Βραβεία Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου 2015: Οσα μάθαμε από τις φετινές υποψηφιότητες

ΑΠΟΨΗ 19 MAR 2015  /  Μανώλης Κρανάκης

Η ανακοίνωση των φετινών υποψηφιότητων για τα Βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου έφερε μαζί της ενδιαφέροντα στατιστικά για το ελληνικό σινεμά, απουσίες που κάνουν «μπαμ» και υγιείς προσαρμογές της Ακαδημίας στη νέα εποχή.

Η ανακοίνωση των φετινών υποψηφιοτήτων για τα Βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου που θα δοθούν στις 30 Μαρτίου στην τελετή στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, δεν έκρυβε ιδιαίτερες εκπλήξεις, αφού η μικρή ετήσια παραγωγή εντός συνόρων δεν επιτρέπει μεγάλες διακυμάνσεις στο ποιες ταινίες τελικά θα ξεχωρίσουν ανάμεσα στις προτιμήσεις των μελών της Ακαδημίας.

Κοιτώντας, ωστόσο, λίγο καλύτερα τις φετινές υποψηφιότητες, μπορεί κανείς να φτάσει σε περισσότερο από προφανή συμπεράσματα σχετικά με την κατάσταση του ελληνικού σινεμά σήμερα, τις τάσεις που επικρατούν κάθε φορά λίγο πριν τα Βραβεία της ΕΑΚ, αλλά και να συγκεντρώσει μερικές «ηχηρές» απουσίες, αποτέλεσμα του μικρού αριθμού των μελών της Ακαδημίας, αλλά και του μικρού αριθμού των υποψηφιοτήτων που εκτός από τις βασικές κατηγορίες της Καλύτερης Ταινίας και των ταινιών μικρού μήκους περιορίζονται ορθά στις τρεις.

Δείτε εδώ αναλυτικά τις υποψηφιότητες των Βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για το 2015.

Για πρώτη φορά φέτος η πλειοψηφία των ταινιών που είναι υποψήφιες έχουν ήδη βγει στις ελληνικές αίθουσες, αντισταθμίζοντας έστω με αυτόν τον τρόπο την εμπλοκή του κοινού σε μια διαδικασία που μέσα στα χρόνια έμοιαζε μεμονωμένη και αυτοαναφορική μόνο ανάμεσα στους επαγγελματίες του χώρου, σε αντίθεση με άλλες χρονιές, όπου υποψήφιες ταινίες (αναμεσά τους και πολλές που κέρδισαν τελικά) δεν είχαν βγει στις αίθουσες πριν από την απονομή των Βραβείων. Μερικές δεν βγήκαν και ποτέ, ενδεικτικό του κανόνα της Ακαδημίας να απαιτεί ως προϋπόθεση για την υποβολή μιας ταινίας στα Βραβεία τη μία δημόσια προβολή της, ακόμη κι αν αυτή είναι μόνο ένα Φεστιβάλ. Φέτος, μόνο το «Πολκ» των Βλαδίμηρου Νικολούζου και Νίκου Νικολόπουλου, το «Modris» του Γιούρις Κουρσιέτις και οι «7 Θυμοί» του Χρήστου Βούπουρα δεν έχουν βγει ακόμη στις αίθουσες.

Οι περισσότερες υποψήφιες ταινίες είναι ταινίες που έχουν ταξιδέψει και διακριθεί σε διεθνή φεστιβάλ. Παρά την προσπάθεια πολλών να υποτιμήσουν τη σημασία αυτής της επιτυχίας, η διεθνής παρουσία του ελληνικού σινεμά (και στις αίθουσες του κόσμου όπου κυκλοφορεί ολοένα και περισσότερο) παραμένει θριαμβευτική και ισχυρή με έναν τρόπο που διασφαλίζει τόσο την παραγωγή ελληνικών ταινιών, δεδομένου του ενδιαφέροντος από το εξωτερικό, αλλά και τη συνέχεια δημιουργών που ο καθένας ξεχωριστά χτίζουν το μικρό ή μεγάλο όνομά του εκτός συνόρων.

Εναρμονισμένη με τις νέες για την Ελλάδα συνθήκες παραγωγής, η Ακαδημία δεν φοβάται και ψηφίζει εκτός Ελλάδας επαγγελματίες, φέτος στο μεγαλύτερο ποσοστό που συνέβη ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Με τις περισσότερες ταινίες που είναι υποψήφιες να αποτελούν ευρωπαϊκές συμπαραγωγές της Ελλάδας με άλλες χώρες, θα ήταν δύσκολο για την Ακαδημία να αποκλείσει τους ξένους επαγγελματίες, κάτι που δεν έκανε ήδη από τα πρώτα χρόνια των βραβείων της. Η εικόνα στις υποψηφιότητες ξένων συντελεστών σε ελληνικές ταινίες ή Ελλήνων συντελεστών σε ξένες συμπαραγωγές δεν είναι μόνο μια αναζωογονητική ένεση για το ελληνικό σινεμά, αλλά εδώ και χρόνια και ο μοναδικός δρόμος για την εξωστρέφεια της ελληνικής παραγωγής. Ελπίζουμε να δούμε αρκετούς από αυτούς να βραβεύονται κιόλας...

Το μικρό διάστημα ανάμεσα στην ανακοίνωση των υποψηφιοτήτων και της απονομής, δεν επιτρέπει στα Βραβεία της Ακαδημίας να γίνουν το γεγονός που τους αξίζει. Δεν είναι τυχαίο πως στις μεγαλύτερες Ακαδημίες του κόσμου (Γαλλία - Σεζάρ, Μ.Βρετανία - Bafta), οι υποψηφιότητες προηγούνται της απονομής τουλάχιστον ένα μήνα, με σκοπό, εκτός από την κινηματογραφική κοινότητα, να εμπλακεί στη διαδικασία και το κοινό. Οι δύο εβδομάδες που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις υποψηφιότητες και τα βραβεία δεν δίνουν το χρόνο για τη σωστή προώθηση και ορατότητα των βραβείων, για ιδέες που θα μπορούσε να σκεφτεί η Ακαδημία ώστε να εμπλέξει τους θεατές στο όλο «παιχνίδι», με αποτέλεσμα τα βραβεία να μην παίρνουν τη δημοσιότητα που θα έπρεπε ως ένας θεσμός που ξεχωρίζει στο κάθε ημερολογιακό έτος του ελληνικού σινεμά.

Ο μικρός αριθμός των ψηφοφόρων της Ακαδημίας συνεχίζει να οδηγεί σε παράδοξες κατηγορίες. Προφανώς οι ισοψηφίες που «μεγάλωσαν» φέτος τις κατηγορίες του Α' Ανδρικού Ρόλου, του Σεναρίου και η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά των έξι ταινιών στη μεγάλη κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας μετριούνται σχεδόν στα δάχτυλα του ενός χεριού. Θα ήταν ενδιαφέρον και το ζητούσαμε πάντα, η Ακαδημία να ανακοινώνει μαζί με τις υποψηφιότητες τον αριθμό των μελών που ψήφισαν, όπως αντίστοιχα το ίδιο και στην τελική ψηφοφορία που θα αναδείξει τους νικητές.

Κοιτώντας πιο προσεκτικά τις φετινές υποψηφιότητες, αλλά και όλων των προηγούμενων χρόνων, είναι φανερό πως υπάρχει μια τάση ψηφοφορίας ονομάτων και όχι δουλειάς. Κυρίως στις τεχνικές κατηγορίες, τα μέλη της Ακαδημίας προτιμούν πάντα να ψηφίζουν ονόματα ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης δουλειάς τους στην εκάστοτε ταινία, με αποτέλεσμα να μένουν έξω ενδιαφέροντα φιλμ.

Είναι λογικό πως σε μια ψηφοφορία μερικές ταινίες θα μείνουν απ' έξω από τις υποψηφιότητες, αλλά οι απουσίες είναι απουσίες. Αυτές είναι οι σημαντικότερες:

  • Το «σνομπάρισμα» στην «Εκρηξη» του Σύλλα Τζουμέρκα υπήρξε η πιο εξώφθαλμη περίπτωση, αφού η δεύτερη ταινία του σκηνοθέτη βρέθηκε μόνο στην Καλύτερη Ταινία και τον Α' Γυναικείο Ρόλο για την Αγγελική Παπούλια, απουσιάζοντας από κάθε άλλη κατηγορία, όπως για παράδειγμα σε αυτή του Β' Γυναικείου Ρόλου για τη Θέμιδα Μπαζάκα ή στις τεχνικές κατηγορίες, όπου θα μπορούσε κάλλιστα να έχει θέση με αξιώσεις.

  • Συμβαίνει και στα Οσκαρ (κανένα σχόλιο για τη σύγκριση), αλλά η «Νορβηγία» του Γιάννη Βεσλεμέ θα μπορούσε να επικυρώσει το σερί της με 8 υποψηφιότητες και με αυτή της Καλύτερης Ταινίας απ' όπου απουσιάζει χωρίς πραγματικό λόγο.

  • Αδικαιολόγητη η απουσία της Αλίκης Κουβακα από τη σκηνογραφία για το «Στο Σπίτι» του Αθανάσιου Καρανικόλα, μια από τις καλύτερες δουλειές που είδαμε φέτος σε μια πρωτίστως «αρχιτεκτονική» ταινία.

  • Είναι κρίμα που δεν βρέθηκε θέση στον Α' Γυναικείο Ρόλο για την Αννα Μάσχα του «Για Πάντα» της Μαργαρίτας Μαντά. Η βραβευμένη στα πρώτα βραβεία της Ακαδημίας για Β' Γυναικείο Ρόλο στη «Χρυσόσκονη» της ίδιας σκηνοθέτιδας δίνει φέτος μια από τις πιο ιδιαίτερες ερμηνείες της χρονιάς, επιβεβαιώνοντας την ακριβοθώρητη θέση της στο ελληνικό σινεμά.

  • Ηχηρή απουσία και αυτή της Αννέτας Παπαθανασίου στην κατηγορία του ντοκιμαντέρ για το «Παίζοντας με τη Φωτιά», ένα από τα λίγα αυθεντικά ντοκιμαντέρ της χρονιάς και ιδανική συνέχεια του έργου της δημιουργού του.

Να υπενθυμίσουμε εδώ πως για τις τρανταχτές «απουσίες» της κάθε χρονιάς στις κατηγορίες των ερμηνειών, ευθύνονται κάτα ένα μέρος και οι παραγωγοί και σκηνοθέτες των ταινιών που επιλέγουν ελεύθερα σε ποια κατηγορία θα τοποθετήσουν τους ηθοποιούς τους, μετατρέποντας δεύτερους ρόλους σε πρώτους και το ανάποδο.


Η έκτη απονομή των Βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου θα γίνει στις 30 Μαρτίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών.

Για πρώτη φορά φέτος θα δοθεί και βραβείο κοινού από τον χορηγό της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ΟΤΕ ΤV. Μπορείτε να ψηφίσετε και εσείς για να αναδείξετε την καλύτερη ελληνική ταινία της χρονιάς εδώ.

Το Flix σάς κλείνει ραντεβού στην 6η τελετή απονομής των Βραβείων της Ελληνικής Ακαδημίας στις 30 Μαρτίου, όπου θα σας αναμεταδώσει τη βραδιά ζωντανά, όπως κάθε χρόνο.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.