Συνέντευξη

Ερση Δάνου: Μαθαίνοντας το Χόλιγουντ Ελληνικά

στα 10

Λίγο πριν την εκκίνηση του 5ου Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών του Λος Aντζελες, μιλήσαμε με την συνιδρυτή και καλλιτεχνική διευθύντρια του Έρση Δάνου, για τη διαδρομή, τους στόχους και τις φιλοδοξίες του.

Ερση Δάνου: Μαθαίνοντας το Χόλιγουντ Ελληνικά
H Ερση Δάνου με τον Τζιμ Γιανόπουλος της Fox

Αν πριν από όχι και τόσα πολλά χρόνια, ένα φεστιβάλ Ελληνικού κινηματογράφου σε οποιαδήποτε πόλη της Αμερικής θα ήταν μια εκδήλωση που θα αφορούσε κυρίως στους ομογενείς μας εκεί, στην πέμπτη διοργάνωση του, το Φεστιβάλ Ελληνικών Ταινιών του Λος Aντζελες, έχει κατορθώσει να είναι κάτι πολύ παραπάνω. Ενα κινηματογραφικό γεγονός που αυξάνει σταθερά την απήχηση του σε θεατές που δεν μιλούν απαραίτητα τη γλώσσα μας, μια πετυχημένη οδός προβολής του Ελληνικού σινεμά στην Αμερική. Οι δημιουργοί του μάλιστα, φιλοδοξούν να το μεταμορφώσουν σε κάτι παραπάνω: Μια γέφυρα επικοινωνίας ανάμεσα σε μια μικρή περιφερειακή κινηματογραφία και την πόλη όπου χτυπά η καρδιά της βιομηχανίας του σινεμά.

Το ξεκίνημα του φεστιβάλ συνέπεσε με την δημιουργική άνοδο μιας νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών. Η απόφασή σας να κάνετε το πρώτο Ελληνικό Φεστιβάλ στο Λος Άντζελες είχε να κάνει με την αναγνώριση αυτού ακριβώς του «ρεύματος» ή ήταν μια ευτυχής σύμπτωση;

Και τα δύο, αν γίνεται να το πω αυτό. Πιστεύω ότι αυτό που διαισθανθήκαμε, η Αγγελική Γιαννακοπούλου κι εγώ ήταν ότι υπήρχε μεγάλη δίψα από την ομογένεια να δουν νέες ελληνικές ταινίες, να αρχίσουν μια νέα σχέση με την κουλτούρα τους και τις τέχνες. Ήδη από το ξεκίνημα όμως του Φεστιβάλ, διαπιστώσαμε, ότι η δίψα υπήρχε και στην άλλη μεριά. Τον πρώτο χρόνο λάβαμε πάνω από 200 ταινίες, κυρίως από την Ελλάδα! Προφανώς, το Φεστιβάλ δεν περίμεναν μόνο οι ομογενείς αλλά και οι ίδιοι οι κινηματογραφιστές. Το «νέο ρεύμα» δημιουργήθηκε από μια νέα γενιά κινηματογραφιστών που άρχισαν να βλέπουν τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να τα καλλωπίζουν ή να ακολουθούν κάποια «σχολή» κινηματογράφου. Μα αυτή ακριβώς είναι στην ουσία και η επιθυμία της ομογένειας εδώ: να γνωρίσουν αυτά τα καινούργια δημιουργικά ταλέντα που δεν προσπαθούν να κρύψουν αλλά μάλλον το αντίθετο – να αποκαλύψουν την αλήθεια.

Κοιτάζοντας πίσω την πρώτη διοργάνωση του 2007 πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα για το φεστιβάλ μέσα στα πέντε αυτά χρόνια; Υποθέτω ότι το ελληνικό σινεμά θα ήταν κάτι μάλλον εξωτικό τα πρώτα χρόνια για το κοινό του Λος Άντζελες. Νιώθεις ότι έχει αλλάξει ο τρόπος που το βλέπουν;

Το 2007 απλά δεν υπήρχε ελληνικός κινηματογράφος για το Λος Aντζελες. Ακόμα και ταινίες σαν την « Πολίτικη Κουζίνα» ή τις « Νύφες» που κατάφερναν να φτάσουν στη Δυτική Ακτή, δεν άφησαν ίχνη στη μνήμη του αμερικάνικου κοινού. Το πρώτο Φεστιβάλ είχε επιτυχία όμως από την άποψη ότι οι ομογενείς του χώρου, Αλεξάντερ Πέιν, Ολυμπία Δουκάκις, Τζιμ Γιανόπουλος, και άλλοι ανακάλυψαν πως η συμπαράσταση που μας έδειξαν από την αρχή ίσως να μην είχε μόνο συναισθηματικό νόημα, (για τη μητέρα πατρίδα) αλλά πως ίσως να υπήρχε κι ένα ενδιαφέρον δυναμικό που θα μπορούσε με τον καιρό να αναδειχτεί από το Φεστιβάλ. Θυμάμαι πολύ καλά τη συμβουλή του Τζιμ Γιανόπουλος: Μην εστιάζετε την προσοχή σας στις ταινίες αλλά στους κινηματογραφιστές. Πραγματικά, στόχος μας δεν είναι να επιδείξουμε τελειότητα ή ταινίες έτοιμες για διανομή στην Αμερική, γυρισμένες στα αγγλικά κλπ. Στόχος μας είναι να αποκαλύψουμε στο κοινό μια δυναμική δημιουργικότητα που θα μπορούσε, αν αναπτυχθεί, να αναγνωριστεί από όλους. Διοργανώνοντας ένα Φεστιβάλ με αυτό το σκεπτικό και τροφοδοτώντας το με αυτή τη διάθεση για επικοινωνία και πολιτιστική ανταλλαγή, έχουμε αρχίσει να κερδίζουμε την προσοχή του αμερικάνικου τύπου και του κοινού. Τα τελευταία δύο χρόνια έχουμε ακούσει πολύ θετικά πράγματα για το πρόγραμμα μας και για τις ταινίες. Όπως λένε εδώ, έχουμε πια «μπει στο χάρτη» των εκδηλώσεων της πόλης. Τρανή απόδειξη για όλα αυτά είναι βέβαια και η υποψηφιότητα που κέρδισε ο «Κυνόδοντας» . Ξαφνικά, ο ελληνικός κινηματογράφος δε σχετίζεται μόνο με μια αόριστη μνήμη της Μελίνας Μερκούρη ή του «Αλέξη Ζορμπά», αν και φυσικά, δε θα θέλαμε με κανέναν τρόπο να υποτιμήσουμε το παρελθόν του.

Και το ενδιαφέρον του κοινού; Το ότι το ελληνικό σινεμά είναι πολύ πιο ορατό παγκοσμίως αντικατοπτρίζεται και στα εισιτήρια, ή την κάλυψη που έχει το φεστιβάλ μέσα στα χρόνια;

Σίγουρα. Τα τελευταία δύο χρόνια και φέτος πιο πολύ από κάθε άλλη χρονιά έχουμε διαπιστώσει το ενδιαφέρον των αμερικάνικων ΜΜΕ. Αλλά και στα εισιτήρια βλέπουμε διαφορά. Ο δρόμος είναι μακρύς πάντως αν σκεφτείς πως συναγωνιζόμαστε με μεγάλα φεστιβάλ και εκδηλώσεις, όπως το «Los Angeles Film Festival» και το «Produced By» , ένα μεγάλο συνέδριο παραγωγών. Αλλά πάλι όταν το ίδιο το «Produced By» θέλει να μάθει πότε θα γίνει το LAGFF για να μη συμπέσουν οι ημερομηνίες, ξέρεις ότι είσαι στο σωστό δρόμο...

Πως θα περιέγραφές το κοινό του φεστιβάλ και τη σύνθεση του; Θα φανταζόταν κανείς ότι αν αυτό το φεστιβάλ γινόταν λίγα χρόνια πριν, το συντριπτικό ποσοστό των θεατών του θα ήταν ομογενείς.

Ο πυρήνας του κοινού μας εξακολουθεί να είναι η ομογένεια και θα ήταν άδικο από τη μεριά μου αν έλεγα κάτι άλλο. Η ομογένεια είναι το ένα σκέλος του Φεστιβάλ, οι κινηματογραφιστές το άλλο. Ωστόσο, αποτεινόμαστε στο αμερικανικό κοινό. Με άλλα λόγια, συνθέτουμε το πρόγραμμα μας πάντα σύμφωνα με την επιθυμία μας να καταρρίψουμε τα στερεότυπα που ως τώρα προσδιόριζαν την ομογένεια. Η ελληνική ομογένεια του Λος Άντζελες αποδεικνύεται ένας πολύ ζωντανός χώρος, ένα κέντρο ελληνισμού που συσπειρώνεται μέσα στο καλλιτεχνικό και δημιουργικό γίγνεσθαι του Λος Άντζελες. Μια τέτοια κοινότητα όμως δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη από τους Αμερικάνους. Είμαι βέβαιη ότι έχουμε ήδη αρχίσει να διεγείρουμε τη φαντασία του αμερικανικού κοινού.

Μιλώντας για το κοινό των Ελλήνων που ζουν στο Λος Άντζελες και για τους οποίους πιθανότατα το φεστιβάλ είναι η μόνη επαφή με το σύγχρονο ελληνικό σινεμά, πως θα έλεγες ότι το αντιμετωπίζουν; Ειδικά ταινίες που δεν μοιάζουν με την εικόνα της Ελλάδας που βλέπουν στην τηλεόραση, ή στις διακοπές τους;

Καλή ερώτηση. Εκεί διχάζονται λίγο τα πράγματα. Oπως ανέφερα στην αρχή, πιστεύω ότι η ομογένεια «διψάει» για τέχνη, όχι μόνο διασκέδαση. Το ότι επιμένουμε να δείχνουμε «σκληρές» ταινίες στο ελληνοαμερικάνικο κοινό που είναι μάλλον συντηρητικό, είναι γιατί θέλουμε να ξεπεράσουμε τα παλιά μας ταμπού που θέλουν να διατηρήσουν την εικόνα μιας Ελλάδας που δεν υπάρχει πια. Έτσι ενώ πολλές φορές αντιμετωπίζουμε οργή ή σοκαρισμένες αντιδράσεις, στο τέλος μας ενώνει η ανάγκη να βιώσουμε κάτι αληθινό και να νιώσουμε το δημιουργικό παλμό.

Ανάμεσα στους στόχους του φεστιβάλ είναι να αποτελέσει μια γέφυρα με την αμερικάνικη κινηματογραφική βιομηχανία. Πόσο εύκολο είναι κάτι τέτοιο; Υπάρχει ενδιαφέρον από την Αμερικάνικη πλευρά.

Δεν είναι εύκολο. Καταρχήν γιατί ο στόχος των Ελλήνων κινηματογραφιστών δεν είναι, ούτε θα έπρεπε να είναι, να αφομοιωθούν στην αμερικάνικη βιομηχανία κινηματογράφου, δηλαδή το Χόλιγουντ. Ακόμα και μια ταινία σαν τον Κυνόδοντα» βρίσκει σίγουρα μεγαλύτερη απήχηση στην ευρωπαϊκή αγορά. Θέλω να πω, παρόλο που κέρδισε υποψηφιότητα για το Όσκαρ, παραμένει μια μικρή ταινία που δεν έχει εμπορική σημασία. Βέβαια η επιτυχία στο Χόλιγουντ, που σημαίνει οπωσδήποτε και εμπορική επιτυχία, είναι πάντα δελεαστική και εν δυνάμει υπάρχει η πιθανότητα να γίνει. Απ’ την άλλη, η συνάντηση των Ελλήνων κινηματογραφιστών με επαγγελματίες του χώρου εδώ μπορεί να φέρει εκπλήξεις και συνεργασίες αμοιβαία ωφέλιμες. Γιατί και το Χόλιγουντ είναι ένας χώρος που αναζητεί νέες φλέβες ζωής. Έχουμε την εντύπωση ότι ο ελληνικός όπως και όλος ο ξένος κινηματογράφος (μη-αμερικάνικος) έχει να προσφέρει μια νέα οπτική που δεν ακολουθεί τα πρότυπα του εμπορίου μόνο. Ταυτόχρονα οι Έλληνες κινηματογραφιστές έχουν να μάθουν πολλά από τους Αμερικάνους συνάδελφους κυρίως στους τομείς του σεναρίου και του μάρκετινγκ.

Κάτι που αναμφίβολα κατόρθωσε το Φεστιβάλ είναι να συσπειρώσει τους Ελληνικής καταγωγής κινηματογραφιστές και ανθρώπους της βιομηχανίας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κάτι σαν ένα ελληνικό λόμπι; Κι αν ναι τι σημαίνει αυτό για τους Έλληνες κινηματογραφιστές που συμμετέχουν το φεστιβάλ;

Τις μέρες του φεστιβάλ υπάρχει πάντα διάχυτη η επιθυμία από τους επαγγελματίες φίλους και σύμβουλους του φεστιβάλ να γνωρίσουν τους κινηματογραφιστές και να δουν τη δουλειά τους. Αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν αυτόματα να τους προσλάβουν ή να χρηματοδοτήσουν την επόμενη ταινία τους. Παρόλα αυτά, λίγο λίγο, από χρόνο σε χρόνο, με την αύξηση της ουσιαστικής επικοινωνίας των συναδέλφων από δυο μεριές της γης, δεν μπορεί παρά να υπάρξουν χειροπιαστά αποτελέσματα.