδίδεται στην επιλογή της κλασικής μουσικής ή στα τέλεια καδραρίσματα που ενίοτε φοβούνται να βυθιστούν ως το κεφάλι στην παρακμή.

Ο Σερβετάς, ωστόσο, γνωρίζει καλά πώς να χτίσει την ένταση στην ταινία του. Παρά τις διάσπαρτες επιγραφές που ζητούν να προστατεύσουν το δάσος από τη φωτιά, ο σκηνοθέτης βάζει σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας φιτιλιές που σιγοκαίνε, παίρνουν ύψος και εκρήγνυνται στη μεγάλη «πυρκαγιά» του φινάλε. Με υπέροχη αυτοσυγκράτηση, κάνει το θεατή να συσσωρεύσει αδρεναλίνη και ν’ αναζητά πώς να τη διοχετεύσει, περίπου όπως οι φιγούρες που στελεχώνουν την ταινία του. Και ταυτόχρονα τους κοιτάζει με τους κανόνες του γουέστερν, εναλλάσσοντας σιωπηλά κοντινά με γενικά πλάνα των μικρών ανθρώπων που παγιδεύονται στις μεγάλες, άδειες βίστες.

Αυτή είναι μια ταινία για το υποτιθέμενο ελεύθερο πνεύμα που η κοινωνία συντρίβει και συμπιέζει όπως η δαγκάνα τα παλιοσίδερα. Μια ελληνική ταινία στο αμερικανικό μιντγουέστ, όπου η μίζερη εθνική οδός μεταφράζεται σε αυτοκινητόδρομο και το σουβλατζίδικο σε ντάινερ. Γιατί, όπως τους ήρωες της ταινίας, έτσι κι εμάς μας βολεύει περισσότερο να βλέπουμε τα πράγματα από μακριά. Μέχρι να καταλάβουμε, αν θέλουμε, ότι το «Να Κάθεσαι και να Κοιτάς» μιλά άγρια για τον καθένα από εμάς.

Διαβάστε ακόμη:

Που Παίζεται

Δες τις αίθουσες

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.