Τζόσλιν Μπαρνς: Από τη Νίσυρο με ευχές για πάντα επιδραστικά ντοκιμαντέρ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 03 JUL  /  Ρόμπυ Εκσιέλ

Μια από τις σπουδαιότερες μορφές του σύγχρονου αμερικανικού ντοκιμαντέρ αλλά και αφοσιωμένη αρωγός του art house κινηματογράφου σε παγκόσμιο επίπεδο, η παραγωγός Τζόσλιν Μπαρνς μας μιλά για τη δουλειά της και τις εντυπώσεις της από το Μεσογειακό Ινστιτούτο Κινηματογράφου από την έδρα των εργασιών του, τη Νίσυρο.

(φωτό: Ελένη Μολφέτα)

Από το «The Black Power Mixtape 1967-1975» μέχρι το υποψήφιο για Οσκαρ «Hale County This Morning, This Evening» κι από τον τιμημένο με Χρυσό Φοίνικα «Θείο Μπούνμι» του Απιτσατπόνγκ Βιρασετάκουν μέχρι τα πρόσφατα «Ζάμα» της Λουκρέσια Μαρτέλ και «Καπερναούμ» της Ναντίν Λαμπακί, η Τζόσλιν Μπαρνς παράγει μερικά από τα σημαντικότερα φιλμ κοινωνικής συνείδησης εδώ και μια 20ετία, ακροβατώντας άψογα ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία.

Προσκεκλημένη του Μεσογειακού Ινστιτούτου Κινηματογράφου στο ετήσιο πρόγραμμα ανάπτυξης σεναρίων του πολιτιστικού φορέα για να παραδώσει ένα masterclass στη συγγραφή ταινιών τεκμηρίωσης, που από φέτος προστίθεται ως νέα παράλληλη πλατφόρμα στις εργασίες του ΜΙΚ, η Αμερικανίδα παραγωγός μιλά στο flix για τα σινεφίλ πάθη της, το ντοκιμαντέρ του χθες και του σήμερα και τη συμμαχία της με τον Ντάνι Γκλόβερ στην ανεξάρτητη νεοϋορκέζικη εταιρεία παραγωγής Louverture Films.

Διαβάστε ακόμη: To MFI Script 2 Film Workshops στρέφει το βλέμμα στην πραγματική ζωή!

Barnes

Πρώτη σας φορά στη χώρα μας;

Οχι, έχω επισκεφθεί αρκετές φορές την Ελλάδα. Εχω βρεθεί στην Αθήνα, στη Σύρο, στην Ανδρο. Στη Νίσυρο ήρθα πρώτη φορά, μου αρέσει πολύ.

Πως σας φαίνεται η όλη εμπειρία των εκπαιδευτικών συνεδριών;

Νομίζω πως ο θεσμός αυτός είναι εξαιρετική πρωτοβουλία. Να εκπαιδεύει νέους ανθρώπους, να τους βοηθά και να τους στηρίζει στις ιστορίες που θέλουν να αφηγηθούν, να αναζητά και να βρίσκει τρόπους να τους συνδράμει, είτε για μυθοπλασία πρόκειται είτε όχι. Εγώ είμαι εδώ για να στηρίξω το μη μυθοπλαστικό σκέλος, παρότι κάνω παραγωγές και στα δύο. Αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθείς τις συνεδρίες και να ακούς να μιλούν για σενάρια σειρών ή ταινιών φιξιόν σε σύγκριση με το ντοκιμαντέρ.

Υπάρχει κάτι αντίστοιχο στις ΗΠΑ; Που να στηρίζεται δηλαδή από το κράτος;

Υπάρχουν κάποιοι κρατικά επιχορηγούμενοι καλλιτεχνικοί θεσμοί. Υπάρχει, ας πούμε, η Επιτροπή Τεχνών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, ή το Ιδρυμα Τεχνών στην ίδια πολιτεία. Δίνονται κάποια κρατικά κονδύλια για τη στήριξη των τεχνών. Αλλά γενικά θεσμοί σαν κι αυτόν της Νισύρου, εργαστήρια σεναριογραφίας, ή σκηνοθεσίας, ή μοντάζ, ή και κινηματογραφικής παραγωγής βασίζονται σε ιδιωτικούς οργανισμούς και ιδρύματα. Το ίδρυμα Sundance, για παράδειγμα, που έχει ατελιέ για διάφορες ειδικότητες.

Να υποθέσουμε πως τώρα με τον Τραμπ έχουν συρρικνωθεί αυτά τα κονδύλια;

Νομίζω πως υπάρχει μια σταθερή διάβρωση στη στήριξη για τις τέχνες εδώ και καιρό. Δεν είναι μόνο η κυβέρνηση Τραμπ. Σίγουρα πάντως έχει γίνει ιδιαίτερη ζημιά από ρεπουμπλικανικά συντηρητικά κόμματα. Δύο πράγματα συμβαίνουν. Από τη μια η έλλειψη κρατικής στήριξης, σαν να μην αναγνωρίζει το κράτος τον πολιτισμό ως μια αξία που χρειάζεται επαρκή ενίσχυση. Το άλλο είναι η ύπαρξη μιας πολιτιστικής ελίτ που έχει τη δική της ατζέντα. Πρόκειται για την κοινωνική ατζέντα μιας τάξης βαθύπλουτων φιλανθρώπων που συναντώνται και κάνουν το δικό τους networking μέσα από αυτή τη δίοδο, συχνά για να εξελίξουν τα κοινωνικά τους διαπιστευτήρια. Οχι πως δεν υπάρχουν άνθρωποι σοβαρότατοι σε σχέση με τους σκοπούς που στηρίζουν. Και είχα την τύχη να συνεργαστώ με μερικούς. Υποστηριχτές των τεχνών με ισχυρή, αυθεντική δέσμευση. Αλλά υπάρχουν, στη δεξιά όχθη, και χορηγοί όπως τους αδελφούς Κοχ, για παράδειγμα, που χρηματοδοτούν δεξιούς σκοπούς μέσα από τη σχέση τους με ιδρύματα τεχνών. Οι συγκεκριμένοι απέκτησαν πρόσβαση στη δημόσια τηλεόραση, την οποία πιστεύω πως έκαναν πολύ πιο συντηρητική. Εχει πολλά η ατζέντα τους. Ασκούν τρομερή επιρροή στην επιστήμη, σε δημόσιες συζητήσεις για διάφορα ζητήματα, από δικαιώματα γυναικών και πολιτική φύλων μέχρι αναπαραγωγικό σύστημα υγείας και μετανάστευση. Κι έτσι, αντί να προσπαθούν να το απωθήσουν, προωθούν μαχητικά ένα είδος κακής επιστήμης, ή ψεύτικες ειδήσεις. Είναι μια καινούργια πρακτική αυτή, που βαθμιαία γίνεται πολύ πιο ζημιογόνα εξαιτίας οργανισμών σαν το facebook που, απαλλαγμένοι από την ευθύνη, τα διαιωνίζουν αυτά είτε από πρόθεση είτε συμπτωματικά.

Νομίζω επίσης πως το κοινό, περισσότερο τώρα από ποτέ, αναζητά καλλιτέχνες που λένε αλήθειες. Υπάρχει τέτοια ψευδής ειδησεογραφία και παραπληροφόρηση που χτυπά με ένταση τον θεατή που ψάχνει ένα μέρος να ακούσει την αλήθεια.»

Για σας, τι προέχει στην επιλογή ενός πρότζεκτ, είτε για ντοκιμαντέρ πρόκειται είτε για μυθοπλασία;

Προτιμούμε σχέδια που να έχουν μια κοινωνική σημασία. Είναι σημαντικό για μας, όταν σταθμίζουμε σε ποιο πρότζεκτ θέλουμε να εμπλακούμε, να μπορούμε να συνεισφέρουμε κάτι σε ένα κοινωνικό ζήτημα που θεωρούμε φλέγον, αλλά και σε μια αισθητική που πειραματίζεται σε εικόνα και αφήγηση. Από τη στιγμή που πιστεύω πως η φόρμα είναι το περιεχόμενο, θα έλεγα πως οι επιλογές μας στοχεύουν συνάμα και στο θεματολογικό και στο καλλιτεχνικό.

Εσάς προσωπικά, τι σας αρέσει να βλέπετε όταν πηγαίνετε σινεμά ή κάθεστε να δείτε κάτι στο σπίτι;

Ως θεατής είμαι ανοιχτή σε όλα, μπορώ να απολαύσω το ίδιο μια σειρά, ή ένα μπλοκμπάστερ, ή μια art house ταινία. Τις τελευταίες βλέπω μάλλον περισσότερο, γιατί κάνουμε παραγωγή σε καλλιτεχνικού προφίλ ταινίες, οπότε παρακολουθούμε και πολλά τέτοια φιλμ απ’ όλο τον κόσμο. Ντοκιμαντέρ επίσης πολλά, αλλά και κάποια έργα vr που βρίσκω πολύ ενδιαφέροντα. Πάντως θα έλεγα πως δεν κάνω διακρίσεις. Για παράδειγμα, ενώ δεν είμαι φαν των πολεμικών ταινιών, βρήκα συγκλονιστική τη «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν.

Με τον Ντάνι Γκλόβερ, τον συνέταιρό σας, πως γνωριστήκατε;

Τον γνώρισα το 1999 και ιδρύσαμε την εταιρεία το 2005. Τον θεωρούσα μέχρι τότε σταρ του σινεμά. Από το εκπληκτικό φιλμ του Τσαρλς Μπερνέτ «Να Κοιμάσαι Θυμωμένος» [«To Sleep With Anger», 1990], αλλά και το «Πορφυρό Χρώμα» και τα «Φονικά Οπλα». Δεν είχα ιδέα πόσο σινεφίλ είναι, πόση βαθιά γνώση έχει για το παγκόσμιο σινεμά. Ειδικά το σινεμά της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής.

Ισχύει στις ΗΠΑ αυτό που ισχύει κι εδώ, πως το ντοκιμαντέρ είναι πολύ πιο δημοφιλές τώρα απ’ ότι ήταν πριν 15-20 χρόνια;

Σίγουρα. Νομίζω επίσης πως το κοινό, περισσότερο τώρα από ποτέ, αναζητά καλλιτέχνες που λένε αλήθειες. Υπάρχει τέτοια ψευδής ειδησεογραφία και παραπληροφόρηση που χτυπά με ένταση τον θεατή που ψάχνει ένα μέρος να ακούσει την αλήθεια. Στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη ήταν πάντα μια μορφή τέχνης το ντοκιμαντέρ, απλώς τώρα αναγνωρίζεται ευρύτερα. Και υπάρχει πλέον μια τεράστια ποικιλία διαθέσιμων ταινιών, ένας μεγάλος όγκος περιεχομένου, όπως και μια ευρεία γκάμα τρόπων για να τα δεις. Κάτι που βοήθησε πολύ στη δημοτικότητά τους.

Τι γνώμη έχετε για τον Μάικλ Μουρ, τον κατεξοχήν, νομίζουμε, κινηματογραφιστή που έκανε το ντοκιμαντέρ ένα mainstream θέαμα;

Υπάρχουν σκηνοθέτες σαν τον Μάικ ή τον Σπάικ Λι που βάζουν τον εαυτό τους στα ντοκιμαντέρ τους και μιλούν πολύ. Είναι ένα είδος ερευνητικού ντοκιμαντέρ, όχι αυτό που θα προτιμούσαμε εμείς. Εχουμε πάντως συνεργαστεί με το δικό του δίδυμο παραγωγών σε μια ταινία εντελώς διαφορετικού ύφους, το «Trouble the Water». Πιστεύω όμως πως ο Μάικ φώτισε πολλά πράγματα που δεν ήξερε ο κόσμος. Κυρίως με τον «Ακήρυχτο Πόλεμο» [«Bowling For Columbine”, 2002], που θεωρώ ως την καλύτερη ταινία του. Εκτιμώ όλα όσα έχει κάνει και προσπαθεί να κάνει.

Διαβάζουμε ανάμεσα στα προσεχή σχέδιά σας για ένα φιλμ που μάλλον έχει αντικείμενο το ίδιο το σινεμά, με τίτλο «The Wild One»…

Είμαστε συμπαραγωγοί σε αυτό, είναι ταινία μιας Γαλλίδας σκηνοθέτη, της Τέσα Λουίζ-Σαλομέ. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ για τον Τζακ Γκάρφεϊν, έναν από τους συνιδρυτές του Actors Studio. Ο Τζακ είναι επιζήσας του Ολοκαυτώματος και το φιλμ αφορά τη ζωή του και τον θεραπευτικό τρόπο με τον οποίο χρησιμοποίησε την ηθοποιία για να αντιμετωπίσει το τραύμα του. Αλλά και αντίστροφα, τον τρόπο που χρησιμοποίησε το ίδιο το τραύμα ως ουσιώδες στοιχείο της ηθοποιίας. Επέκτεινε δηλαδή την ερμηνεία της Μεθόδου που προήλθε από τους Στανισλάφσκι και Στράσμπεργκ. Ελπίζουμε να τελειώσουμε την ταινία έγκαιρα, μέχρι το 2020, μήπως την υποβάλλουμε στο φεστιβάλ των Κανών.

Barnes

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες στο επίσημο site του ΜΙΚ. και στην επίσημη σελίδα του στο Facebook.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.