Toronto Film Festival: Το (δεύτερο) μεγαλύτερο κινηματογραφικό φεστιβάλ του πλανήτη;

ΑΠΟΨΗ 06 SEP 2012  /  Γιώργος Κρασσακόπουλος

Συγκεντρώνει εκατοντάδες ταινίες, κερδίζει κάθε χρόνο όλο και πιο εντυπωσιακές παγκόσμιες πρεμιέρες, έχει χώρο για εναλλακτικό σινεμά, αλλά αποτελεί και τον καλύτερο προάγγελο των Οσκαρ. Πώς τα καταφέρνει και τι να περιμένουμε από τη φετινή διοργάνωση;

Τι κάνει ένα φεστιβάλ να μεγαλώνει, να αποκτά αντίκτυπο, «αξία», ειδικό βάρος; Τι είναι αυτό που μεταμόρφωσε ένα φεστιβάλ στον Καναδά σε απαραίτητη στάση για κάθε ταινία που θέλει να ξεκινήσει με αξιώσεις την καριέρα της στην αμερικάνικη αγορά ή στα βραβεία οσκαρ. Και πως μια κινηματογραφική συνάντηση που προσελκύει κάθε χρόνο τους μεγαλύτερους χολιγουντιανούς σταρ, κατορθώνει να έχει χώρο και για ένα σινεμά διαφορετικό, είτε πρόκειται για ανεξάρτητες ταινίες, για μικρά φιλμ από ολόκληρο τον πλανήτη, ή για τις πιο ακραίες μορφές του πειραματικού σινεμά;

Μια εύκολη απάντηση θα μπορούσε να είναι πως το Τορόντο, έχει χώρο και κοινό για όλους. Με μερικές εκατοντάδες ταινίες να προβάλλονται στα πλαίσιά του κάθε χρόνο και τις αίθουσες του να συγκεντρώνουν επίσης αστρονομικούς αριθμούς θεατών - περίσσοτεροι από 300 χιλιάδες άνθρωποι γέμισαν ασφυκτικά τις αίθουσες πέρσι. Αρκεί όμως ο αριθμός των προβολών και το προφανώς διψασμένο κοινό, για να δικαιολογήσει την άνοδο του φεστιβάλ σε έναν από τους βασικούς «παίχτες» στην αρένα των μεγάλων διοργανώσεων.

1

Πιθανότατα οι λόγοι που μεταμόρφωσαν το Τορόντο από μια μικρού βεληνεκούς κινηματογραφική εκδήλωση που έλαβε χώρα για πρώτη φορά το 1967, στον γίγαντα που είναι σήμερα, έχουν να κάνουν και με τον τρόπο που η πόλη έγινε το «Χόλιγουντ του βορρά», φιλοξενώντας πλέον εκατοντάδες κινηματογραφικές και τηλεοπτικές παραγωγές κάθε χρόνο (οι περισσότερες αμερικάνικες), αναδυκνείοντας το σινεμά, στην αληθινή βαριά βιομηχανία του τόπου.

Εχει επίσης να κάνει με μια σειρά από άλλους παράγοντες: με την χρονική περίοδο της διεξαγωγής του στις αρχές του φθινοπώρου, όταν το Χόλιγουντ αρχίζει να κάνει οργανωμένα σχέδια για την επικείμενη οσκαρική κούρσα. Με την εγγύτητά του στην καρδιά της αμερικάνικης βιομηχανίας, η οποία στην διάρκεια του φεστιβάλ μεταναστεύει σύσσωμη προς βορράν. Εχει κανει με την απουσία διαγωνιστικού τμήματος, που αφαιρεί από το πρόγραμμα την αίσθηση των δυο ταχυτήτων και δίνει σε όλους όσους συμμετέχουν μια αίσθηση ισότητας.

Αυτό το τελευταίο, μπορεί να υπήρξε για αρκετά χρόνια ένας ανασταλτικός παράγοντας για την παγκόσμια φυλή των κριτικών, που συρρέουν στις Κάννες, τη Βενετία ή το Βερολίνο, αλλά δεν έκαναν το ίδιο, σε ανάλογα νούμερα, στο Τορόντο, αφού το παιχνίδι των βραβείων έχει έναν γοητευτικό και ευπώλητο τζόγο. Ομως ότι χάνεις από την λάμψη και την σφραγίδα ποιότητας ενός χρυσού φυτού ή ζώου (φοίνικα, αρκούδας, λέοντα), το κερδίζεις τελικά με άλλους τρόπους. Και για το Τορόντο, αυτός δεν ήταν άλλος από την ανάδειξή του σε τόπο πρεμιέρας των ταινιών που μερικούς μήνες αργότερα θα κερδίσουν τα Οσκαρ, το πιο χρυσό, από τα χρυσά βραβεία της βιομηχανίας.

1

Φιλμ σαν το «American Beauty», το «Juno», το «Whale Rider», έχτισαν την καριέρα τους χάρη στο buzz που δημιούργησαν στο φεστιβάλ, κάτι που κάνει τους διανομείς και τους αγοραστές κινηματογραφικών ταινιών, πολύ πιο πρόθυμους να ακούσουν την άποψη και το χειροκρότημα, του στην πλειοψηφία του, «κανονικού» κοινού του φεστιβάλ, απ ότι αυτό των κριτικών στις προβολές των υπόλοιπων μεγάλων φεστιβάλ της Ευρώπης.

Και φυσικά το Τορόντο συνοδεύει την καλλιτεχνική του πλευρά με την εμπορική, φιλοξενώντας στην διάρκειά του μια αγορά ταινιών που αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό πολο έλξης, ενώ στην εκτιναξή του τα τελευταία χρόνια, βοήθησε και η δημιουργία του Bell Lightbox, ενός συγκροτήματος αιθουσών και γραφείων, που αποτελεί το αρχηγείο του φεστιβάλ και λειτουργεί σαν χώρος προβολών κι εκδηλώσεων όλο το έτος.

Ετσι χρόνο με χρόνο, το Τορόντο δείχνει να κερδίζει κάτι σε σχέση με άλλα παλιότερα και πιο καταξιωμένα φεστιβάλ που βασίζονται στην αίγλη, την ιστορία και την συνήθεια, παραμελώντας πράγματα όπως η αποτελεσματικότητα, η ευγένεια, η φιλική διάθεση και σε πολλές περιπτώσεις το κοινό. Με μοναδική εξαίρεση, τις Κάννες, που ακόμη κι αν αποτελούν τον ορισμό της αγένειας και της δυσκολίας για όλους, μάλλον ποτέ δεν θα χάσουν τη θέση τους ως νούμερο ένα φεστιβάλ του πλανήτη.

1

Ακόμη κι έτσι όμως, και οι ίδιες οι Κάννες θα έδιναν πιθανότατα γη και ύδωρ για να εξασφαλίσουν μερικές από τις ταινίες που κάνουν πρεμιέρα φέτος στον Καναδά, από το «Cloud Atlas» των αδελφών Γουατσόφσκι και του Τομ Τίκβερ ως το «The Place Beyond the Pines» του Ντέρεκ Σιανφράνς, κι από το «Capital» του Κώστα Γαβρά, μέχρι την «Anna Karenina». Και ανάμεσά τους μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες των Καννών και της Βενετίας στην βορειοαμερικάνικη πρεμιέρα τους, και φιλμ τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όσο οι τρεις ελληνικές συμμετοχές: Από την μια η επική φιλοδοξία του «O Θεός Αγάπαει το Χιαβιάρι», από την άλλη η ασκητική δύναμη του «το Αγόρι Τρώει το Φαγητό του Πουλιού» κι ενδιάμεσα το πειραματικά, νεωτερικό «The Capsule» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη.

Κι αν μια τέτοια ευρεία συλλογή από ταινίες, από διαφορετικά είδη σινεμά, μπορεί να κανει κάποιους να μιλούν για ένα φεστιβάλ χωρίς ταυτότητα, γράφοντας αυτές τις γραμμές λίγο πριν η Μόστρα της Βενετίας φτάσει στο τέλος της κι έχοντας ήδη δει τις περισσότερες από τις ταινίες της κορυφαίας επιλογής της, αναρωτιόμαστε, όχι ποια είναι «η ταυτότητα» της, αλλά τελικά, τι ακριβώς σημαίνει η παραπάνω λέξη για ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ στις μέρες μας...

To flix.gr θα βρίσκεται φέτος στο Τορόντο και θα σας ενημερώνει καθημερινά για τις ταινίες και τα όσα συμβαίνουν στο φεστιβάλ.


Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας.