Το φτιαγμένο από λογική και αμηχανία σύμπαν της Μάρεν Αντε

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 29 OCT  /  Τάσος Χατζηευφραιμίδης 0 Σχόλια

Πώς ο δρόμος της Μάρεν Αντε μέχρι το θρίαμβο του «Toni Erdmann» ήταν στρωμένος με δύο υπέροχες ταινίες και υπερβολικά ταλαντούχες... προθέσεις.

Αναμφισβήτητα ένα από τα πρόσωπα του 2016, η Μάρεν Αντε ήταν η μεγάλη αποκάλυψη του φετινού φεστιβάλ των Καννών, αφού με την τρίτη ταινία της και σε ηλικία μόλις 39 ετών έκανε όλη την Κρουαζέτ και κατ’ επέκταση τον κινηματογραφικό πλανήτη να παραμιλά γι’ αυτήν και το «Toni Erdmann».

Το συναισθηματικά απλόχερο και υπέροχα απροσδόκητο τρίωρο ταξίδι στη σχέση ενός αντισυμβατικού πατέρα με την καριερίστρια κόρη του όχι μόνο απέσπασε ένα θεαματικό standing ovation στην πρεμιέρα του, αλλά έγινε σχεδόν αμέσως η αγαπημένη ταινία των κριτικών και τα μεγάλο φαβορί για το Χρυσό Φοίνικα. Και μπορεί η κριτική επιτροπή να είχε τελικά διαφορετική άποψη και να άφησε την ταινία αβράβευτη, αυτό όμως ουδόλως ανέκοψε τη σαρωτική δυναμική της ταινίας που μετά από ένα μήνα βρέθηκε στη λίστα του BFI με τις 100 καλύτερες ταινίες του αιώνα (η μοναδική φετινή), έγινε η επίσημη πρόταση της Γερμανίας για το ξενόγλωσσο Οσκαρ και συνεχίζει να συγκεντρώνει διθυράμβους όπου κι αν προβάλλεται, έχοντας ήδη κι εκτός απροόπτου κατοχυρώσει την κορυφαία θέση στις λίστες με τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.

Maren Ade 607 Η Μάρεν Αντε, φωτογραφημένη από την Πόλα Γουίνκλερ

Πριν όμως από τη φετινή εκτόξευση στο διεθνές φεστιβαλικό προσκήνιο, η Μάρεν Aντε είχε δείξει με τις δύο πρώτες ταινίες της ότι είναι μια εκκολαπτόμενη μεγάλη σκηνοθέτης, ικανή να αφήσει το δικό της στίγμα στο κινηματογραφικό στερέωμα.

Η αρχή έγινε από την πτυχιακή κιόλας ταινία της στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, το «Der Wald von Lauter Baumen» («Το Δέντρο Αντί για το Δάσος»), το 2003. Ενώ άλλοι σπουδαστές κινηματογραφικών σχολών καταφέρνουν μετά βίας να στήσουν έναν υποτυπώδη αφηγηματικό ιστό για μια ταινία μικρού μήκους, η Αντε με αποστομωτική αυτοπεποίθηση και πρωτόγνωρη για τα δεδομένα ενός πτυχιακού πρωτόλειου διαύγεια αφηγείται την ιστορία μιας συναισθηματικά ασταθούς και κοινωνικά ανάπηρης νεαρής δασκάλας, η οποία στην πρώτη μεγάλη έξοδο στον κόσμο θα βιώσει όλη τη χλεύη, την απόρριψη και την κοροϊδία ενός εχθρικού περίγυρου: οι έμπειροι συνάδελφοί της θα την απορρίψουν ως άβγαλτη κι ιδεαλίστρια, οι μαθητές της θα της πάρουν γρήγορα τον αέρα και θα την αντιμετωπίσουν με ασέβεια, ενώ η προσπάθεια της να γίνει φίλη με μια γειτόνισσα θα αποτύχει παταγωδώς, βυθίζοντας την στην απόγνωση και τη μοναξιά.

Διαβάστε κι αυτό: Η Μάρεν Αντε μιλά στο Flix για το «Toni Erdmann»

Der Wald von Lauter Baumen Το Δέντρο Αντί για το Δάσος

Αυτό το τολμηρό, όσο και άβολο συναισθηματικό πορτρέτο μιας 27χρονής γυναίκας στο πρόθυρα της κατάρρευσης οφείλει πολλά στην πρωταγωνίστρια Eυα Λέμπαου, συγκεντρώνει όμως εν σπέρματι και προμηνύει όλες τις αρετές του σινεμά της Αντε: πολυδιάστατοι χαρακτήρες, διάλογοι που μοιάζουν αυτοσχεδιαστικοί, είναι όμως δουλεμένοι στην εντέλεια, ανθρωποκεντρική κινηματογράφηση και επιδέξια δραματουργική κορύφωση σε σκηνές σπάνιας συναισθηματικής δύναμης και συμβολικής οξυδέρκειας, από τα ασφυκτικά κοντινά στην ηρωίδα σε όλες τις σκηνές των αμήχανων κοινωνικών συναναστροφών της μέχρι τα πλάνα του διαμερίσματος που παραδίδεται στην εντροπία και αντικατοπτρίζει την ψυχική της κατάπτωση έως το τελευταίο οδυνηρό μέσα στο λυρισμό του πλάνο που δίνει στην ταινία τον τίτλο της. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αυτό το αποκαλυπτικό σκηνοθετικό ντεμπούτο έφτασε μέχρι το διεθνές διαγωνιστικό τμήμα του Sundance, όπου και κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής το 2005, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας πολλά υποσχόμενης καριέρας.

Der Wald von Lauter Baumen Το Δέντρο Αντί για το Δάσος

Χρειάστηκε να περάσουν έξι χρόνια μέχρι την επόμενη ταινία της Μάρεν Αντε, το «Alle Anderen» («Ολοι οι Αλλοι»), το οποίο έκανε πρεμιέρα στο Επίσημο Διαγωνιστικό τμήμα της Μπερλινάλε το 2009 κι απέσπασε δια χειρός της διορατικής προέδρου της κριτικής επιτροπής Τίλντα Σουίντον την Αργυρή Αρκτο και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για την Μπίργκιτ Μινιχμάγιερ. Αυτή η πολύχρονη απουσία μοιάζει πλέον (και μετά τα επτά χρόνια μέχρι το «Τόνι Ερντμαν») απόλυτα κατανοητή για το έργο και το όραμα της σκηνοθέτη, η οποία έχει δηλώσει ότι θέλει κάθε ταινία της να είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς σε διάρκεια διερεύνησης των χαρακτήρων των ταινιών της, τους οποίους φιλοδοξεί να αποκαλύπτει διάφανους και με όλες τους τις αντιφάσεις μπροστά στον θεατή. Ως προς αυτό, το «Alle Anderen» είναι απόλυτα επιτυχημένο, αφού η εξαντλητική και σε βάθος ανάλυση των σκέψεων και των ενδοιασμών των πρωταγωνιστών είναι το βασικό χαρακτηριστικό της ταινίας, μιας εν πολλοίς συναρπαστικής καταβύθισης στην κρίση ενός ζευγαριού στη διάρκεια των διακοπών τους στη Σαρδηνία, που χρωστάει πολλά τόσο στον Ερίκ Ρομέρ, όσο και στον Μικελάντζελο Αντονιόνι, μπολιάζει όμως τις αναφορές της με τευτονικής ακρίβειας πειθαρχία.

Everyone Else 607 Ολοι οι Αλλοι

Με τρεις μόλις ταινίες η Μάρεν Αντε έχει καταφέρει όχι μόνο να επαναφέρει θεαματικά τη Γερμανία στον κινηματογραφικό χάρτη, αλλά και να δημιουργήσει με γνώριμα κι απλά υλικά κάτι ολότελα φρέσκο και μοντέρνο, στέρεα δομημένο, αλλά ταυτόχρονα αδιευκρίνιστα γοητευτικό.

Everyone Else 607 Ολοι οι Αλλοι

Η σχέση του εσωστρεφούς και σε δημιουργική καμπή αρχιτέκτονα Κρις με την αθυρόστομη κι αυθόρμητη Γκίτι θα δοκιμαστεί μέσα από καταστάσεις κοινότοπες και γνώριμες σε όλους, οι οποίες όμως αποκτούν χάρη στις ερμηνείες του πρωταγωνιστικού ζεύγους και την πλανοθεσία της Αντε ένα ιδιαίτερο κι ολότελα ξεχωριστό δραματουργικό βάθος. Στο βραχώδες μεσογειακό τοπίο της Σαρδηνίας η θερινή ραστώνη κι η ennui των διακοπών θα αναδείξουν σταδιακά τις αγεφύρωτες διαφορές του ζευγαριού, τις οποίες θα δυναμιτίσει η παρουσία ενός επιτυχημένου φιλικού ζευγαριού κατά τη διάρκεια δύο δείπνων στη μέση και στο τέλος της ταινίας. Oλα αυτά τα μικρά τίποτα της καθημερινότητας ενός ζευγαριού που κρύβουν μέσα τους την αλήθεια ιχνηλατούνται με αβίαστη φυσικότητα από την κάμερα της Άντε και οδηγούν μέσα από μικρά και σοφά τοποθετημένα ξεσπάσματα στην κορύφωση ενός ανοιχτού φινάλε, που δοκιμάζει τον ρομαντισμό (ή τον κυνισμό) του θεατή. Είναι άλλωστε μάλλον ήσσονος σημασίας για τη σκηνοθέτη αν το ζευγάρι θα παραμείνει μαζί. Σημασία έχει η αποτύπωση της τυφλής πίστης που είναι ουσιαστικά κάθε μονογαμική σχέση.

Δείτε εδώ μια χαρακτηριστική σκηνή από το «Ολοι οι Αλλοι του 2009:


Ταυτόχρονα και σε νοητή αλληλουχία τόσο με την προηγούμενη, όσο και με την τελευταία της ταινία, η Αντε τοποθετεί τους χαρακτήρες της σε αμήχανες καταστάσεις για να ανακαλύψει τη συναισθηματική τους εμβέλεια και να τους οδηγήσει στην αποκάλυψη της πραγματικότητας. Σε μια κομβική σκηνή της ταινίας ακούγεται το «Ich hab Dich Lieb», μια γλυκερή και εσκεμμένα ανυπόφορη μπαλάντα του Χέρμπερτ Γκρενεμάγιερ (του Χούλιο Ιγκλέσιας της Γερμανίας), είναι όμως ικανή να οδηγήσει το ζευγάρι στην άβολη συνειδητοποίηση ότι έχει επέλθει πλέον το χάσμα, όπως ακριβώς στο Τόνι Έρντμαν το «Greatest Love of All» οδηγεί την πρωταγωνίστρια στην αυτογνωσία. Η σκηνοθέτης άλλωστε έχει δηλώσει ότι ακούει cheesy ερωτικά τραγούδια όταν γράφει τα σενάριά της, γιατί τη βοηθούν να καταλαβαίνει τους χαρακτήρες της καλύτερα.

Δείτε ακόμη: «Η ευτυχία είναι μια πολύ σοβαρή λέξη». 4 σκηνές από το «Toni Erdmann» την καλύτερη ταινία των Καννών

Toni Erdmann 607 Toni Erdmann

Με τρεις μόλις ταινίες η Μάρεν Αντε έχει καταφέρει όχι μόνο να επαναφέρει θεαματικά τη Γερμανία στον κινηματογραφικό χάρτη, αλλά και να δημιουργήσει με γνώριμα κι απλά υλικά κάτι ολότελα φρέσκο και μοντέρνο, στέρεα δομημένο, αλλά ταυτόχρονα αδιευκρίνιστα γοητευτικό. Κυρίως όμως έχει καταφέρει μέσα από το βαθύτατα ανθρωποκεντρικό σινεμά της να αγαπήσει τους χαρακτήρες της τόσο σφαιρικά και διεξοδικά, που είναι αδύνατο να μην τους αγαπήσει κι ο θεατής. Ελπίζουμε να γίνουμε πιο συχνά κοινωνοί της αγάπης και του ξεχωριστού οράματος της Γερμανίδας σκηνοθέτη στο μέλλον.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Toni Erdmann» της Μάρεν Αντε, που προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 27 Οκτωβρίου σε διανομή της Seven Films

Maren Ade 607