Ο Τζον Κάλαχαν έγινε διάσημος ως καρτουνίστας, διεθνώς αλλά κυρίως στο Πόρτλαντ, την πόλη που επέλεξε ως πατρίδα του, την πόλη του Γκας Βαν Σαντ. Κι αν ήταν ο Ρόμπιν Γουίλιαμς εκείνος που, πριν δυο δεκαετίες, μετά το «Good Will Hunting», πρότεινε στον σκηνοθέτη να κάνουν μαζί μια ταινία για τον Κάλαχαν, ο Βαν Σαντ ολοκλήρωσε το πρότζεκτ μόνος του, με τον Χοακίν Φίνιξ πρωταγωνιστή, σ' ένα φιλμ που μάλλον αξιοποιεί την ιστορία του Κάλαχαν για να διατυπώσει μια αμιγώς θετική κοσμοθεωρία.

Με σκληρά παιδικά χρόνια, εγκαταλελειμμένος από τη μητέρα του, θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης στο σχολείο στα 8 του, ο Τζον Κάλαχαν, χαρακτηριστικά κοκκινομάλλης, έγινε αλκοολικός στα 13 και συνέχισε σε μια ιλιγγιώδη πορεία αυτοκαταστροφής ως τα 21 του. Εκεί, περίπου, τον συναντά η ταινία, όταν σ' ένα τροχαίο, ο Κάλαχαν τραυματίζεται στη σπονδυλική στήλη και μένει παράλυτος. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο Κάλαχαν πάλεψε με τον αλκοολισμό του και τον νίκησε με τη βοήθεια του σπόνσορά του στους Ανώνυμους Αλκοολικούς, βρήκε τον έρωτα στο πρόσωπο της Σουηδέζας φυσιοθεραπεύτριάς του κι ανακάλυψε το χαμόγελο της ζωής. Τον υπέροχο, βαθύ κυνισμό του, εξέφραζε στα σκίτσα του, ιερόσυλα, αυτοσαρκαστικά, γεμάτα θρασύ χιούμορ και σκληρές αλήθειες.

Κάπως έτσι είναι φτιαγμένη κι η ταινία του Γκας Βαν Σαντ, που έκανε πρεμιέρα στη φετινή Berlinale, βασισμένη στ' απομνημονεύματα του Τζον Κάλαχαν. Αισιόδοξη, θετική, αφήνοντας τα σκληρά σχόλια στα σκίτσα τού δημιουργού, που ζωντανεύουν κάθε τόσο στην οθόνη. Αν το φιλμ φέρνει περισσότερο στο μυαλό τη χλιαρότητα του «Finding Forrester», αυτό είναι ήδη ένα σημαντικό βήμα βελτίωσης από το «Μια Θάλασσα από Δέντρα», κάνοντας τους θαυμαστές του σκηνοθέτη να παρακολουθούν την ταινία με ανάσες ανακούφισης.

Χρησιμοποιώντας ως διευθυντή φωτογραφίας τον Κρίστοφερ Μπλάουβελτ, συνεργάτη του σε όλες του τις ταινίες από το «Gerry» και μετά, αλλά ως οπερατέρ ή βοηθός φωτογράφου, ο Βαν Σαντ αποτυπώνει τις μέρες του Κάλαχαν στο Πόρτλαντ, λουσμένες στο ζεστό φως και σε μια πολύχρωμη ανεμελιά ενάντια στην αντιξοότητα. Η δομή της ταινίας ταξιδεύει με flash backs στην τελευταία ημέρα που περπάτησε ο Τζον Κάλαχαν, αλλά κυρίως στις διαδρομές του από το δυστύχημα και μετά: από τη φυλακή της ακινησίας, στο αναπηρικό αμαξίδιο που τρέχει ανεξέλεγκτα στην πόλη, στις διαδρομές των χεριών του που με κόπο, σχεδόν μονοκοντυλιά, βάζουν τις σκέψεις του στα σκίτσα του. Τα επεισόδια της ταινίας ακολουθούν, με κάποια έννοια, τις απαιτήσεις των 12 βημάτων απεξάρτησης των αλκοολικών, όπως ο Κάλαχαν τα δοκιμάζει και τα κερδίζει. Μέσα απ' αυτή την πορεία, λιγότερο μαθαίνει κανείς για την προσωπικότητα του σκιτσογράφου και περισσότερο γίνεται αποδέκτης μιας περιρρέουσας αισιοδοξίας για τη ζωή.

Η ταινία είναι πασπαλισμένη με ενδιαφέρουσες παρουσίες: η Κιμ Γκόρντον, η Μπεθ Ντίτο, ο Ούντο Κίερ, συγκροτούν την ομάδα των ΑΑ τού Κάλαχαν, ο Τζακ Μπλακ είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου εκείνο το καθοριστικό βράδυ. Ως πραγματικοί συμπρωταγωνιστές, τόσο η Ρούνι Μάρα, όσο και ο Τζόνα Χιλ ως σπόνσορας-γκουρού, μένουν απολύτως ανεκμετάλλευτοι σεναριακά, αν και ευχάριστοι στους ρόλους τους. Ο Χοακίν Φίνιξ, από την άλλη πλευρά, αφομοιώνεται τέλεια, όχι μόνο στη χαρακτηριστική εμφάνιση του Κάλαχαν και στους κινητικούς περιορισμούς του, αλλά κυρίως στην ψυχολογία μιας διαρκούς προσπάθειας επιβίωσης με όπλο το χιούμορ. Το διαφωτιστικότερο και πιο ενδιαφέρον κομμάτι ενός αδύναμου σεναρίου, είναι τα διάφορα περιστατικά που απεικονίζονται με την αμείλικτη κωμικότητα, όχι της πραγματικότητας, αλλά της ανάμνησης του ήρωα. Ακόμα κι αυτή η μουσική του Ντάνι Ελφμαν, είναι γλυκιά και χαρούμενη, χωρίς μια νότα κινδύνου ή έντασης.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι το «Don't Worry...» είναι μια χαμένη ευκαιρία απόδοσης της πολυδιάστατης και διαβρωτικής προσωπικότητας του Τζον Κάλαχαν: είναι μια ταινία επίπεδη, που αποφεύγει συνειδητά και συστηματικά τις εγγενείς στην ιστορία της σκοτεινές συγκρούσεις. Ο παραδοσιακός Αμερικανός σκηνοθέτης του περιθωρίου, μεταφράζει ξανά το (υπαρξιακό) περιθώριο, αλλά αυτή τη φορά σε ολόφωτη αισιοδοξία, τόσο απόλυτα που σε κάνει να ελπίζεις σε λίγο κυνισμό. Είναι, ωστόσο, η πρόθεσή του τόσο εγκάρδια, η ματιά του τόσο τρυφερή προς τον άνθρωπο κι η πίστη του τόσο δυνατή, που καταφέρνει να σε κάνει, αν όχι να θαυμάσεις την ταινία, τουλάχιστον να συγκινηθείς και ν' αφεθείς στη σιγουριά της ότι τα πράγματα γίνονται καλύτερα. Τουλάχιστον, έγιναν στην περίπτωση του Γκας Βαν Σαντ, πράγμα βέβαια όχι δύσκολο με δεδομένο το προηγούμενο φιλμ του.