Flixibility: Ο Μπράιαν Γουίλσον δεν ήξερε να κάνει σερφ!

ΑΠΟΨΗ 30 JUN 2015  /  Νίκος Πετρουλάκης

Με αφορμή το «Love & Mercy» για την άνοδο και την πτώση του Μπράιαν Γουίλσον, ο Νίκος Πετρουλάκης γράφει την ιστορία ενός παιδιού «από τα λίγα» που πίστεψε ότι μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο για να μείνει στην ιστορία ως ένας από τους πιο σημαντικούς μουσικούς του αιώνα.

Αφορμής δοθείσης ο Νίκος Πετρουλάκης καταπιάνεται με το πρώτο μισό όσων πραγματεύεται η ταινία «Love & Mercy» ήτοι την εποχή που τα μυαλά του Μπράιαν Γουίλσον πήραν αέρα, αέρα όχι όμως από την καλοκαιρινή αύρα που ερχόταν από τις παραλίες εκεί στα νότια της Καλιφόρνια αλλά από το LSD, το πασπαρτού που ανοίγει όλες εκείνες τις πόρτες που καλύτερα να μένουν ερμητικά κλειστές.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Love & Mercy».

Brian Wilson 607

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα αγόρι, ένα παράξενο, σαν εκείνο που σκαρίφησε ο Eden Ahbez, αγόρι που, σύμφωνα με τα ίδια του τα λεγόμενα, δεν ήταν φτιαγμένο για την εποχή του...

Πέραν τούτου όμως ο Μπράιαν ήταν ένα παιδί από τα λίγα: μυαλό ξουράφι, χέρι ελαφρύ, καρδιά μάλαμα, χαλί να το πατήσεις, μα πάνω από όλα, τρελό και παλαβό με τους κλασσικούς - Μπαχ - τους νεοκλασικούς - Γκέρσουιν - τους μοντέρνους - Four Freshmen, Τσακ Μπέρι - και ότι άλλο ενδιάμεσο μπορούσε να βάλει ο νους! Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που, παρά το γεγονός ότι δεν άκουγε γρυ από το δεξί αυτί, τα αδελφάκια του Καρλ και Ντένις Γουίλσον, ο ξάδελφος Μάικ Λοβ και ο κολλητός Αλ Τζαρντίν τον έχρισαν, με το ζόρι σχεδόν, μπροστάρη της απόπειρας τους να διαμορφώσουν, υπό την επωνυμία Beach Boys, ένα νέο θεσμικό πλαίσιο συμπεριφοράς στα δυτικά παράλια του Πάνω Νέου Κόσμου!

Beach Boys 607

Ο κακομοίρης ο Μπράιαν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων - και με το παραπάνω μάλιστα καθώς του πήρε μόλις τέσσερα χρόνια και ισάριθμες πεντάδες θεικά μελοποιημένων διατριβών - “Surfin’ Safari”, “Ten Little Indians”, “Surfin’ USA”, “Shut Down”, “Surfer Girl”, “Little Deuce Coupe”, “Be True To Your School”, “In My Room”, “Fun, Fun, Fun”, “The Warmth Of The Sun”, “I Get Around”, “Don’t Worry Baby”, “When I Grow Up (To Be A Man)”, “Little Honda”, “Dance, Dance, Dance”, “Do You Wanna Dance?”, “Help Me, Rhonda”, “California Girls”, “The Little Girl I Once Knew”, “Barbara Ann” - ώστε η νεολέρα της περιοχής όχι μόνο να περάσει, στο πρώτο μισό των ‘60s, ένα ατέλειωτο καυτό καλοκαίρι πάνω απο τα κύματα, κάτω απο τα αστέρια και δίπλα - δίπλα στην άμμο αλλά, πολύ περισσότερο, να δεί στον ξύπνιο της το πιο όμορφο όνειρο μιας ολάκερης ζωής! Οποία ειρωνεία: το καλιφορνέζικο τρίπτυχο σερφ, κόντρα και καμάκι χρωστάει την αίγλη του σε έναν λογοδοσμένο μπαγάσα που δεν μπορούσε να σταθεί πάνω στη σανίδα!


Νέος λοιπόν, επιτυχημένος και με ανεξάντλητα αποθέματα ενέργειας ο Μπράιαν έκανε πια νέες παρέες, δοκίμαζε νέα ναρκωτικά και κατέβαζε νέες ιδέες, ένας νέος κόσμος φάνταζε πλέον εφικτός - πόσο μάλλον η αποκόλληση μιας ετικέτας από την οποία δεν του επιτρεπόταν να απαλλαγεί ....

Παρέμενε όμως μυστήριο τρένο, οπότε μόνον υποθέσεις μπορούν να γίνουν σχετικά με το τι σόι ιό άρπαξε τον Φεβρουάριο του ’66, τότε δηλαδή που ο Μπράιαν τόλμησε τα πρώτα του βήματα πέραν του σημείου «μέχρις ου το χειμέριον έγεισι κύμα», και δεκαπέντε μήνες αργότερα διακτινίστηκε από την αιώνια λιακάδα στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού… Ούτε Ann ούτε fun ούτε sun πια, είχαν θαφτεί στην άμμο και μαζί τους το μακρύ, καυτό καλοκαίρι!

Brian Wilson 607

Έφταιγε, άραγε, εκείνο το στοίχημα που είχε βάλει με τον ίδιο του τον εαυτό και το οποίο του φρυγάνιζε το μυαλό; Αν κατόρθωνε πάντως να κατοχυρώσει την ευρεσιτεχνία εκείνη πάνω στην οποία θα στηριζόταν εφεξής το pop οικοδόμημα, τότε θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια τον Φιλ Σπέκτορ όχι μόνο σε πρόωρη συνταξιοδότηση αλλά και σε ισόβιο εγκλεισμό στο φτιαγμένο από ατσάλι, γυαλί και πέτρα κάστρο του - βέβαια η πιθανότητα να βρεθεί η Ρόνι με μια ασημένια σφαίρα σφηνωμένη στην καρδούλα της τον αποσυντόνιζε κάπως αλλά ο σκοπός του είχε ήδη πνίξει το όποιο μέσο στον αγιασμό.

Η, μήπως, ο ανένδοτος πόλεμος που είχε κηρύξει μονομερώς στους Beatles, απηυδισμένος πλέον με την γκαντεμιά του στην κούρσα για το άλμπουμ που θα αποτελούσε το μέτρο σύγκρισης εις το διηνεκές;

Beach Boys 607

Με μια ντουζίνα συν μία ενορατικές ωδές στη νεανική ανησυχία, απομόνωση και απόγνωση όπως οι “Wouldn’t It Be Nice”, “That’s No Me”, “Don’t Talk (Put Your Head On My Shoulder)”, “I’m Waiting For The Day”,”God Only Knows”, “I Know There’s An Answer”, “I Just Wasn’t Made For These Times” και “Caroline, No” ο Brian μπούκωσε τον σμπάρο που πίστευε ότι επιτέλους θα τσάκιζε τα δύο παραπάνω τρυγόνια…

Ελα όμως που, μεσούντος του θέρους του ’66, η ετυμηγορία του κοινού αποδείχθηκε αμείλικτα ταπεινωτική : η μεγαλειώδης φινέτσα, η απαράμιλλη γοητεία και ο ανυπέρβλητος αισθησιασμός αυτού του μελαγχολικού πλην ειλικρινή απολογισμού της μετάβασης από την εφηβεία στην ενηλικίωση πέρασαν σε δεύτερη μοίρα από τη στιγμή που αυτά τα τέσσερα εγγλεζάκια εμφανίστηκαν κουνάμενα - λυγάμενα από την εξωτερική με προτεταμένο το, άκρως ενδεικτικό της μορφής των πραγμάτων που έρχονταν, τριαντατριάρι Revolver υποβιβάζοντας το «Pet Sounds» από το πλέον σύνθετο και φιλόδοξο άλμπουμ που είχε εμφανιστεί μέχρι τότε στην πρώτη εμπορική στραπάτσα των Beach Boys!


Ηταν, ίσως, οι λυσσαλέες μα άκαρπες προσπάθειες του να εξευμενίσει τη φουρτούνα που είχε ξεσπάσει μέσα στο κεφάλι του; Ο βαθιά πληγωμένος εγωισμός του που τον έχωσε με τα μπούνια στα σκληρά ναρκωτικά και στο πρόχειρο φαγητό; Η μαζοχιστική εμμονή του σε μια διαφορετική προσέγγιση στο πώς πρέπει να φτιάχνεται ένας pop δίσκος; Η μετατροπή όμως των στούντιο ηχογραφήσεων σε ... εξομοιωτές ηλιόλουστων παραλιών και φλεγόμενων κτιρίων μάλλον δυσκόλεψε τελικά παρά ωφέλησε την όλη διαδικασία...

Brian Wilson 607

Ή, εν τέλει, η συμπτωματικά συνδυασμένη και έντεχνα συγκεκαλυμμένη απροθυμία των άλλων δύο άμεσα εμπλεκομένων πλευρών, αυτές των Beach Boys και της Capitol Records δηλαδή, να συμμεριστούν αυτήν την, δια χειρός Van Dyke Parks, αλληγορική επανεγγραφή της αμερικάνικης ιστορίας; Όλο αυτό το διάστημα η, καθ’ υπαγόρευση φυσικά, συμμετοχή των υπολοίπων τεσσάρων ήταν η ελάχιστη δυνατή με αποτέλεσμα να φεύγουν κάθε φορά από το στούντιο ακόμα πιο μπερδεμένοι από την προηγούμενη ενώ η εταιρεία, που ξόδευε τα δολάρια με την σέσουλα, είχε πάρει στα χέρια της ένα, ναι, μόνον ένα τραγούδι με το οποίο μάλιστα ο Μπράιαν είχε παιδευτεί για πάνω από ενενήντα ώρες...

Αλλα περί ποίας τραγουδάρας επρόκειτο όμως: ήταν Σεπτέμβριος του ’66 και το “Good Vibrations” δεν έμοιαζε με τίποτα - όχι μόνο πρίν αλλά και μετά απο αυτο!


Και τον Μάιο του ’67, τέσσερις ολόκληρους μήνες δηλαδή μετά την προγραμματισμένη από καιρό ημερομηνία κυκλοφορίας του και συνειδητοποιώντας ίσως το γεγονός ότι το εν λόγω γκάστρωμα θα αποτελούσε το ... 13ο (!) κατά σειρά άλμπουμ των Beach Boys, ο Μπράιαν «καλλιτεχνικά εξουδετερωμένος, προσωπικά προσβεβλημένος και ψυχικά εξουθενωμένος», όπως είχε δηλώσει κάποτε ο ίδιος, παράτησε ανολοκλήρωτη αυτήν την «αφιερωμένη στον Θεό εφηβική συμφωνία» που είχε τιτλοφορηθεί αρχικά ως «Dumb Angel» αλλά πήρε μυθικές διαστάσεις ως «Smile», με αποτέλεσμα αμέτρητα αμοντάριστα χιλιόμετρα ταινίας να βρεθούν από το μαγνητόφωνο στην βαθιά κατάψυξη - όπου και παρέμειναν για κάτι λιγότερο από μισόν αιώνα - ενώ μισό περίπου εκατομμύριο εξώφυλλα συν τα ένθετα τους, με το μελάνι ακόμα νωπό πάνω τους, να καταλήξουν από το τυπογραφείο στους σκουπιδοτενεκέδες της οδού Vine!


Τελικά, το εισιτήριο χωρίς επιστροφή το έκοψε ο Μπράιαν δύο μήνες αργότερα - άμα τη εμφανίσει του «Sgt. Peppers Lonely Hearts Club Band» δηλαδή … Αρκεί να δει κανείς μια οποιαδήποτε φωτογραφία του από τότε μέχρι σήμερα για να καταλάβει αμέσως πόσο ακριβά το πλήρωσε…

Brian Wilson 607

To «Love & Mercy» του Μπιλ Πόλαντ με τους Πολ Ντέινο και Τζον Κιούζακ στο ρόλο του Μπράιαν Γουίλσον θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στις 6 Αυγούστου από την Odeon.

Διαβάστε περισσότερο «Flexibility» από τον Νίκο Πετρουλάκη

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας.